Μια εξαιρετικά γενικόλογη απάντηση έδωσε ο πρόεδρος της Κομισιόν Ζαν Κλοντ Γιούνκερ στον αντιπρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και ευρωβουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ Δημήτρη Παπαδημούλη αναφορικά με την αυξανόμενη ανησυχία που προκαλεί η άνοδος της Ακροδεξιάς στην Ευρώπη ως αποτέλεσμα των έλλειψης συνοχής στο εσωτερικό της Ε.Ε.
Ο Δ. Παπαδημούλης, με αφορμή την πρόσφατη έκθεση του Γερμανικού Ινστιτούτου Bertelsmann, είχε καταθέσει ερώτηση προς την Κομισιόν ζητώντας τη γνώμη της για την άνοδο της Ακροδεξιάς και του λαϊκιστικού απομονωτισμού, καθώς και για τον ρόλο που έχει διαδραματίσει η εμμονή σε πολιτικές μονομερούς λιτότητας.
Ο ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, επικαλούμενος την έκθεση η οποία αναφέρει πως “η ανεπάρκεια της Ε.Ε. να υλοποιήσει κοινές πολιτικές σε ζητήματα όπως η κλιματική αλλαγή και οι προσφυγικές ροές είναι μεγάλη”, είχε ρωτήσει την Κομισιόν αναφορικά με τις πρωτοβουλίες που σχεδιάζει και τις προτάσεις που προωθεί για την αντιμετώπιση αυτής της ανησυχητικής δυναμικής.
Στην απάντησή του ο πρόεδρος Γιούνκερ αποφεύγει να σχολιάσει τον αρνητικό ρόλο που έχουν διαδραματίσει οι πολιτικές λιτότητας στην ευρωπαϊκή κρίση, σημειώνει πως η Κομισιόν έχει να προτείνει “ένα θετικό θεματολόγιο συγκεκριμένων ευρωπαϊκών δράσεων για τους επόμενους δώδεκα μήνες” και παραπέμπει στην ομιλία του στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 14 Σεπτεμβρίου.
Επίσης η Κομισιόν, διάα στόματος Γιούνκερ, αποφεύγει να απαντήσει στο πώς θα ενισχυθεί η πολιτική συνοχή της Ε.Ε., τη στιγμή που ορισμένες χώρες είναι μέλη α λα καρτ και αρνούνται να υλοποιήσουν τις κοινές ευρωπαϊκές αποφάσεις, όπως τη συμφωνία για τη μετεγκατάσταση των προσφύγων αναλογικά σε όλα τα κράτη - μέλη.
Επανεξέταση του πλαισίου για τις συλλογικές διαπραγματεύσεις
Κατά τη διάρκεια της κρίσης, «Η ευελιξία αυξήθηκε, με αποτέλεσμα να βελτιωθεί η ικανότητα των επιχειρήσεων να προσαρμόζονται στο μεταβαλλόμενο οικονομικό περιβάλλον και να διατηρούν τις θέσεις εργασίας» παραδέχεται η αρμόδια επίτροπος για θέματα Απασχόλησης Μάριαν Τίσεν, σε ερώτηση του αντιπροέδρου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και ευρωβουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ Δημήτρη Παπαδημούλη αναφορικά με τις συλλογικές διαπραγματεύσεις και τη δεύτερη αξιολόγηση.
Πιο συγκεκριμένα, η Ευρωπαία επίτροπος παραδέχεται ότι αποφεύγει να εξηγήσει πώς είναι δυνατόν η γενική ανεργία στην Ελλάδα να αυξήθηκε από το 11,7% (α’ τρίμηνο 2010) σε 22,6% (α’ τρίμηνο 2015) κατόπιν εφαρμογής όλων αυτών των πολιτικών υποβάθμισης της εργασίας απελευθέρωσης των εργασιακών σχέσεων και κατάργησης των συλλογικών συμβάσεων.
Επιπλέον, η Μ. Τίσεν σημειώνει πως «διεξάγεται επανεξέταση του πλαισίου για τις συλλογικές διαπραγματεύσεις, τη συνδικαλιστική δράση και τις ομαδικές απολύσεις στην Ελλάδα από ομάδα ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων», ενώ προσθέτει πως «η επανεξέταση θα διατυπώνει συστάσεις για την ανάπτυξη ενός πλαισίου που θα ευνοεί τον εποικοδομητικό κοινωνικό διάλογο, την ανταγωνιστικότητα, τη βιώσιμη ανάπτυξη και τη δημιουργία θέσεων εργασίας με πιο μακροπρόθεσμη προοπτική, διασφαλίζοντας παράλληλα την τήρηση των συνθηκών εργασίας και λαμβάνοντας υπόψη τις διεθνείς και ευρωπαϊκές βέλτιστες πρακτικές».
Ο ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Δ. Παπαδημούλης, με αφορμή το κλείσιμο της πρώτης αξιολόγησης και την αρχή των διαπραγματεύσεων για τη δεύτερη, είχε καταθέσει ερώτηση προς την Κομισιόν. Ο αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, επικαλούμενος πρόσφατη έρευνα της Επιτροπής Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων του Ευρωκοινοβουλίου σχετικά με την εξέλιξη του καθεστώτος των συλλογικών διαπραγματεύσεων σε χώρες όπου εφαρμόζονται ή έχουν εφαρμοστεί Οικονομικά Προγράμματα Δημοσιονομικής Προσαρμογής, αναφέρει πως η ουσιαστική κατάργηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων στην Ελλάδα από το 2010 όχι μόνο έχει αλλάξει το εργασιακό τοπίο άλλα και οι εργοδότες παρουσιάζονται απρόθυμοι να συμμετέχουν σε διαπραγματεύσεις για ζητήματα όπως ο καθορισμός του μισθού.
Με βάση το αποτέλεσμα της ανασφάλιστης και κακοπληρωμένης εργασίας, ο κ. Παπαδημούλης είχε καταθέσει ερώτηση προς την Κομισιόν από την οποία ζητούσε να τοποθετηθεί έναντι της επαναφοράς του καθεστώτος ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων, καθώς και να απαντήσει για το αν έχουν τεθεί αιτήματα που αφορούν πρόσθετες μειώσεις σε μισθούς και συντάξεις.