Live τώρα    
Η περίπτωση Νικολόπουλου: Μια αναγκαία απάντηση και ένας αυτόματος προβληματισμός
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Η περίπτωση Νικολόπουλου: Μια αναγκαία απάντηση και ένας αυτόματος προβληματισμός

Των Βαγγέλη Σκούφα, Κωστή Λιερού, Γιάννη Παπαδόπουλου

Την προηγούμενη εβδομάδα καταψηφίστηκε στο Κοινοβούλιο η άρση ασυλίας του βουλευτή Νίκου Νικολόπουλου για ομοφοβικές δηλώσεις που εκτόξευσε ο τόσο κατά πολιτών με ομόφυλο σεξουαλικό προσανατολισμό όσο και κατά του ομοφυλόφιλου πρωθυπουργού του Λουξεμβούργου. Η απόφαση είχε παραπεμφθεί από την Επιτροπή Δεοντολογίας στο σώμα της Βουλής επίσης με αρνητική εισήγηση.

Η περίπτωση των χυδαίων εκφράσεων του κ. Νίκου Νικολόπουλου κατά κοινωνικών ομάδων (εδώ κατά ομοφυλόφιλων) δεν είναι κάτι που εκπλήσσει έναν πολίτη που παρακολουθεί τακτικά την πολιτική επικαιρότητα. Ο ανεξάρτητος βουλευτής κ. Νικολόπουλος δεν αποτελεί κάποιο φάρο πρωτοτυπίας ούτε ως προς τις διατυπώσεις του, ούτε ως προς το γεγονός ότι προσπαθεί να καλύψει τις μισαλλόδοξες απόψεις του πίσω από τον μανδύα θρησκευτικών πεποιθήσεων, ευελπιστώντας πάντα να αγκαλιάσει ευρύτερα ακροατήρια. Τέτοιες τακτικές (και συνήθως πολύ πιο ευφάνταστες) συναντάνε τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα σε καθημερινή βάση.

Αυτό που έχουμε μπροστά μας, ωστόσο, δεν έχει να κάνει με μια περίπτωση καθημερινής ομοφοβίας. Το γεγονός ότι αυτός ο λόγος εκτοξεύεται από μέλος της νομοθετικής εξουσίας θέτει τη συζήτηση σε άλλη βάση, καλώντας μας να συνυπολογίσουμε τη θέση που καταλαμβάνουμε στο θεσμικό, το κοινωνικό, το έμφυλο και ταξικό πεδίο.

Η αντίδραση δημοκρατικών πολιτών, αλλά και οργανώσεων της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας στο θέμα αποτελεί από τα πιο υγιή αντανακλαστικά σε μια κοινωνία που στοχεύει στην ισότιμη δημόσια ύπαρξη και παρέμβαση. Ανήκουμε στη μερίδα των ανθρώπων της Αριστεράς και του χώρου των δημοκρατικών δικαιωμάτων που στέκονται με προβληματισμό απέναντι στην απόφαση του ελληνικού Κοινοβουλίου να μην άρει την ασυλία του εν λόγω βουλευτή.

Η έκπληξη που δημιουργήθηκε σε πολλούς και πολλές δεν αφορούσε φυσικά τη στάση των γνωστών μικρών αντιπολιτευόμενων κομμάτων, τα οποία μας έχουν συνηθίσει άλλωστε σε επικοινωνιακές τακτικές. Δεν αφορούσε καν τη στάση της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Η έκπληξη αφορούσε τη μη συμπαγή υποστήριξη εκ μέρους της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας ενός θέματος που παρατηρούμε να μας φέρνει για άλλη μια φορά ενώπιον ενός διαχρονικού προβληματισμού του χώρου μας. Είναι ο προβληματισμός εκείνος που αφορά τη βέλτιστη στάση ως προς την ισότιμη διασφάλιση του δικαιώματος στην ελευθερία του λόγου.

Κάθε φορά που ανακύπτει ζήτημα γύρω από την ελευθερία του λόγου, επανέρχεται η σύγκρουση δύο αντιλήψεων: η προσέγγισή της ως απεριόριστου χώρου παρέμβασης και από την άλλη η προσέγγισή της ως ένα ρυθμιζόμενο/προστατευτικό πεδίο με σκοπό την ισότιμη πρόσβαση όλων σε αυτή την ελευθερία. Αν και ο διάλογος αυτός μπορεί είναι αδύνατο να εξαντληθεί στην έκταση ενός άρθρου, εμείς εδώ επιλέγουμε να ψηλαφίσουμε κάποια στοιχεία που οφείλουμε να λάβουμε υπόψη πριν από την εξαγωγή εύκολων συμπερασμάτων.

