Βρυξέλλες. Της Χριστίνας Βασιλάκη
«Έγινε αυτό που είχε ανάγκη η Ελλάδα και ήθελαν οι πιστωτές της. Η Ελλάδα γυρίζει σελίδα βάζοντας ένα τέλος στον φαύλο κύκλο των προηγούμενων ετών». Με αυτή τη φράση ο Έλληνας υπουργός Οικονομικών, Ευκλείδης Τσακαλώτος συνόψισε το αποτέλεσμα του τελευταίου Eurogroup, ενώ για πρώτη φορά φάνηκε πως την άποψή του συμμερίζονται όχι μόνο οι γνωστοί «φίλοι» της Αθήνας, αλλά και όσοι μέχρι σήμερα είχε συνηθίσει να έχει απέναντί της.
Και αυτό γιατί το γερμανικό «άγχος» να μην συμπέσει μια νέα ελληνική κρίση με το βρετανικό δημοψήφισμα, η εφαρμογή από την ελληνική κυβέρνηση σχεδόν κατά γράμμα της συμφωνίας του καλοκαιριού και οι πιέσεις του ΔΝΤ έφεραν την Ελλάδα κοντά στην εκταμίευση μιας ενισχυμένης δόσης δανείου της τάξης των 10 δισ., ενώ παράλληλα πραγματοποιήθηκε και η πολυπόθητη έναρξη της συζήτησης για το ελληνικό χρέος.
Ωστόσο, είναι ξεκάθαρο πως οι «μάχες» μεταξύ των συχνά αντικρουόμενων συμφερόντων δεν έχουν τελειώσει, ενώ για κάποιους παρατηρητές στις Βρυξέλλες η εικόνα της λεπτής γραμμής στην οποία ισορροπούν τόσες πολλές διαφορετικές επιδιώξεις και απόψεις κρύβει πάντα τον κίνδυνο της ξαφνικής πτώσης.
Συγκεκριμένα, όσο κι αν σύσσωμες οι Βρυξέλλες εκφράζουν την «πεποίθηση» ότι στις 24 Μαΐου θα επιτευχθεί μια λύση - πακέτο για αξιολόγηση, χρέος και ΔΝΤ, η πραγματικότητα είναι ότι το ΔΝΤ κρατάει κλειστά τα χαρτιά του. Αυτό σημαίνει ότι ακόμα και το σκληρό μπλοκ του Eurogroup είναι αναγκασμένο να εξετάσει το ενδεχόμενο η συμφωνία να μην περιλαμβάνει την πλήρη συμμετοχή του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα, τουλάχιστον σε αυτή τη φάση.
Είναι χαρακτηριστική, άλλωστε, η μετατόπιση της Σλοβακίας σε πιο μετριοπαθή θέση στο ζήτημα. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως ξαφνικά το ΔΝΤ έγινε περιττό για τη Γερμανία και τις υπόλοιπες χώρες που χρειάζονται την υπογραφή του για να περάσουν τη συμφωνία από τα κοινοβούλιά τους ούτε ότι το Ταμείο θα σταματήσει να πιέζει για μια πραγματικά φιλόδοξη αναδιάρθρωση του χρέους, έστω και από τη θέση του «τεχνικού συμβούλου».
Κάντε το όπως με τη Γερμανία
Αυτό οι Βρυξέλλες το γνωρίζουν καλά και γι' αυτό ευελπιστούν πως μια «συνολική συμφωνία» τελικά θα επιτευχθεί. Μάλιστα, Ευρωπαίος αξιωματούχος, κατά τη διάρκεια συνομιλίας που είχε με Γερμανό δημοσιογράφο σχετικά με την πρόταση του ESM για επιμήκυνση της περιόδου χάριτος και των ωριμάνσεων, έσπευσε να του υπενθυμίσει (για να το μεταφέρει στους αναγνώστες του, εάν τους φανεί ότι η αποπληρωμή των δανείων θα γίνει στο «μακρινό μέλλον», όπως είπε) πως τα δάνεια που είχε πάρει η Γερμανία το 1953 αποπληρώθηκαν το 2008.
