ΡΕΠΟΡΤΑΖ: ΦΟΙΒΟΣ ΚΛΑΥΔΙΑΝΟΣ
Με ήσυχη τη “συνείδησή” της για την πρόταση του νέου εκλογικού νόμου -ή σωστότερα το δύο νέων εκλογικών διατάξεων- που κατέθεσε σε διαβούλευση την Παρασκευή, η κυβέρνηση αναμένει την τελική στάση των κομμάτων τής αντιπολίτευσης. Καταληκτική ημερομηνία για την ψηφοφορία είναι η 24η Ιουλίου, κατά την οποία εορτάζεται η επέτειος της αποκατάστασης της Δημοκρατίας.
Στον ΣΥΡΙΖΑ υπάρχει ικανοποίηση για το γεγονός ότι η κυβέρνηση πέρασε σε νομοσχέδιο μια πάγια θέση τής Αριστεράς, δηλαδή την κατάργηση του μπόνους στο πρώτο κόμμα. Επίσης, δίνει ψήφο στους δεκαεφτάρηδες, καθεστώς το οποίο ισχύει έως τώρα μόνο στην Αυστρία και για περιφερειακές εκλογές στην Γερμανία και την Ελβετία, μολονότι από το 2011 υπάρχει “παροτρυντικό” ψήφισμα της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης σε αυτή την κατεύθυνση. Η πρόταση των δύο σημείων της κυβέρνησης έχει, επιπλέον, τη βούλα της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ, που συνεδρίασε το προηγούμενο σαββατοκύριακο, και τη σύμφωνη γνώμη του κυβερνητικού εταίρου της, των ΑΝ.ΕΛΛ. Σε σχέση με κριτικές που ασκούνται στην κυβέρνηση για τη διατήρηση του πλαφόν εισόδου στο 3%, στον ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται να μην τις συμμερίζονται. Αντίθετα, υπήρχε μεγάλος σκεπτικισμός για τον κίνδυνο να δίνονταν η ευκαιρία να μπαίνουν στη Βουλή σχήματα που δεν θα είχαν άλλη πολιτική παρακαταθήκη από ισχυρούς “χορηγούς”.
Παράλληλα, η κυβέρνηση είναι απολύτως ικανοποιημένη από το γεγονός ότι η πρόταση που κατέθεσε έχει -επί της ουσίας- κερδίσει ευρεία συναίνεση των κομμάτων και των πολιτών, ανεξάρτητα από το αν κάποιοι θα επιλέξουν να κρυφτούν πίσω από προφάσεις για να διατηρήσουν το σκληρό αντιπολιτευτικό τους προφίλ. Εξάλλου, το βάρος σε μια τέτοια περίπτωση θα πέσει πάνω στα κόμματα που θα απαρνηθούν θέσεις που είχαν διατυπώσει ξεκάθαρα στο πρόσφατο παρελθόν. Ήδη, στη Δημοκρατική Συμπαράταξη έχει εξαγγελθεί διαφοροποίηση βουλευτών μπροστά σε αυτό το ενδεχόμενο, ενώ δεν αποκλείεται να συμβεί κάτι τέτοιο και στο Ποτάμι, στο οποίο υπάρχουν βουλευτές που ζητούσαν την απλή αναλογική παραπάνω από τέσσερις δεκαετίες, ως στελέχη της Αριστεράς.
Από την άλλη μεριά, το ΚΚΕ, αν επιμείνει στη γραμμή “όλα ή τίποτα”, θα βρεθεί σε μια μείζονα αναντιστοιχία με τη βάση του. Σύμφωνα με τη δημοσκόπηση της “Αυγής”, που δημοσιεύτηκε την Τρίτη, οι ψηφοφόροι του τάσσονται σε ποσοστό 89% υπέρ της απλής αναλογικής. Το πρόβλημα αυτό αφορά και τα κόμματα του Κέντρου, καθώς οι ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ τοποθετούνται υπέρ της απλής αναλογικής κατά 57% και του Ποταμιού κατά 49%, ενώ το σύνολο του εκλογικού σώματος τάσσεται υπέρ με ποσοστό 58% (έναντι 32% κατά).
Η κυβέρνηση επιδίωξε και επιδιώκει ακόμα να συγκεντρωθούν οι 200 ψήφοι βουλευτών που οδηγούν στο να ισχύσει ο εκλογικός νόμος από τις επόμενες εκλογές. Σε αυτή τη γραμμή, η κυβερνητική εκπρόσωπος Όλγα Γεροβασίλη δήλωσε την Παρασκευή πως η πρόταση της κυβέρνησης αποτελεί τον “κοινό τόπο μεταξύ των προοδευτικών δυνάμεων” και κάλεσε τα άλλα κόμματα “να αναλάβουν την πολιτική και ηθική ευθύνη που τους αναλογεί”, ενώ ανακοίνωση στο ίδιο κλίμα εξέδωσε και η Κουμουνδούρου.
Κάτι τέτοιο θα ενίσχυε την ηγεμονική θέση του ΣΥΡΙΖΑ και θα τον έθετε σε προτεραιότητα στην κούρσα αναδιάταξης του πολιτικού σκηνικού έναντι της Ν.Δ. Ωστόσο, οι προθέσεις της κυβέρνησης δεν έχουν καμία σχέση με όσα ισχυρίζεται ο Κυριάκος Μητσοτάκης, δηλαδή ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ψάχνει τρόπο να μπλοκάρει τη αυτοδυναμία της Ν.Δ. στις επόμενες εκλογές. Αντιθέτως, στον ΣΥΡΙΖΑ παραμένει κυρίαρχη η εκτίμηση ότι το κόμμα θα βρίσκεται στην πρώτη θέση. Γι' αυτό και αρκετοί υποστήριζαν ότι δεν υπάρχει λόγος να κατατεθεί στην παρούσα φάση ο εκλογικός νόμος. Επίσης, υπάρχει πάντα το “μαξιλάρι” των 153 κυβερνητικών βουλευτών που οδηγεί στην εφαρμογή του νόμου από τη μεθεπόμενη φορά.
Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να επισημανθεί ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έκανε μια ουσιαστική χειρονομία προς τον χώρο του Κέντρου, δίνοντάς του την ευκαιρία να καταστεί βιώσιμος πολιτικά ως ενδεχόμενος κυβερνητικός εταίρος σε μελλοντικές κυβερνήσεις, αλλά και να αντιστοιχιθεί με την τάση που φαίνεται να διαμορφώνεται σε άλλες χώρες της Ευρώπης. Φαίνεται όμως ότι αντί αυτού, το Κέντρο προτιμά να διατηρήσει την ίδια ασταθή, προσωρινή και θνησιγενή εσωτερική ισορροπία. Το παράδειγμα της εξαΰλωσης της ΔΗΜ.ΑΡ. μετά από χρόνια αμφιταλαντεύσεων είναι, όμως, υπαρκτό.