Από τη στιγμή που βγήκαν τα αποτελέσματα του βρετανικού δημοψηφίσματος, τόνοι μελανιού και εκατομμύρια τηλεοπτικών λεπτών καταναλώθηκαν σε ολόκληρο τον κόσμο για να ερμηνεύσουν: τα αίτια της επιλογής των Βρετανών και τις επιπτώσεις που θα επιφέρει το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος. Και φυσικά άλλοι αναρωτιούνταν και άλλοι προεξοφλούσαν τη στάση που θα υιοθετήσουν οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι απέναντι στους Βρετανούς κατά την πορεία υλοποίησης της απόφασης του δημοψηφίσματος. Γράφτηκαν και ειπώθηκαν τα πάντα. Όλοι είχαν μία άποψη για το τι έχει στο μυαλό του ο Κάμερον, η Μέρκελ, ο Ολάντ, ο Ρέντζι, ο Σόιμπλε... Και την κατέθεταν στο χαρτί και στον αέρα.
Για να είμαι ειλικρινής, όλη αυτή η κατάσταση παρέπεμπε μάλλον σε τραπέζι αμέσως μετά την κηδεία. Εκεί όπου οι "θλιμμένοι" παραμερίζουν τον πόνο τους και για να ξεσκάσουν (;) μιλούν για όλα τα άλλα εκτός από τον μακαρίτη. Και για να κρατήσουν τα προσχήματα, ανάμεσα στα σχέδια για την καλοκαιρινή απόδραση στο χωριό -γιατί για πληρωμένες διακοπές ούτε λόγος να γίνεται- και ρουφώντας την τελευταία κουταλιά της ψαρόσουπας, ανασύρουν από το παρελθόν -πραγματικές ή φανταστικές- ιστορίες με τον μακαρίτη.
Θα σκεφτείτε -δικαιολογημένα- τι σχέση μπορεί να έχει ο δημόσιος διάλογος για το Brexit με μια κηδεία. Κάποιοι θα ισχυριστούν ότι για κάποιους η βρετανική αποχώρηση προκάλεσε... θλίψη σε πολλούς Ευρωπαίους, οι οποίοι θεωρούν ότι η ευρωπαϊκή γειτονιά μπορεί να αποδομηθεί από τη βρετανική έξοδο.
Το δίχως άλλο, ο ισχυρισμός αυτός δεν στερείται ισχυρών επιχειρημάτων αφού μία ενιαία Ευρώπη χωρίς τη Βρετανία είναι όπως ένα φαγητό χωρίς αλάτι και μπαχαρικά. Όμως το σκεπτικό αγνοεί (;) μία σημαντική παράμετρο του προβλήματος: τα αίτια που οδήγησαν την πλειονότητα των Βρετανών ψηφοφόρων να επιλέξουν την έξοδο αντί της παραμονής. Αν σε αυτή τη -δίχως άλλο- σύνθετη πολιτική συνάρτηση προσθέσει κανείς και αυτή την παράμετρο, τότε πιθανότατα να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τόσο στο Brexit όσο και στις κηδείες η υποκρισία και η επιπολαιότητα κυριαρχούν.
Αλλά ας πάμε τα πράγματα από την αρχή. Σίγουρα θα πρέπει να είναι κανείς υποκριτής και επιπόλαιος αν δεν παραδεχθεί ότι αυτό που έγινε την προηγούμενη εβδομάδα στη Μεγάλη Βρετανία δεν ήταν ούτε τυχαίο ούτε απρόβλεπτο. Κάποια στιγμή, σε κάποιο μέρος της Ευρώπης θα γινόταν, διότι αυτοί που διαφεντεύουν την Ευρώπη όταν ξέσπασε η καταιγίδα της οικονομικής και προσφυγικής κρίσης έκαναν ξεκάθαρο το ευρωπαϊκό τους όραμα. Και το όραμά τους για την Ε.Ε. δεν είναι άλλο από μια ήπειρος που θα δουλεύει γι' αυτούς. Το γεγονός ότι αυτό το πάρτι ξεκίνησε από τη Βρετανία οφείλεται σε λάθος υπολογισμούς της ηγεσίας της, η οποία πιθανώς υποεκτίμησε το γεγονός ότι οι συνθήκες για ένα ηχηρό Out ήταν πιο πρόσφορες σε σχέση με τα κράτη της ηπειρωτικής Ευρώπης.
