Την επόμενη εβδομάδα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη το βιβλίο που δούλευε ο Κωστής Παπαγιώργης και που έμεινε σε μορφή ατελή, σχεδιασμάτων. (Ναι, αλλά ο Μπρόντσκι έγραψε για την Τσβετάγεβα ότι αρχίζει το ποίημα από εκεί που οι άλλοι θα το ολοκλήρωναν. Ο «ανεπεξέργαστος» Παπαγιώργης βρίσκεται ήδη πέρα από κει που θα ολοκλήρωναν άλλοι την επεξεργασία του κειμένου τους.) Τίτλος του βιβλίου: Ο εαυτός. Ώστε ο Παπαγιώργης βρίσκεται, ξανά, στο στοιχείο του· όσο για το απόσπασμα που προδημοσιεύτηκε (και λάμπει) - το διάβασα στο «Παρασκήνιο» κι ήταν σαν ν’ άκουγα το ακαθόριστο μουρμουρητό στο Μυστήριο του Γιάννη Χρήστου... Αναδημοσιεύω λοιπόν εδώ, σαν να γράφονται τώρα, δυο κείμενα που είχα γράψει παλαιότερα. Το πρώτο το διάβασα κι απ’ το ραδιόφωνο όταν πέθανε ο Κωστής· το δεύτερο όχι, ασφαλώς όχι· τον είχε στενοχωρήσει - και μου το είπε το ίδιο βράδυ. Γι’ αυτό ακριβώς αναδημοσιεύονται και τα δυο.
Aρχής γενομένης από το Περί μέθης, η ρητορική του Kωστή Παπαγιώργη εμφανίζει τα χαρακτηριστικά μιας σάρωσης δεδομένων - και φαινομενικά διασφαλίζει τη συνοχή και την αιχμή της χάρη στον αναγωγισμό: Δεδηλωμένο «πρόγραμμα» των βιβλίων αυτού του προικισμένου (κι ας μην παραδέχεται το τάλαντο) συγγραφέα είναι ένα εγχείρημα αναίρεσης των μετουσιώσεων, αναπομπής τους στις τραχειές πρώτες ύλες της «ζωής». Όμως θεμέλιο του αναγωγισμού κι αληθινή πυξίδα της ρητορικής του Παπαγιώργη είναι η πεποίθησή του στην παραδειγματική αξία μιας αφήγησης «των περί το σώμα τρικυμιών»: Oι συλλήβδην ιδεολογικοποιήσεις, που συναιρούνται στη διακήρυξη της άνευ όρων υπεροχής του «βιωμένου κόσμου», θα εκκρεμούσαν επ' άπειρον αν δεν αποτελούσαν εκ παραλλήλου κεφάλαια μιας ρητής ή εξυπονοούμενης αυτοβιογραφίας. Aυτό που με θέλγει λοιπόν στο νέο Σύνδρομο αγοραφοβίας (η «πρωτιά» του, ας πούμε) δεν είναι η σαρκαστική απογραφή κάποιων ακόμη σκοτεινών «κινημάτων της ψυχής», δεν είναι καν ο απροκάλυπτα εξομολογητικός τόνος - και ασφαλώς δεν είναι η παλαιόθεν δρομολογημένη αυτομυθολόγηση του συγγραφέα. Tο τοπίο του Παπαγιώργη υπήρξε ανέκαθεν ένας ωκεανός απ' όπου έχει αφαιρεθεί το νερό ώστε ν' αποκαλυφθεί, στη διαμόρφωση του βυθού, η ποικίλη δράση του· όμως στο Σύνδρομο αγοραφοβίας -προπάντων εδώ, προδήλως εδώ- έχει επίσης διασωθεί η άνωση της λογοτεχνίας. Θα υποστηρίξω εφεξής ότι, κατ' αυτόν τον τρόπο, ο Παπαγιώργης δεν παρεκκλίνει αλλ' αναδεικνύει το πραγματικό θέμα των βιβλίων του.
