Σε περαιτέρω σκλήρυνση της στάσης της σχετικά με τη συγκρότηση του ΕΣΡ οδηγείται εκ νέου η Ν.Δ. με φόντο την ειλημμένη απόφαση του Κυρ. Μητσοτάκη να εξαντλήσει όλα τα περιθώρια και... τα προσχήματα για να μην αλλάξει τίποτα στο τηλεοπτικό τοπίο. Την ίδια στιγμή, να αποσείσει εσωκομματικές κατηγορίες περί “υπονόμευσης” επιχείρησε χθες ο Ευ. Μεϊμαράκης στέλνοντας μηνύματα με πολλούς αποδέκτες.
Η “πολεμική” που άσκησαν στη χθεσινή συζήτηση στη Βουλή επί της τροπολογίας του υπουργού Επικρατείας οι “γαλάζιοι” βουλευτές αποκάλυψε το στίγμα των προθέσεων του Κυρ. Μητσοτάκη ενόψει της νέας συνεδρίασης της Διάσκεψης των Προέδρων τη Δευτέρα, καθώς η Ν.Δ. επιστρατεύει ήδη από χθες νέα προσχήματα, παρά τις σημαντικές “παραχωρήσεις” εκ μέρους του Ν. Παππά με στόχο τη συναίνεση.
“Πλήρης εκχώρηση ή τίποτα”
Επί της ουσίας το μήνυμα που στέλνει η αξιωματική αντιπολίτευση ενόψει της Διάσκεψης της Δευτέρας είναι πως δεν δέχεται τίποτα λιγότερο πέραν της πλήρους νομοθετικής εκχώρησης όλων των αρμοδιοτήτων περί το τηλεοπτικό τοπίο στο ΕΣΡ.
Ενδεικτικά, χθες, ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της Ν.Δ. Ν. Δένδιας -που εκπροσωπεί τη Ν.Δ. στη Διάσκεψη των Προέδρων- κατηγόρησε τον υπουργό Επικρατείας πως “προσπαθεί να κρατήσει αρμοδιότητες για τον εαυτό του” (!) ενώ επιχείρησε να συμψηφίσει την αρνητική στάση της Ν.Δ. στη συγκρότηση του ΕΣΡ με... τη στάση του ΣΥΡΙΖΑ στην προεδρική εκλογή.
Επίσης η Ν.Δ. με ανακοίνωσή της, επιτέθηκε στον Ν. Παππά με αφορμή τη συνέντευξή του στον ΣΚΑΪ χαρακτηρίζοντάς τον “αμετανόητο” και κατηγορώντας τον πως “εμμένει στον αντιδημοκρατικό σχεδιασμό”.
Μήνυμα Μεϊμαράκη
Την ίδια στιγμή ο Ευ. Μεϊμαράκης, με φόντο τη διαφοροποίησή του από τη γραμμή της Ν.Δ. (σ.σ.: μόλις προχθές έλεγε σε συνομιλητές του ότι “η Ν.Δ. πρέπει να επανεξετάσει τη στάση της”), επιχείρησε χθες να εξουδετερώσει εσωκομματικές βολές περί υπονόμευσης του Κυρ. Μητσοτάκη. Έτσι με δήλωσή του επισήμανε ότι “ως πρόεδρος της Ν.Δ. δεν είχε συμφωνήσει, ούτε καν συζητήσει με κανέναν για το ΕΣΡ”.
Διευκρίνισε, πάντως, ότι οι επαφές που είχε κάνει ως πρόεδρος της Βουλής εντάσσονταν στην προσπάθεια “να επιτύχει τις μεγαλύτερες δυνατές συγκλίσεις επί προσώπων που διέθεταν τα απαραίτητα κριτήρια” και διεμήνυσε προς τους εσωκομματικούς επικριτές του πως “οι όποιες προτάσεις για πρόσωπα δεν ήταν προσωπικές, αλλά αποτέλεσμα συλλογικής συνεννόησης”.