Δεν χρειάζεται να είναι κανείς ιστορικός για να ξέρει ότι από τη δεκαετία του 1960 αυτό που διαφοροποιεί το νησί από τον κορμό της Ευρώπης ήταν η επιφυλακτικότητα. Πολλοί Βρετανοί ηγέτες, αλλά και κορυφαίες προσωπικότητες της ηπειρωτικής Ευρώπης, αντιμετώπιζαν τη σχέση με καχυποψία. Από πού να ξεκινήσει κανείς: από τον Ντε Γκωλ, που ήταν αντίθετος στην ένταξη της Βρετανίας στην ΕΟΚ; Από τη Θάτσερ, που έβλεπε τη δύναμη της Γερμανίας να αυξάνεται τόσο πολύ ώστε να απειλεί να γίνει ο γίνει ο επόμενος Ευρωπαίος "αυτοκράτορας"; Και αυτό το κλίμα σιγόβραζε όλα αυτά τα χρόνια, καθιστώντας τη Βρετανία μια "ιδιαίτερη περίπτωση".
Επίσης, δεν χρειάζεται να είναι κανείς διεθνολόγος για να γνωρίζει ότι οι Βρετανοί είναι απρόβλεπτοι. Αυτή η «ιδιαιτερότητα», άλλωστε, έχει αποδειχθεί τον τελευταίο καιρό πολλές φορές. Πιο πρόσφατη απόδειξη η εκλογή του ηγέτη των Εργατικών. Ήταν μια επιλογή στην οποία συγκρούστηκαν οι ελίτ με τους απλούς ανθρώπους και φυσικά οι πολλοί αδιαφόρησαν για τις ελίτ και έκαναν μια επιλογή με προδιαγραφές εκ διαμέτρου διαφορετικές με εκείνες του Μπλερ.
Και φυσικά δεν χρειάζεται να είναι κανείς πολιτικός επιστήμονας για να συνειδητοποιήσει ότι αυτή η "επανάσταση" των πολλών εναντίον των ελίτ έχει πολύ βαθιές ρίζες, καθώς αντανακλά τις ανισότητες που πλέον στη βρετανική κοινωνία γίνονται όλο και βαθύτερες. Κατ' αρχήν, υπάρχει η αίσθηση ότι οι Βρετανοί πολιτικοί καθορίζουν τα αγγλικά συμφέροντα με βάση εκείνα του Λονδίνου. Αποτέλεσμα; Όλο και περισσότερο οι κάτοικοι των βορειοανατολικών, βορειοδυτικών και νοτιοδυτικών περιοχών υιοθετούν τις δικές τους ιδέες αναφορικά με την ταυτότητα, αμφισβητώντας το κατά πόσον υπάρχει λόγος να δείχνουν εμπιστοσύνη σε ένα βρετανικό κράτος που παρέχει λιγότερες υπηρεσίες καθημερινής ωφέλειας, ενώ διαιωνίζει αρνητικές συζητήσεις σχετικά με την εξάρτηση από την περιφερειακή κοινωνική πρόνοια, απορρίπτοντας την αξία των περιοχών αυτών στο ευρύτερο καθεστώς του κράτους.
Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, λοιπόν, αντιπροσωπεύει το αποτέλεσμα που προκύπτει όταν αναμειχθούν αυτά τα τρία εκρηκτικά υλικά: η επιφυλακτικότητα, η αντιπαλότητα και η περιθωριοποίηση. Και από εδώ και πέρα αρχίζουν οι ομοιότητες μεταξύ της Βρετανών με πολλούς λαούς της ηπειρωτικής Ευρώπης. Σήμερα το αποτύπωμα των επιπτώσεων από την πολιτική της ανισότητας και η αίσθηση ότι οι πολιτικές ελίτ δεν αντιπροσωπεύουν τον απλό καθημερινό άνθρωπο είναι μια πραγματικότητα που σίγουρα δεν είναι αγγλικό "προνόμιο". Και εκεί ακριβώς εντοπίζεται η υποκρισία των σημερινών ηγετών της Ε.Ε., οι οποίοι, με τις πολιτικές που επιβάλλουν, παίζουν την Ευρώπη στα ζάρια. Η Βρετανία ήταν γι' αυτούς μια καταστροφική ζαριά. Θα περίμενε λοιπόν κανείς τουλάχιστον μία λέξη αυτοκριτικής. Αντ' αυτού βιώσαμε την ποδοσφαιρική τακτική των «καθυστερήσεων και των διαμαρτυριών στον διαιτητή».
