Στοπ στην απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, με τη χαρακτηριστική φράση «η ανάπτυξη δεν μπορεί να στηριχθεί στη συντριβή της εργασίας», έβαλε ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας θυμίζοντας χθες βράδυ στο συνέδριο του "Economist" ότι διεθνώς οι πιο ανταγωνιστικές χώρες είναι εκείνες που δίνουν στους εργαζομένους τους τούς υψηλότερους μισθούς. Ταυτοχρόνως ζήτησε να τολμήσουμε να ανοίξουμε τη συζήτηση για πρωτογενή πλεονάσματα 1,5% - 2%.
Χαμηλές αμοιβές, χαμηλότερη παραγωγικότητα
Αναλυτικός στο θέμα των εργασιακών σχέσεων και αμοιβών, ο πρωθυπουργός επικαλέστηκε την παράμετρο της ανταγωνιστικότητας για να υπογραμμίσει: «Η επίθεση στον βασικό μισθό και τα εργασιακά κεκτημένα είναι ο ολισθηρός δρόμος που οδηγεί σ’ έναν ανταγωνισμό προς τα κάτω, με χαμηλότερες αμοιβές και συνεχή παραγωγική υποβάθμιση. Ενδεικτικά για την περίπτωσή μας, από το 2009 οι αμοιβές στην Ελλάδα μειώθηκαν κατά 25 δισεκατομμύρια ευρώ και η συνολική ζήτηση κατά 53 δισεκατομμύρια. Όμως οι εξαγωγές αυξήθηκαν μόλις κατά 3,8 δισεκατομμύρια ευρώ (2014). Το εύρημα αυτό γίνεται πιο ενοχλητικό αν αναλογιστούμε ότι οι βασικές χώρες - προορισμοί για τα προϊόντα μας, το ίδιο διάστημα, αύξησαν τη ζήτησή τους για εισαγωγές» είπε.
Για να κορυφώσει την πολιτική αντεπίθεσή του, σημείωσε: «Δεν μπορεί η ανάπτυξη να στηριχθεί στη συντριβή της εργασίας. Και αυτό το 'δεν μπορεί' έχει δύο έννοιες: Δεν μπορεί σημαίνει ότι δεν είναι αντικειμενικά δυνατό, αλλά ταυτόχρονα έχει και μια πολιτική, ηθική, κανονιστική διάσταση. 'Δεν μπορεί': δηλαδή δεν πρέπει να το επιτρέψουμε. Και δεν θα το επιτρέψουμε. Κατά τραγική ειρωνεία -συνέχισε- οι επιστημονικοί σύμβουλοι του Ταμείου (σ.σ.: ΔΝΤ) αμφισβητούν τώρα την αποτελεσματικότητα τέτοιων συνταγών σε μια χώρα που βρίσκεται σε ύφεση. Εμείς, όταν επιμέναμε από την αρχή της κρίσης, ήμασταν οι ακραίοι. Ας είναι...».
Σε άλλο σημείο της ομιλίας του, μιλώντας για την ανεργία και την κατακερματισμένη αγορά εργασίας, παρατήρησε παρουσιάζοντας, εμμέσως πλην σαφώς, την πολιτική της κυβέρνησης από εδώ κι εμπρός: «Η επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων εργασίας είναι εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση για να επιστρέψει το ρυθμιστικό και προστατευτικό πλαίσιο της αγοράς εργασίας στην κανονικότητα. Να μπει ένα τέλος στην κατάσταση εξαίρεσης που επικρατεί στην αγορά εργασίας τα τελευταία έξι χρόνια -και αυτό δεν αποτελεί μια ιδεοληπτική εμμονή της Αριστεράς. Αντιθέτως έχει αποδειχθεί ότι συμβάλλει με θετικό τρόπο στην αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας και στην ανταγωνιστικότητα. Δεν είναι καθόλου τυχαίο εξάλλου ότι στη λίστα με τις πλέον ανταγωνιστικές χώρες του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ του Νταβός, στις κορυφαίες θέσεις, φιγουράρουν χώρες με αυστηρότατη ρύθμιση της αγοράς εργασίας αλλά και με υψηλότατους μισθούς», δήλωσε και κατέληξε: «Μέχρι και οι εργοδοτικοί φορείς θεωρούν ότι το διαλυτικό πλέγμα μέτρων που εφαρμόστηκε κατά τα προηγούμενα χρόνια της κρίσης είναι υπερβολικό και οφείλει να αντιστραφεί», ανέφερε κλείνοντας την αναφορά του αυτή.
