"Σημαντική για όλη την Ευρώπη" χαρακτήρισε τη δίκη της Χρυσής Αυγής η Έβελιν Χούιτεμπρεκ, μέλος του Κοινοβουλίου των Βρυξελλών, κατά τη χθεσινή εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στα γραφεία των Οικολόγων Πράσινων στην πλατεία Κουμουνδούρου με θέμα "Ευρωσκεπτικισμός, φασισμός, νεοναζισμός σήμερα στην Ευρώπη". Νωρίτερα μέσα στη μέρα, η Έβ. Χούιτεμπρεκ, μαζί με τον αν. υπουργό Περιβάλλοντος Γιάννη Τσιρώνη και τον βουλευτή Γιώργο Δημαρά έδωσαν το "παρών" στο Εφετείο Αθηνών ως αντιπροσωπεία του Ευρωπαϊκού Πράσινου Κόμματος για να παρακολουθήσουν τη δίκη, ενώ αργότερα συνάντησε την πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου. Οι παραπάνω ενέργειες έγιναν, σύμφωνα με την αντιπροσωπεία, ώστε να διερευνηθεί κάθε δυνατότητα για τη συντόμευση της δίκης.
Κατά την εκδήλωση, η Εβ. Χούιτεμπρεκ τόνισε ότι η στάση τής μητέρας του Παύλου Φύσσα, "η οποία δεν αγωνίζεται μόνο για το παιδί της, αλλά για τη Δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα" πρέπει να εμπνεύσει τις προοδευτικές πολιτικές δυνάμεις ώστε να αγωνιστούν με την ίδια φιλοσοφία για χτίσουν ξανά από την αρχή την Ευρώπη". Αποτέλεσμα της κοινωνικής παρακμής χαρακτήρισε την άνοδο της Ακροδεξιάς σε διάφορες χώρες της Ευρώπης ο Γ. Τσιρώνης, τονίζοντας ότι δεν μπορεί στις γειτονικές χώρες της Συρίας, όπως είναι ο Λίβανος και η Τουρκία, να φιλοξενούνται εκατομμύρια πρόσφυγες και η Ευρώπη να μην μπορεί να διαχειριστεί 200.000 πρόσφυγες. "Η Χρυσή Αυγή είναι εγκληματική οργάνωση και ονειρεύεται δικτατορίες" ανέφερε από την πλευρά του ο Γ. Δημαράς, που πρόσθεσε ότι για την αντιμετώπιση του φαινομένου χρειάζεται περισσότερη κοινωνική δικαιοσύνη, καλύτερη παιδεία και περισσότεροι πολιτικοί που θα κυκλοφορούν στον δρόμο χωρίς άνδρες ασφαλείας, "όπως ο Μουζάλας με το σακίδιό του".
Τον λόγο πήραν επίσης η Μαρία Πετεινάκη, εκπρόσωπος Τύπου των Οικολόγων Πράσινων, και η Χριστίνα Ευθυμιάτου, συντονίστρια της Εκτελεστικής Γραμματείας του κόμματος, που επισήμαναν από τη μεριά τους την ανάγκη να ερμηνευτεί αφενός το φαινόμενο του νεοναζισμού ως αποτέλεσμα της κοινωνικής παρακμής που διογκώθηκε μέσα σε συνθήκες κρίσης, αφετέρου να γίνει δουλειά τόσο στις γειτονιές όσο και σε κορυφαίο πολιτικό επίπεδο.