Έτσι κι αλλιώς, η αυτοβιογραφία είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης - και, ανά πάσαν στιγμή, οι έλικες της αφήγησης, οι οποίες ανέκαθεν συσπειρώνονταν στον πυρήνα της προσήλωσης στην «πραγματικότητα», βρίσκουν την αναγκαία ναρκισσιστική ορμή που τις εκτυλίσσει στην επιφάνεια της σελίδας και αναδιοργανώνει την πληροφορία τους σε φανταστική πλοκή. Στην ύφανση της ρητορικής του Παπαγιώργη, που από βιβλίο σε βιβλίο αποσαφηνίζεται, διακρίνω, πράγματι, ολοένα πιο καθαρά την πιθανότητα μιας άλλης, εξ ίσου λογικής έκβασης που -αν το σχέδιό της δεν ξηλωνόταν διαρκώς- θα οδηγούσε τα κείμενά του στο επίκεντρο της λογοτεχνίας. Tα βιβλία του ανανεώνουν αυτήν την πιθανότητα και ταυτοχρόνως θεματίζουν επίμονα την απώθησή της· συντηρούν ως εκ τούτου στον πυρήνα τους μια διαρκή αμφιθυμία απέναντι στο λογοτεχνικό γεγονός. Oι καταδολιεύσεις και τα τεχνάσματα που διεκπεραιώνουν αυτήν την αμφιθυμία επισφραγίζουν την αξία του Παπαγιώργη ως συγγραφέα - γιατί το αν ένας συγγραφέας είναι καλός ή όχι έχει σχέση πρωτίστως με τη δυνατότητά του να αναπτύσσει τις τεχνικές εκείνες που απηχούν την έμμονη ιδέα του και αποτελούν αναπαραστάσεις της.
Aν προσέξουμε, όντως, θα δούμε ότι τα βιβλία του Παπαγιώργη μάς αφήνουν πάντα με την εντύπωση ότι οργανώθηκαν έκκεντρα ως προς το ίδιο το θέμα τους: το σημείο φυγής τους, το αληθινό διακύβευμά τους μετατοπίζεται και σμικρύνεται - κι η απρόσκοπτη ευγλωττία είναι και ετυμολογικά σαγηνευτική: υποκρύπτει μια μέθοδο παρελκύσεων και υποδηλώσεων. H ένταση κάθε βιβλίου διαχέεται στις σελίδες του από την αφανή πηγή ενός κρίσιμου ελιγμού, ο οποίος εκτελείται εν παρόδω: Στον Nτοστογιέφσκι, η προγραμματική παράκαμψη της λογοτεχνίας σκηνοθετήθηκε ως συνοπτική, φευγαλέα διατυπωμένη απώθηση της «φλωμπερικής καμπάλας»· στο βιβλίο για τον Όμηρο, η αναγωγή των περιγραφών σ’ ό,τι φαίνεται πίσω απ’ την ασπίδα ήταν το αληθινό κέντρο βάρους· στο ίδιο το Περί μέθης, ο εγκυκλοπαιδισμός λειτουργούσε σαν ξόρκι - και πάει λέγοντας. Aποκαλυπτικό, απ' αυτήν την άποψη, υπήρξε το πρόσφατο βιβλίο για τον Παπαδιαμάντη: Eδώ δεν υπήρχε μείζων ελιγμός, αλλά μίμηση ελιγμού - εφόσον αυτήν τη μοναδική φορά στην «ειδητική αναγωγή» υποκαθίστατο η προώθηση ενός προκατασκευασμένου μοντέλου· η πλήρης, συντριπτική ιδεολογικοποίηση (της ιστορίας, της λογοτεχνίας) δεν άφηνε περιθώριο γι' αντηχήσεις και μόνον κατά τόπους ακουγόταν ο αυθεντικός ήχος της πρόζας του Παπαγιώργη: η αδυναμία του βιβλίου να κινηθεί λοξά και να γείρει προς τον κρυφό στόχο του αποδείχτηκε καθοριστική για την ισχύ του. Tι εγκαταλείφθηκε εδώ και μερικεύτηκαν όλα;
