Απάντηση στους υποστηρικτές του διαχωρισμού Εκκλησίας και Κράτους επιχειρεί να δώσει ο αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος με το βιβλίο του «Η Απάντηση της Εκκλησίας στα μυθεύματα του Αντικληρικαλιστικού Λαϊκισμού» στρεφόμενος κυρίως εναντίον της Ελληνικής Ένωσης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Ο Ιερώνυμος παραθέτει ιστορικά ντοκουμέντα ως απάντηση στα θέματα που έχει θέσει η ΕΕΔΑ σχετικά με τη μισθοδοσία των κληρικών και την εκκλησιαστική περιουσία, ενώ σχολιάζει και τα όσα αναφέρει ο συνταγματολόγος Ν. Αλιβιζάτος στο βιβλίο του «Πραγματιστές, δημαγωγοί κι ονειροπόλοι».
Ο αρχιεπίσκοπος υποστηρίζει ότι ο επιχειρούμενος χωρισμός Εκκλησίας-Κράτους «στην πραγματικότητα λειτουργεί ως διαχωρισμός Έθνους και Εκκλησίας», κάτι που, όπως ισχυρίζεται «προσβάλλει την ίδια την αυτοσυνειδησία του Έθνους και της πατρίδος μας». Παράλληλα, ο Ιερώνυμος παραδέχεται ότι «κανείς δεν αρνείται τον εκσυγχρονισμό και την προσαρμογή της κρατικής νομοθεσίας προκειμένου να λειτουργούν σωστά οι θεσμοί», προειδοποιεί όμως ότι δεν θα πρέπει να υπονομεύονται οι θεσμοί που «διαφύλαξαν και συγκροτούν το Έθνος».
Ο αρχιεπίσκοπος διαμαρτύρεται γιατί η ΕΕΔΑ δεν συμπεριέλαβε ως μέλη της πνευματικές προσωπικότητες από τον χώρο της Εκκλησίας, εκτιμώντας ότι οι συγκεκριμένοι άνθρωποι «θα υποστήριζαν αξιόπιστα και ειλικρινώς τους καθαρούς διακριτούς ρόλους Εκκλησίας και Πολιτείας» κι ακόμα ότι «θα ανέτρεπαν τις δολιότητες και τα αμέτρητα ψεύδη της Επιτροπής, προκειμένου με λαϊκίστικο τρόπο να παρασύρουν τον λαό και τους κυβερνώντες».
Ιστορική αναδρομή των αποφάσεων για τη μισθοδοσία του κλήρου
Στο βιβλίο, το οποίο στάλθηκε σε όλους τους βουλευτές, ο Ιερώνυμος παραθέτει ιστορικά έγγραφα για την προσφορά της Εκκλησίας στη χώρα ήδη από την Επανάσταση του 1821 κι έχει λεπτομερείς αναφορές στις κυβερνητικές αποφάσεις για τη μισθοδοσία των κληρικών από την εποχή του Ι. Καποδίστρια, του Όθωνα και του Ελ. Βενιζέλου μέχρι τις κατοχικές και μετακατοχικές κυβερνήσεις και τη Χούντα.
Κοινή συνισταμένη όλων των λύσεων που επιχειρήθηκαν ήταν η μεταβίβαση τμήματος της εκκλησιαστικής περιουσίας, με τον αρχιεπίσκοπο να παραθέτει πίνακες με εκατοντάδες κτήματα της Εκκλησίας που απαλλοτριώθηκαν χωρίς αποζημίωση. Μάλιστα, κλείνει το βιβλίο με έναν πίνακα 68 κτημάτων που ανήκαν στην Ιερά Μονή Πετράκη και στα οποία εγκαταστάθηκαν βασικές υποδομές της πόλης των Αθηνών.