Στοχευμένες δημόσιες επενδύσεις για ιδιωτικές επενδύσεις
Αξίζει να σημειωθεί ότι μετά το θέμα αυτό ο πρωθυπουργός στάθηκε στο θέμα των επενδύσεων: «Για την αντιστροφή, όμως, της κατάστασης είναι απαραίτητη η ανάκαμψη των ιδιωτικών επενδύσεων. Αλλά ιδιωτικές επενδύσεις μπορούν να συμπαρασύρουν μόνο στοχευμένες δημόσιες επενδύσεις που θα δημιουργήσουν κλίμα γενικευμένης ανάκαμψης. Γι' αυτό, για δεύτερη συνεχόμενη φορά, επιδιώξαμε και καταφέραμε ν’ αυξήσουμε το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων κατά 250 εκατομμύρια ευρώ και για το 2017 έφτασε στο 1 δισεκατομμύριο ευρώ» υπογράμμισε, παρουσιάζοντας τον στόχο για το 2019-20, που είναι το ΠΔΕ να ανέβει στο 1,25 δισεκατομμύριο ευρώ. Κλειδί, παρενθετικώς, για την προσέλκυση των επενδύσεων από το εξωτερικό είναι η προηγούμενη ψήφος εμπιστοσύνης, την οποία οι Έλληνες επενδυτές πρέπει να δώσουν.
Στο πλαίσιο των δραστικών αλλαγών στο κράτος ο Αλ. Τσίπρας ξεδίπλωσε τα νομοθετήματα που θα έλθουν προς ψήφιση μέσα στο καλοκαίρι: πλέγμα παρεμβάσεων για πάταξη λαθρεμπορίου καυσίμων και τσιγάρων, φορολόγηση αδήλωτων εισοδημάτων, απόδοση ΦΠΑ μέσω ηλεκτρονικών συναλλαγών και το περιουσιολόγιο έως το τέλος του έτους. Είχε προηγηθεί η αναφορά του σε αυτά που κέρδισε η παρούσα κυβέρνηση για λογαριασμό των πολιτών της: έξοδος από την εκκρεμότητα, περιθώρια αισιοδοξίας για οριστική έξοδο από την κρίση.
"Να ανοίξει η συζήτηση για πλεονάσματα 1,5% - 2%"
Η έξοδος πρέπει να συνοδευτεί από την εξειδίκευση των μέτρων της συμφωνίας για το χρέος και την αναθεώρηση προς τα κάτω των στόχων για τα πρωτογενή πλεονάσματα μετά το 2018. Ή, όπως είπε ο πρωθυπουργός, «όλοι αναγνωρίζουν, είτε δημοσίως είτε ιδιωτικώς, ότι είναι απολύτως αδύνατον να διατηρηθούν πρωτογενή πλεονάσματα ύψους 3,5% μετά το 2018 αν δεν θέλουμε να πνίξουμε την ελληνική οικονομία και αν δεν θέλουμε να δημιουργήσουμε συνθήκες διαρκούς και μακροχρόνιας στασιμότητας".
"Τα πρωτογενή πλεονάσματα, με δεδομένα τα αποτελέσματα της υφεσιακής εξαετίας σε κράτος, κοινωνία και εργαζόμενους, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνουν το 1,5% με 2%. Αυτό είναι κοινό μυστικό. Ας μην κάνουμε ότι ξαφνιαζόμαστε ή ότι ανακαλύπτουμε την Αμερική όταν μιλάμε γι' αυτό. Άρα ας τολμήσουμε να ανοίξουμε τη συζήτηση» ζήτησε και στηλίτευσε την υποκρισία της συμφωνίας του 2012 για πρωτογενή πλεονάσματα 4,5%. Παρά δηλαδή «το γεγονός ότι όλοι γνώριζαν πως κάτι τέτοιο είναι αδύνατον και οικονομικά και κοινωνικά, προσποιούνταν ότι όλα πηγαίνουν καλά. Αυτή την πρακτική της μετάθεσης του προβλήματος και της προσποίησης οφείλουμε όλοι να τη σταματήσουμε». Ενώ σε άλλο σημείο πέρασε και ένα μήνυμα για τον φθινοπωρινό γύρο διαπραγμάτευσης με τους εταίρους: «Δεν υπάρχει περιθώριο για καθυστερήσεις».