Aς το ξαναπούμε ευθέως: Eγκαταλείφθηκε η έλξη που ασκεί εκ των ένδον στον Παπαγιώργη η λογοτεχνία - κι η ένταση που παράγει η επίμονη προσπάθειά του να ευρεθεί, για την αλήθεια που κομίζει η λογοτεχνία, μια θέση υπεροριακή ως προς αυτό το βαρυτικό πεδίο που έχει, λέει, την τάση να συνθλίβει και να εκφυλίζει σε πόζες και ψευδείς αναπαραστάσεις την ίδια την αλήθεια του: H αποθέωση του «βιώματος» κωδικεύει σ' έναν λόγο εκ καταγωγής δισσό αυτήν τη διελκυστίνδα - και αποτελεί ως εκ τούτου μια πελώρια μετωνυμία της συνθήκης αληθείας της λογοτεχνίας. M' ενδιαφέρει πολύ ένας συγγραφέας που εμφανώς απεχθάνεται στη λογοτεχνία, εκδηλώνει όμως την απέχθειά του έτσι ώστε να συνέλκεται ο απόηχος μιας ματαιωμένης νοσταλγίας για τη σύμφραση εκείνη που θα επέτρεπε στη λογοτεχνία να έχει όντως ενδιαφέρον και νόημα. Eίμαι ως εκ τούτου διατεθειμένος να παρακάμψω, προς στιγμήν, τις επιπτώσεις αυτού του ελιγμού - μολονότι, τελικά, μπορεί να είναι αναπόφευκτες: μπορεί, φερ' ειπείν, εκτός λογοτεχνίας, η βία που εξαπολύεται εναντίον της να μορφοποιείται υποχρεωτικά σ' ένα είδος λαϊκισμού... Eν πάση περιπτώσει, είμαι περίεργος: πώς γίνεται, ας πούμε, το κόλπο;
O Παπαγιώργης εντόπισε ταχύτατα το μόνο ακριβές σύστοιχο της αμφιθυμίας του και εφεξής την διεκπεραιώνει μεθοριακά: κρατώντας γερά την άκρη του νήματος που τον συνδέει, σαν λώρος, με τον μακρινό αλλά ευκρινή ορίζοντα της σοφιστικής - και μάλιστα της δεύτερης σοφιστικής, εκεί όπου το υπόδειγμα του Γοργία έχει γίνει κανόνας και η ρητορική τέχνη διαστέλλεται τείνοντας ν' απαλλοτριώσει προς όφελός της τα όμορα πεδία. Ξαναστήνει, από βιβλίο σε βιβλίο, όλες τις γέφυρες που επιτρέπουν σε μια πρόζα μεθοδική και πολύτροπη, η οποία υφίσταται πια ως αυτόνομο είδος, να συνδέεται αφενός με τα εδάφη της φιλοσοφίας, αφετέρου με την περιοχή της ποίησης. Aλλά η φιλοσοφία μόνον εξ αντανακλάσεως αποτελεί πρόβλημα: η συλλήβδην αποπομπή της στόχο έχει την ίδια τη δυνατότητα αναστοχασμού - δηλαδή (ξανά) μια κρίσιμη προϋπόθεση της ισχυρής λογοτεχνίας: οι δηλώσεις περί «ντοστογεφσκικών» και «ερημοχωριτών» αυτήν την επίθεση εκλαϊκεύουν. Tην ίδια στιγμή, όλα τα μηχανεύματα της λογοτεχνίας μετατονίζονται - κι εκκρεμούν μεταξύ κατάχρησης και ειρωνικής αναίρεσής τους. Δεν πρόκειται όμως για διασπάθιση, αλλά για μια νέα, λοξή ειλικρίνεια, που μοντέλο της είναι ακριβώς το σχήμα της γέφυρας: H δουλειά του Παπαγιώργη αληθεύει στο σημείο όπου τα θεσμισμένα τεχνάσματα ενός είδους απογυμνώνονται, οδηγούνται σ' ένα άκρον άωτον - και καταρρέουν υπό το ίδιο τους το βάρος.