Πάντως, επί της ουσίας, αυτό που ξέρουν καλά οι ιθύνοντες είναι ότι μια καλή για την Ελλάδα συμφωνία για το χρέος θα κριθεί από το επενδυτικό ενδιαφέρον. Επικεφαλής οικονομολόγος μεγάλης επενδυτικής τράπεζας του Βελγίου σχολίαζε στην «Α» ότι προς το παρόν δεν υπάρχει απάντηση στο τι θα γίνει με το χρέος της Ελλάδας και πως η επιμήκυνση των ωριμάνσεων πρέπει να ξεπεράσει τα δέκα χρόνια για να ξεκινήσει η επενδυτική δραστηριότητα. Σχολιάζοντας την εν λόγω θέση, πηγή των Βρυξελλών σημείωνε πως «οι επενδυτές πάντα θα ζητούν περισσότερα», ωστόσο πρέπει «να λάβουμε υπόψη μας τι είναι ρεαλιστικό».
Προτεραιότητα στη ρευστότητα
Πρακτικά, η όποια καθυστέρηση στις αποφάσεις για την ελάφρυνση του χρέους εκτιμούν στις Βρυξέλλες πως δεν θα έχει άμεση ζημία, καθώς κανείς δεν αναμένει έξοδο της Ελλάδας στις αγορές πριν από το δεύτερο εξάμηνο του 2017, και μάλιστα σε πρώτη φάση για ολιγοετή ομόλογα.
Αντίθετα, για κάποιους αξιωματούχους είναι πρωταρχικής σημασίας το να καταφέρει η Ελλάδα να πάρει την ενισχυμένη δόση των περίπου 10 δισ., ώστε τα κεφάλαια που θα κατευθυνθούν προς τον ιδιωτικό τομέα από την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών να αντισταθμίσουν κάπως το πλήγμα από τα φορολογικά μέτρα.
«Δεν μπορούμε να δίνουμε χρήματα με το σταγονόμετρο, ίσα ίσα για την αποπληρωμή του χρέους. Η οικονομία έχει ανάγκη τη ρευστότητα» είπε χαρακτηριστικά Ευρωπαίος αξιωματούχος που εμπλέκεται ενεργά στις διαβουλεύσεις. Όμως, όπως αφήνει να εννοηθεί, οι «σκληροί» του Eurogroup φοβούνται πως η ξαφνική εισροή χρημάτων στα δημόσια ταμεία σε συνδυασμό με τις λιγοστές δανειακές υποχρεώσεις που έχει η Ελλάδα από Σεπτέμβριο, θα προκαλέσει εφησυχασμό στις ελληνικές αρχές, που δεν φημίζονται για τη μεταρρυθμιστική τους «αφύπνιση».
Το παζάρι για τα πλεονάσματα
Τέλος, ένας ακόμη παράγοντας που θα κρίνει για κάποιους την επιτυχία του ελληνικού προγράμματος είναι η επίτευξη συμφωνίας για τους μεσοπρόθεσμους στόχους πρωτογενών πλεονασμάτων. Η ξεκάθαρη θέση του ΔΝΤ είναι πως δεν μπορεί να μείνουν σταθεροί στο 3,5% για δεκαετίες, ενώ η Ευρωζώνη υπογραμμίζει πως είναι εφικτό, ελπίζοντας σ' ένα συμβιβασμό γύρω στη δεκαετία.
Σύμφωνα με πληροφορίες και αυτή η μάχη έχει ως κύριο αντίπαλο τη Γερμανία, ενώ οι Βρυξέλλες και η Χάγη είναι περισσότερο διατεθειμένες να συζητήσουν πρωτογενή πλεονάσματα που «χαλαρώνουν» ήδη από το 2019, αν και όχι δραματικά.