Ελευθερία του λόγου και ρητορική μίσους

Οι υπέρμαχοι της πρώτης προσέγγισης εκκινούν από το γεγονός ότι η ελευθερία της έκφρασης αποτελεί βασικό ατομικό δικαίωμα που κατοχυρώνεται συνταγματικά με το άρθρο 14 παρ. 1 του Συντάγματος και ως εκ τούτου δεν μπορεί να υπάρχουν νόμοι που με οποιονδήποτε τρόπο παρεμποδίζουν την έκφραση και διάδοση γνώμης, ιδέας ή πληροφορίας ή ελέγχουν αυτές διοικητικά. Επισημαίνουν πως διαφορετικά ανοίγονται ατραποί που, υπό συγκεκριμένες πολιτικές και ιστορικές συνθήκες, ενδέχεται να στραφούν κατά ιδεολογικών και πολιτικών απόψεων ή ακόμα και να ποδηγετήσουν ή να ακυρώσουν την ελευθερία τής ιστορικής, δημοσιογραφικής ή οποιασδήποτε άλλης έρευνας. Άλλωστε, δεν είναι λίγες οι φορές που οι προϋποθέσεις νόμων, για το τι καθιστά κακόβουλο και προσβλητικό, είναι ρευστές και αόριστες. (Πρόσφατα παραδείγματα υποθέσεων που οδηγήθηκαν στο εδώλιο, η Biennalle της Αθήνας, η παράσταση “Corpus Christi”, η διαμάχη για τη δίωξη όσων αρνούνται τις "γενοκτονίες που έχουν αναγνωριστεί από το ελληνικό Κοινοβούλιο", η δίωξη του Γερμανού καθηγητή Ιστορίας Χάινς Ρίχτερ που είναι ο πρώτος που δικάστηκε με τον αντιρατσιστικό Νόμο 4285/2014).

Από την άλλη, οι υποστηρικτές της δεύτερης προσέγγισης αναδεικνύουν τους κινδύνους της κατάχρησης του παραπάνω δικαιώματος, ειδικά απέναντι σε ευάλωτες κοινωνικά ομάδες. Για παράδειγμα, η εξωφρενική φράση του κ. Νικολόπουλου «από την Ευρώπη των εθνών - κρατών, στην Ευρώπη των... πουσταριών!» ουδόλως συμβάλλει στην προσωπική μας αυτονομία και αυτοπραγμάτωση ή στην αξία του ανθρώπου, καθώς προπαγανδίζει την πλήρη απαξίωσή της. Η ρητορική μίσους (κατά την ευρεία έννοια ρατσιστικός λόγος) αποσκοπεί να δημιουργήσει αποδιοπομπαίους τράγους στα κοινωνικά προβλήματα, συντηρεί τη θεσμική καταπίεση, επιβεβαιώνει τον κοινωνικό αποκλεισμό, δημιουργεί ξεκάθαρους διαχωρισμούς ανάμεσα στο «εμείς» και «οι άλλοι», δεν αφήνει περιθώρια για διάλογο, καθώς βασίζεται σε «παγιωμένες αλήθειες» για το τι δεν θα πρέπει να αμφισβητείται ως λιγότερο ανθρώπινο, κατακριτέο, άξιο περιφρόνησης, αποκλεισμού έως και τιμωρίας. Η ρητορική μίσους, αν και όχι πάντα ευθύγραμμα, είναι συχνά ο ηθικός αυτουργός πίσω από εγκλήματα κατά μειονοτικών ομάδων. Γι' αυτό και η έκφραση ρατσιστικού και ξενοφοβικού λόγου θεωρείται από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ή από διεθνείς οργανισμούς, όπως ο ΟΗΕ, πράξεις που δεν εμπίπτουν στην ελευθερία του λόγου.