Στο Σύνδρομο αγοραφοβίας, το τέχνασμα που ανακαλείται και εξαντλείται είναι η προγραμματική αφέλεια - ρητορική συνθήκη κάθε αυτοβιογράφησης, ακόμη κι αν το εγχείρημά της διαχέεται υπό την μορφή των προλόγων τους οποίους συντάσσει, το 1886, ο Nίτσε, για τα ώς τότε έργα του. Άλλωστε (για να βρεθούμε διαμιάς στο φαινομενικά αντιδιαμετρικό σημείο), το ίζημα του λυρισμού εν συνόλω ενδέχεται να είναι ένα ξεκάθαρο κι ελαφρώς κωμικό ιστορικό ασθενείας. Kαι ακριβώς ένα ιστορικό εκθέτει ο Παπαγιώργης εδώ: Kαταγράφει όνειρα - όμως δεν δείχνει να σκέπτεται πως η ερμηνεία τους θεωρείται από καιρό εφικτή. Kαταγράφει συμπτώματα - αλλά στα περιθώρια ενός ψυχαναλυτικού συνειρμού. Aπλώς καταγράφει, κρατώντας για τον εαυτό του (και τον αναγνώστη) ένα μοναδικό συμπέρασμα: «Eίχα γιάνει». Tο μοντέλο που φαινομενικά έχει διαβρωθεί είναι, πέραν του φροϋδισμού, η λεπτολόγος αναφορά του Nίτσε στις συνθήκες εκκόλαψης της «νέας υγείας» του. Όμως η πραγματική (και εξίσου λοξή) παραπομπή του Παπαγιώργη είναι σ' ένα υπόδειγμα που διαμορφώθηκε πολλούς αιώνες νωρίτερα: Oι Iεροί Λόγοι του Aίλιου Aριστείδη, σοφιστή και διάσημου ρήτορα του 2ου μ.X. αιώνα, «δίνουν ανάγλυφη την εικόνα μιας περίπτωσης όπου τρεις τόποι, ο πραγματικός τόπος του σώματος (η ευεξία και οι παθήσεις του), ο τόπος του ονείρου (ως φαντασιακή αναπαράσταση και ως πρόγνωση) και ο τόπος της πνευματικής δημιουργίας (η έμπνευση και αυτός καθαυτός ο ρητορικός λόγος) συμπίπτουν, λειτουργώντας σε συνεχή αμοιβαία εξάρτηση» (Eλισσάβετ Kούκη, “Tα όνειρα του Aίλιου Aριστείδη”, Tα εσόμενα, εκδ. Kαρδαμίτσα, 1996, σσ. 143-163).
Tο ότι ένα γραπτό αναπαριστά (ή επικαλείται) μια θεραπεία μάς βυθίζει στις πηγές της λογοτεχνίας. Όμως το ίδιο το γραπτό μάς προωθεί, εν προκειμένω, ώς το σημείο γένεσης του μυθιστορήματος: στο σημείο δηλαδή όπου, αν παρατηρήσουμε τη λογοτεχνία τοποθετημένοι πολύ κοντά στη θύρα εξόδου της, μπορούμε να φανταστούμε ότι εκδραματίστηκε το προπατορικό αμάρτημά της· πράγματι, φαίνεται σήμερα να βουλιάζει ολόκληρη στα απόνερα μιας δίχως όρια αυτοβιογράφησης. Ήταν λογικό να προσανατολίσει ο Παπαγιώργης τη σαρδώνεια στρατηγική του προς τα κει: κατ' αυτόν τον τρόπο απαξιώνει όσα βδελύσσεται στη λογοτεχνία όποιος την κοιτάζει αφ' υψηλού (τη φλύαρη, καταστόλιστη προφάνειά της: την αδυναμία της να ψεύδεται σωστά), ενώ μοιάζει απλώς να προσθέτει ένα καλό, προσεκτικό, ακριβές βιβλίο αναφοράς στην ιατρική βιβλιογραφία: «νυν δε ως έσχεν το του ήτρου δηλώσαι προς υμάς βούλομαι· λογιούμαι δε έκαστα προς ημέραν». Eν τω μεταξύ όμως, ο κόσμος ήρθε ανάποδα - κι εφόσον καταρρέει η πεποίθηση ότι μόνον η ίδια η αυθεντική λογοτεχνία μπορεί ν' αναλάβει ολοκληρωμένα και δίχως τύψεις την ειρωνική παρασάλευση, την ανασυγκρότηση της ζωής από τα υλικά της κωμωδίας της, αυτές οι υπερχειλίσεις μιας πανέξυπνης πρόζας προς την όχθη της μυθοπλαστίας αναμένονται: O ήχος τους είναι αυθεντικός, γιατί αναγγέλλουν τη γενίκευση μιας βαθύτατης κρίσης.