Οι δηλώσεις που έκαναν οι Ευρωπαίοι ηγέτες τις ημέρες που ακολούθησαν το δημοψήφισμα σίγουρα προκαλούν οργή για την υποκρισία τους και πανικό για το μέλλον της Ευρώπης. Όλοι τους, είτε άμεσα είτε έμμεσα, προσπάθησαν να παρουσιάσουν το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος ως επιλογή ενός "ιδιόρρυθμου" λαού και παρέκαμψαν με πραγματικά μαεστρικό τρόπο οποιαδήποτε αναφορά στα πραγματικά αίτια της ψήφου εξόδου. Και φυσικά χαρακτηρίζοντας κάποιον ιδιόρρυθμο γλιτώνεις τη βάσανο να ασχοληθείς με αυτόν. Την άποψη του, τη γνώμη του και κυρίως τη στάση του.
Αποφεύγοντας όμως την ουσία, το μόνο κέρδος είναι... λίγος χρόνος. Όλα δείχνουν ότι είναι πολύ πιθανόν, πλέον, η κλεψύδρα να αδειάζει πολύ γρηγορότερα απ' όσο νομίζουν οι πολιτικοί και οι γραφειοκράτες του Βερολίνου και των Βρυξελλών. Οι πολιτικές τους έχουν ήδη γίνει λίπασμα για τους δεξιούς λαϊκιστές. Οι φωνές για Frexit και Νexit είναι δεδομένο ότι θα πληθαίνουν, θα απλώνονται και θα δυναμώνουν. Δυστυχώς, με τη στρατηγική της υποταγής που έχουν επιβάλει ο Σόιμπλε και οι ημέτεροι προκειμένου να προωθήσουν το σχέδιο των ομόκεντρων ευρωπαϊκών κύκλων έχουν αφήσει τις κοινωνίες ανυπεράσπιστες απέναντι στον δεξιό λαϊκισμό.
Πλέον η προοπτική μιας Ευρώπης που θα κινείται για πολύ καιρό σε περιβάλλον ανασφάλειας φαντάζει αναπόφευκτη. Και αυτό διότι το «βρετανικό μάθημα» όχι μόνο δεν φαίνεται να συνέτισε κανέναν, αλλά αντιθέτως έγινε αφορμή για μία ακόμη επίδειξη αδιαλλαξίας από τους ιέρακες του Βερολίνου, οι οποίοι έκριναν πως οποιαδήποτε υποχώρηση από τις πολιτικές των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών θα εκλαμβάνονταν ως αδυναμία. Ε, αν αυτό δεν είναι πολιτική επιπολαιότητα, τότε τι άλλο μπορεί να είναι;
Δυστυχώς για τους σημερινούς ηγέτες της Ευρώπης -αλλά και για εμάς τους κοινούς θνητούς- οι ομοιότητες μεταξύ της κηδείας και της πολιτικής σταματούν στο... τραπέζι. Στην περίπτωση της κηδείας, λίγο αφού σηκωθούν από το τραπέζι, όλοι ξεχνούν τον μακαρίτη. Αντίθετα, στην περίπτωση της πολιτικής, οι κοινωνίες και οι άνθρωποι λειτουργούν αυτόνομα και ανεξάρτητα με βάση τα προβλήματα που έχουν να αντιμετωπίσουν και τα συμφέροντά τους. Αυτά είναι πολύ πιο ισχυρά και πιο ανθεκτικά από τα λόγια και τις συμφωνίες που εκτυλίσσονται στα τραπέζια των συμβουλίων κορυφής. Αν, μάλιστα, οι υπεύθυνοι ηγέτες φερθούν με επιπολαιότητα και υποκρισία και προσπαθήσουν να αγνοήσουν την πραγματικότητα, τότε, όταν έρθει η ώρα του λογαριασμού, θα αναρωτιούνται γι' αυτά που γράφει το χαρτάκι.