Το ελληνικό νομικό πλαίσιο

Η ρητορική μίσους, επομένως, στο μέτρο που εξειδικεύει συγκεκριμένους σκοπούς προσβολών έννομων αγαθών και κατοχυρώνει με ασφάλεια δικαίου την περίπτωση των ειδικών προσβολών προσώπου ή ομάδας προσώπων, δεν περιορίζει την πολιτική ελευθερία, αφού η προσβολή έννομων αγαθών πληθυσμιακών δεν αποτελεί στοιχείο πλουραλισμού σε μια δημοκρατική κοινωνία, αλλά αντιθέτως παραβίαση των αρχών της ελευθερίας και της ισότητας. Ο σεβασμός άλλωστε και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 του Συντάγματος. Ο προσανατολισμός αυτός επιβάλλει την απαγόρευση των διακρίσεων κάθε είδους, όπως επιβεβαιώνεται στο άρθρο 5 παρ. 2 του Συντάγματος.

Από τα παραπάνω απορρέουν έννομα αγαθά, που προστατεύονται με βάση και το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, το οποίο ορίζει ότι καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια. Παρ' ότι επομένως στο άρθρο 60 του Συντάγματος προβλέπεται ότι οι βουλευτές έχουν απεριόριστο το δικαίωμα της γνώμης και παρ' ότι στο άρθρο 61 προβλέπεται ότι ο βουλευτής δεν καταδιώκεται ούτε εξετάζεται με οποιονδήποτε τρόπο για γνώμη ή ψήφο που έδωσε κατά την άσκηση των βουλευτικών καθηκόντων, τα ανθρώπινα δικαιώματα προστατεύονται και από άλλες συνταγματικές διατάξεις, όπως τα άρθρα που προαναφέραμε.

Θα πρέπει δε να υπενθυμίσουμε ότι η χώρα μας έχει καταδικαστεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου επειδή η άκαμπτη εφαρμογή του θεσμού της βουλευτικής ασυλίας οδήγησε σε παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστήριο, όπως το ανθρώπινο αυτό δικαίωμα κατοχυρώνεται από το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Ταυτόχρονα, πρέπει να υπενθυμίσουμε πως, σε κάθε περίπτωση, το τωρινό ελληνικό Σύνταγμα δεν προβλέπει περιορισμό ως προς την ανανέωση της κοινοβουλευτικής θητείας. Ως εκ τούτου, ο κάθε βουλευτής έχει το δικαίωμα να επανεκλέγεται, αποστερώντας έτσι οριστικά τον προσφεύγοντα από το δικαίωμά του να αιτηθεί την άσκηση ποινικής διώξεως.

Καταλήγοντας, παρατηρούμε ότι το ζήτημα πρέπει να αντιμετωπιστεί τόσο μέσω νομοθετικών παρεμβάσεων, όσο και πρωτοβουλιών εν όψει της επικείμενης συνταγματικής αναθεώρησης που έχει εξαγγείλει ο πρωθυπουργός. Επίσης, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε το γεγονός ότι η κατηγορία θα στοιχειοθετούνταν πάνω στο άρθρο 2 του Ν. 4285/2014 (ΦΕΚ A 191/10.09.2014), που, παρά τη θετική του αναφορά για την προστασία μέλους ή ομάδας προσώπων με βάση μεταξύ άλλων, τον σεξουαλικό προσανατολισμό ή την ταυτότητα φύλου τους, παραμένει να είναι ακόμα εξαιρετικά προβληματικό, διότι στα εδάφιά του ποινικοποιεί την αμφισβήτηση γεγονότων που αποτελούν αντικείμενο ιστορικής έρευνας, ενέχοντας έτσι μεγάλους κινδύνους για τη δημοσιογραφική και ιστορική έρευνα.

Είναι σημαντικό να αμβλύνουμε το γενικότερο αίσθημα αδικίας που νιώθουν οι πολίτες τόσο απέναντι στην πολιτική, όσο και προς το σώμα της Δικαιοσύνης. Είναι χρέος της Αριστεράς να αντιμετωπίσει αδικίες που συμβάλλουν σε ένα αυξανόμενο κλίμα αντιπολιτικής και αναδεικνύουν αντιδημοκρατικά ή αδιέξοδα στοιχεία του πολιτικού φάσματος ως «ορθολογική» απάντηση στους σύγχρονους καθημερινούς προβληματισμούς. Η αριστερή ηγεμονική απάντηση για περισσότερη Δημοκρατία είναι πλέον πιο απαραίτητη από ποτέ.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0