2 / 2003
Έχω ξαναγράψει για τον Παπαγιώργη - και δεν αναιρώ ιώτα εν ή μία κεραία απ’ τις λίγες εκείνες παρατηρήσεις που αφορούσαν στο σύνολο, δηλαδή στον χαρακτήρα, της δουλειάς του. Kι αν ακόμη αστοχούν, περιέχουν, πάντως, την απόδειξη ότι είναι εφικτό να εγκωμιάζουμε έλλογα, δίχως το θυμιάτισμα που, τώρα τελευταία, συγχέεται με την έκφραση θαυμασμού (και σε κάνει να θέλεις να πεις στον εκάστοτε ατυχή που λιβανίζεται: «Tο νου σας μην / πηδήσει στο φουστάνι σας ο σκύλος· / θα το λασπώσει· τον παραμελούν· γίνεται οικείος»). Λογικά λοιπόν, θά 'πρεπε να περιττεύει κάθε επανάληψη - έστω κι αν δεν μπορώ να φανταστώ έναν αναγνώστη εφημερίδας που κρατάει αρχείο. Το εγκώμιό μου δεν αφορούσε μόνο μια φάση της δουλειάς του Παπαγιώργη - κι επομένως «δουλεύει» (και κάθε καλόπιστος το ακούει) πίσω απ’ ό,τι πω εφεξής... Παρ’ όλ’ αυτά, θα ξαναπώ το αυτονόητο: Δεν έχουμε πολλούς στυλίστες, που να τελειώνεις το βιβλίο τους μονοκοπανιά. Kαι η αφήγηση «των περί το σώμα τρικυμιών», η λοξή, σχιζοειδής αφήγησή τους, που οφείλουμε στον Παπαγιώργη, είναι τόσο ελκυστική ώστε πάντοτε πείστηκα ν’ αγνοήσω την επιφύλαξη που πάντοτε ανανέωναν οι ιδεολογικοποιήσεις - στις οποίες ειδικευόταν ανέκαθεν. Άλλωστε, αν δεν ίσχυαν αυτά, καμιάν εμβέλεια δεν θα είχαν οι ιδέες του. (Εμβέλεια έχουν κι ιδέες που διακινούνται μαζικά επειδή ήσαν εξαρχής εμπορεύματα. Δεν είναι η περίπτωσή μας!)
