Καμία σχέση δεν έχει η επιστολή του επιτρόπου Έτινγκερ με τον διεθνή διαγωνισμό και την αδειοδότηση των τηλεοπτικών σταθμών στην Ελλάδα, ξεκαθάρισε χθες η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ερωτηθείσα κατά τη χθεσινή ενημέρωση του Τύπου στις Βρυξέλλες σχετικά με την επιστολή του Γερμανού επιτρόπου που διέρρευσε σε ελληνικά ΜΜΕ, η αρμόδια εκπρόσωπος της Επιτροπής Ναταλί Bαντιστάντ επιβεβαίωσε ότι στις 16 Ιουνίου η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έστειλε επιστολή επίσημης προειδοποίησης στην Ελλάδα «εκφράζοντας ανησυχίες σχετικά με πρόσφατες νομοθετικές αλλαγές στον τομέα των τηλεπικοινωνιών». Ωστόσο οι λόγοι για τους οποίους εγκαλείται η Ελλάδα αφορούν κυρίως την ανεξαρτησία της εθνικής ρυθμιστικής αρχής τηλεπικοινωνιών, καθώς και το εύρος του φάσματος εκπομπής το οποίο έχει αγοράσει με διεθνή διαγωνισμό η εταιρία Digea.
Όπως ανέφερε η ίδια εκπρόσωπος, η Επιτροπή επί της ουσίας εξέφρασε τις ανησυχίες της για τη δυνατότητα της κυβέρνησης να αποσύρει κάποιες συχνότητες από την εταιρεία Digea, στην οποία έχουν ήδη διατεθεί. Το φάσμα των συχνοτήτων, όμως, δεν πρέπει να συνδέεται με τις άδειες περιεχομένου των τηλεοπτικών καναλιών, εξήγησε.
«Αυτή η διαδικασία επί παραβάσει δεν έχει καμία σχέση με την παροχή αδειών στους παρόχους περιεχομένου. Οι διαδικασίες για την παροχή αδειών περιεχομένου σε τηλεοπτικά κανάλια δεν έχουν εναρμονιστεί σε επίπεδο Ε.Ε.» ξεκαθάρισε η Ν. Βαντιστάντ και κατέληξε λέγοντας πως τα κράτη - μέλη είναι «ελεύθερα» να επιλέξουν τη διαδικασία αδειοδότησης των καναλιών που θα ακολουθήσουν, συμπεριλαμβανομένης της αρχής που θα διεξαγάγει τον διεθνή διαγωνισμό. Η ίδια διευκρίνισε ότι αυτές οι διαδικασίες πρέπει να είναι συμβατές με το εθνικό και ευρωπαϊκό δίκαιο, τα οποία περιλαμβάνουν την «ελευθερία παροχής υπηρεσιών και εγκατάστασης όπως ορίζονται στη Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ένωσης».
Σε ό,τι αφορά το συγκεκριμένο σημείο, πηγές της Επιτροπής εξηγούσαν χθες πως υπάρχει καταγγελία της Ένωσης Τηλεοπτικών Σταθμών Εθνικής Εμβέλειας που αφορά τον διεθνή διαγωνισμό αυτό καθεαυτό και τον τρόπο αδειοδότησης των καναλιών, η οποία όμως βρίσκεται υπό εξέταση από τις αρμόδιες υπηρεσίες της Επιτροπής και δεν έχει βγει ακόμα το σχετικό πόρισμα.