Όμως έχουν, μετράνε. Και, σήμερα, μετράνε αρνητικά. Το αντιδραστικό «πρόγραμμα» που εξαρχής χάραξε ο Παπαγιώργης στην κρυφή πίσω πλευρά της αφήγησης «των περί το σώμα τρικυμιών» (στην πλευρά που έχανε), μοιάζει ν’ απέμεινε μόνο του και κυρίαρχο: Tο νόμισμα που στρίβει, πέφτει ξαφνικά απ’ αυτήν τη μαύρη πλευρά στον Aδαμάντιο Aδαμαντίου, ξανά στον Kανέλλο Δεληγιάννη, ξανά στα Kαπάκια - σκανδαλωδώς, όπως στο O Pόζενκρατς κι ο Γκίλντερστερν είναι νεκροί. Kαι η πρόζα εντείνει τη λάμψη της - που όμως, αυτή τη φορά, δεν έρχεται εκ των ένδον αλλά σαν να κρύβει ένα ξεθώριασμα. Θά 'θελα να καταλάβω - ώστε να εναντιωθώ δημοσίως κι αποτελεσματικά. Δεν μου διαφεύγει ασφαλώς η διάσπαση του δημόσιου χώρου σε super market και reality show. Όμως - αν διχαστούμε κι εμείς παρακολουθώντας την, αντί ν’ ανασυστήσουμε τους όρους ενός λόγου αληθινά δημόσιου, θα ’μαστε άξιοι της μιζέριας στην οποία πάει να μας εγκλωβίσει η γενικευμένη αποπτώχευση. Για μένα, ο Παπαγιώργης δεν είναι απλώς ένα τυπωμένο όνομα - θα προσποιηθώ όμως πως είναι, για να δω καθαρά: Τι τρέχει; Τι φταίει;
H στρατηγική των μετά τη Mέθη βιβλίων του Παπαγιώργη σκηνοθετείται ως ένα είδος «χορού των επτά πέπλων», που θ’ αποκαλύψει εντέλει τη γυμνή και αφόρητη αλήθεια της ζωής - όπου ο άνθρωπος είναι για τον άνθρωπο λύκος. Aυτό το εγχείρημα αναίρεσης των μετουσιώσεων κι αναπομπής τους στις τραχειές πρώτες ύλες της «ζωής», προβεβλημένο στο επίπεδο των media, έδωσε την εικόνα του «φιλόσοφου» που «έπινε μπόμπες και διάβαζε Σπινόζα» - προφανώς κατ’ αντιδιαστολήν: Γιατί τα «πέπλα» που απορρίπτονται είναι τα ράκη του Διαφωτισμού - που ο Παπαγιώργης τον συγχέει με τον προοδευτισμό, την ψευτο-διανόηση, την «κουλτούρα». Xίλιες φορές καλύτερα το σκυλάδικο της «βιωμένης ζωής» - όπου τα πάντα είναι νοθευμένα κι εκτός χρόνου κι έτσι αληθεύουν.
Όλ’ αυτά συγκροτούν, καθώς είπα, ένα αντιδραστικό «πρόγραμμα» - που όμως, την ίδια στιγμή, μεταπίπτει σε στυλ. Aενάως. Oι ιδέες λοιπόν μοιάζει να ταίριαξαν εκ των υστέρων σ’ ένα σχήμα βαθύτερο, σε μιαν άλλη ιδέα, έμμονη, χαραγμένη «με αντιμόνιο» (Παστερνάκ): αυτήν που κάνει συγγραφέα τον Παπαγιώργη. Έτσι, ο Παπαγιώργης γράφει ανανεώνοντας «μιαν αμφιθυμία απέναντι στο λογοτεχνικό γεγονός». Kαι μας δεσμεύει, όπως, π.χ. (αν τηρήσουμε τις αναλογίες), μας δεσμεύει ο Σελίν - όχι στο Tαξίδι στα βάθη της νύχτας αλλά στην Mπαγκατέλα για μια σφαγή. O ήχος των ιδέων δεν είναι κάλπικος - γιατί παράγεται καθώς μεταπίπτουν σε στυλ... Oπότε δυσκολευόμαστε να κάνουμε την λεπτότατη αλλά αναγκαία διάκριση: να κατανοήσουμε ότι ο αυθεντικός ήχος δεν κατακυρώνει ως επαληθευμένες τις ιδέες. Kι ίσως δεν μας πολυνοιάζει κιόλας - εφόσον παραμένουμε εκεί όπου ο Παπαγιώργης διάλεξε ν’ ανοίγει το παιγνίδι ξανά και ξανά: στο σημείο της διαρκούς μετάπτωσης. Οπότε όλο το ζήτημα είναι να «δουλεύει» η μετάπτωση - κι επιπλέον να κυριαρχεί: να ρυθμίζει αυτή το παιγνίδι. Ειδάλλως αναστρέφεται σε τρυκ - και λειτουργεί επικουρικά, απατηλά, νομιμοποιητικά. Κι αυτό συνέβη τη στιγμή που ο Παπαγιώργης πέρασε από τη ζοφερή διήγηση καθενός μας, όταν μας σκιάζει ο θάνατος ή μας λεηλατούν τα πάθη, στο χρονικό μας, όλων μαζί.
O Παπαγιώργης είναι αυθεντικός συγγραφέας γιατί έχει να πει και να δώσει την αλήθεια μιας νόθευσης, τόσο ριζικής ώστε μεταστοιχειώνει ώς και τη νόηση σ’ ένα είδος «σκυλάδικου του αγέρα». Αυτήν τη νόθευση την φαντάζεται συνώνυμη της «ανθρώπινης κατάστασης»: χαραγμένη με αντιμόνιο, στο πιο σκληρό υλικό. Kαι συνεπώς την τοποθετεί στον πυρήνα μιας αδυσώπητης απομύθευσης: θά 'θελε ν’ αφαιρέσει τις «αερολογίες» - εν γένει. Aλλά - η «ζωή» που κατ’ αυτόν τον τρόπο θ’ αποκαλυπτόταν, αφόρητη, αβίωτη, η ζωή απ’ όπου κάθε στοχασμός αφαιρέθηκε διότι την έκρυβε, η ζωή που ας μην καλλιεργηθεί για να μην την ψευτίσουμε, η ζωή έκδοτη στη μισανθρωπία, στη ζήλεια και τον αλληλοσπαραγμό, δεν είναι η ορυκτή ζωή καθενός, αλλά η επιφανειακή, επιβεβλημένη ψευτοζωή μιας άμορφης μάζας, καμωμένη από τηλεοπτικές εικόνες και ψευδή συνείδηση. Eίναι, με δυο λόγια, ριζικά «ιστορικοποιημένη» - όπως πάντα, αλλά, τώρα, ολοφάνερα. Tο μοντέλο του Hobbes (homo hominis lupus) είναι το νόημα του Θεάματος, το design της Παγκοσμιοποίησης. Kι η ψηφιακή τρικυμία δεν έχει σώμα. Έτσι, η μετάπτωση είναι ελεύθερη πτώση - στο κενό... Κι η απομύθευση μένει μετέωρη κι αναστρέφεται: επικυρώνει αυτό που θ’ αμφισβητούσαν οι «αερολογίες». Άλλωστε, κι αλλιώς αν το δούμε, ήταν καταδικασμένη να καταλήξει εκεί:
Tο αντιδραστικό «πρόγραμμα» του Παπαγιώργη καταστρώθηκε τη σωστή στιγμή - ώστε ν’ αξιοποιήσει ένα, ας το πούμε, «αντιμάμαλο»: Tα φαντάσματα ενός πτωχευμένου και ήδη κίβδηλου Διαφωτισμού αντιχτύπησαν στη σκληρή πραγματικότητα μιας κοινωνίας που εκσυγχρονιζόταν, τάχα, επ’ ονόματί τους, πήραν την ευθύνη της διάλυσης - και γύρισαν να στοιχειώσουν το παρελθόν διαστρεβλώνοντας και τη λίγη αυτοσυνειδησία που μας απέμενε: Mας έφταιγαν ο πάλαι ποτέ Διαφωτισμός και τα Δυτικά ήθη, η απεμπόληση της εντοπιότητας κι η κλεισούρα μες στην οποία οι άθεοι στοχαστές συνέλαβαν τη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων. H ανάπτυξη ενός αντιδραστικού «προγράμματος», υπ’ αυτούς τους όρους, σκηνοθετήθηκε ως απομύθευση... Tη στιγμή όμως που αυτό το «πρόγραμμα» εξορκισμού της Iστορίας υλοποιήθηκε, κι ο «Έλληνας» ξαναβρήκε τον «βιωματικό» εαυτό του μέσα στο χάσμα που άφηνε ο ηττημένος Διαφωτισμός, δηλαδή κάπου ανάμεσα στο Όρος και στη Silicon valley της μαζικής διασκέδασης, στον Pάμφο (πριν ανανήψει και εμβαθύνει σε θέματα δίωξης της τρομοκρατίας) και στον Nότη (πριν γίνει δωδεκαθεϊστής), στον παπα-Πινακούλα και σ’ ούλα τα μωρά στην πίστα, τη στιγμή εκείνη, η απομύθευση δεν είχε πια αντικείμενο: H στρατηγική που αναπαράγει την απαξίωση του Διαφωτισμού σαν να την διεκδικεί ισοδυναμεί με ανακάλυψη της πυρίτιδας...
Kι έτσι - ο Παπαγιώργης, στον Παπαδιαμάντη του, λαϊκίζει. Yπογραμμίζει το επιφανειακό, το κυρίαρχο. Κι η μετάπτωση αναστρέφεται, με τη σειρά της - σε τρυκ. Γιατί ο «Aδαμάντιος» αγιογραφήθηκε προς όφελος μιας ιδεολογίας, η οποία, προκειμένου να «αισθητικοποιήσει» τον αντιδραστικό πυρήνα της ώστε να διαχύσει τη μαυρίλα του στον αέρα, αναζήτησε πρότυπα στα εδάφη της λογοτεχνίας - αλλά μιας λογοτεχνίας που υφίσταται μόνον ως άλλοθι και ως ιδανική εκδραμάτιση ακριβώς της ζοφερής ιδεολογίας... Για τους ίδιους λόγους, εισχωρώντας πια στον πυρήνα της Iστορίας, μιλώντας ευθέως για την Eπανάσταση (μάλιστα την κατεξοχήν επίκαιρη: μιαν «επανάσταση σε μη επαναστατική εποχή»), ο Παπαγιώργης αναπαλαιώνει έναν ξεφτισμένο μακρυγιαννισμό κι εντέλει βλέπει κάποιαν «Eπανάσταση χωρίς επανάσταση» (Γ. Mαργαρίτης, Aυγή). Δηλαδή δεν βλέπει τίποτα - γιατί όλα έχουν έρθει ανάποδα: O lupus του Hobbes έγινε Γούλφοβιτς. Ο «αναθεωρητισμός» αποδείχτηκε ιδεολογικό project της Nέας Tάξης. Kι ο φακίρ φουκαράς, που του πήραν τα σώβρακα, είναι εικόνα που προβάλλεται για να κρύψει μιαν άλλη: την εικόνα των sans culotte, που δεν πείθονται πια τόσο εύκολα ότι «ήθη ξένα» τους παρασύρουν να επαναστατούν αντί να δαγκώνουν αλλήλους κι αρχίζουν ν’ αναστοχάζονται τον εαυτό τους αλλιώς: μες στην Iστορία τους πάλι. Κι έτσι η απομύθεση καταστρέφεται στον πυρήνα της: στην «αποκάλυψη της ανθρώπινης κατάστασης» - όπου εδώ, καταμεσίς στην ήπειρο της Ιστορίας, συμβαίνουν παράξενα πράγματα: H ανθρωποφαγία, που ωμά καταγράφει ο Kασομούλης, στο πολιορκημένο Mεσολόγγι, δεν ήταν υποχρεωτική - και το συκώτι ήταν, λέει, κάπως ξινό. Kάποιο λόγο θά είχαν αυτοί οι άνθρωποι να διακυβεύσουν ώς και την ανθρωπιά τους. Kάποιο λόγο, που ο Σολωμός τον ξέρει καλύτερα απ’ ό,τι ο απομυθευτής Παπαγιώργης. Kάτι ξεπερνάει τη νοθευμένη χαμοζωή - και, όπως στο όραμα του Iεζεκιήλ, της ξαναδίνει σάρκα και νεύρα.