Του Στίβεν Φόρτι*
Στις 20 Δεκεμβρίου στην Ισπανία θα πραγματοποιηθούν οι γενικές εκλογές. Για την Ισπανία οι εκλογές αυτές θα κλείσουν μια χρονιά που χαρακτηρίστηκε από μια σειρά εκλογικών αναμετρήσεων οι οποίες ξεκίνησαν τον Μάρτιο με τις τοπικές εκλογές στην Ανδαλουσία, συνεχίστηκαν τον Μάιο με τις δημοτικές και περιφερειακές εκλογές και τον Σεπτέμβριο με τις περιφερειακές εκλογές στην Καταλωνία.
Το 2015 ξεκίνησε, ως επακόλουθο της εκλογικής νίκης του ΣΥΡΙΖΑ, σχεδόν με τη βεβαιότητα μιας βαθιάς πολιτικής αλλαγής εξαιτίας της εισόδου στην πολιτική σκηνή των Podemos, η οποία θα σήμαινε και το τέλος του δικομματισμού της (PP, PSOE), που είναι ο στυλοβάτης του ισπανικού πολιτικού συστήματος μετά την πτώση της δικτατορίας του Φράνκο.
Οι δημοτικές και περιφερειακές εκλογές της 24ης Μαΐου, η νίκη των Άντα Κολάου και Μανουέλα Καρμένα στη Βαρκελώνη και τη Μαδρίτη αντιστοίχως είχαν ενισχύσει αυτή την πεποίθηση. Αλλά ένας ολόκληρος χρόνος προεκλογικής καμπάνιας, σε συνδυασμό με τις εξελίξεις στην Ελλάδα, άλλαξαν τα δεδομένα ή μείωσαν εν μέρει αυτή τη βεβαιότητα. Στο τέλος του Δεκέμβριο σίγουρα θα γίνουν αλλαγές, αλλά θα είναι λιγότερο ριζικές απ' ό,τι ελπίζαμε και προαναγγέλλονταν.
Οι τελευταίες σφυγμομετρήσεις υπογραμμίζουν ότι ο δικομματισμός δεν θα καταρρεύσει συγκεντρώνοντας το 50% των ψήφων: το Λαϊκό Κόμμα του Μαριάνο Ραχόι (PP) θα χάσει, στα σίγουρα, την απόλυτη πλειοψηφία, θα παραμείνει όμως πρώτο κόμμα (με 27%), ενώ οι σοσιαλιστές του Πέδρο Σάντσες (PSOE) θα επιβεβαιωθούν ως δεύτερο κόμμα (με 23%). Ρυθμιστές της κατάστασης παραμένουν τα δυο αναδυόμενα κόμματα: ήτοι το κεντροδεξιό φιλελεύθερο κόμμα των Ciudadanos (18%) και το Podemos, του οποίου ηγείται ο Πάμπλο Ιγκλέσιας (14%), ενώ η Izquierda Unida (Ενωμένη Αριστερά) θα συγκεντρώσει μόνο το 4,5% των ψήφων.
Πριν απ' όλα, είναι σημαντικό να υπογραμμίσουμε την απώλεια συναίνεσης που κατέγραψαν οι Podemos, που τον Ιανουάριο ήταν στο 27%, με την παράλληλη αύξηση των Ciudadanos (τον Ιανουάριο ήταν στο 4%), οι οποίοι διεκδικούν τώρα τη δεύτερη θέση μαζί με το PSOE. Κατά δεύτερο λόγο, πρέπει να προσμετρήσουμε στα παραπάνω και την ιδιαιτερότητα του ισπανικού εκλογικού συστήματος (Νόμος D'Hont), το οποίο επιδοτεί τα μεγάλα κόμματα, ιδιαίτερα στις μη αστικές περιοχές.
Με τα καταγραφέντα ποσοστά πρόθεσης ψήφου, οι Podemos θα εκλέξουν μόνο 35-40 βουλευτές, οι Ciudadanos 55-60, ενώ το PP και το PSOE, αντίστοιχα, περίπου 120 και 100 βουλευτές. Η πλειοψηφία έτσι θα διαμορφώνεται με 176 βουλευτές. Αυτό σημαίνει ότι η επιθυμητή αλλαγή δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα.
Εάν σ' αυτά τα στοιχεία προσθέσουμε άλλους δυο παράγοντες -τη σοβαρή περιφερειακή κρίση που διαδραματίζεται στην Ισπανία και τη φαινομενική οικονομική ανάκαμψη- γίνεται κατανοητό ότι το πιο πιθανό σενάριο που μπορούμε να υποθέσουμε συνίσταται στον σχηματισμό μιας κυβέρνησης μειοψηφίας από το PP με εξωτερική στήριξη από τους Ciudadanos.
Ιδιαίτερο βάρος στη διαμόρφωση του εκλογικού κλίματος έχουν από τη μια μεριά τα καλά οικονομικά αποτελέσματα, που ο Ραχόι τα επικαλείται θριαμβευτικά εδώ και αρκετό καιρό (+3% του ΑΕΠ για το 2015 και +2%, πρόβλεψη για το 2016), παρότι αυτά τα θετικά αποτελέσματα δεν έχουν γίνει αντιληπτά από τον πληθυσμό (με την ανεργία να παραμένει ακόμη πάνω από το 20%).
Από την άλλη πλευρά, η επικράτηση των αποσχιστικών κομμάτων της Καταλωνίας στις εκλογές της 27ης του Σεπτεμβρίου δίνει τη δυνατότητα στον Ραχόι να εμφανίζεται ως ο εγγυητής της εθνικής ενότητας και να ανακτά ένα κομμάτι των ψηφοφόρων που έχασε κατά την περίοδο της διακυβέρνησής του, η οποία χαρακτηρίστηκε από την άσκηση σκληρής πολιτικής λιτότητας και κοινωνικών περικοπών.
Είναι προφανές ότι η κατάσταση που διαμορφώθηκε στην περιοχή της Καταλωνίας θα καθορίσει τις προσεχείς γενικές εκλογές στην Ισπανία. Μια κατάσταση εξαιρετικά σύνθετη και ιδιαίτερα δύσκολη στην επίλυσή της.
Παρότι η αποσχιστική πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο της Βαρκελώνης είναι δεδομένη, οι δύο πολιτικοί σχηματισμοί που επιδιώκουν την ανεξαρτητοποίηση της πλούσιας περιοχής από την Ισπανία -Junts pel Sí (Ενωμένοι για το Ναι), συνασπισμός υπό την ηγεσία του απερχόμενου κυβερνήτη Αρτούρ Μας, αποτελούμενος από τους συντηρητικούς της Convergéncia Democrática de Catalunya με τους προοδευτικούς της Esquerra Republicana de Catalunya, και οι αντικαπιταλιστές της Candidatura d'Unitat Popular- δεν καταφέρνουν να συμφωνήσουν για την εκλογή του νέου προέδρου της Περιφέρειας της Καταλoνίας, αφού πρόκειται για πολιτικές δυνάμεις που βρίσκονται στους αντίποδες, με μόνο κοινό σημείο την επιδίωξη ανεξαρτητοποίησης της περιοχής.
Στην υφιστάμενη κατάσταση τέλματος, χωρίς να έχει προηγηθεί ο σχηματισμός της τοπικής κυβέρνησης, τα δύο κόμματα, που δεν διαθέτουν την πλειοψηφία των ψήφων (έχουν μόνο το 48%), ψήφισαν απόφαση που αφορά την έναρξη της διαδικασίας της ανεξαρτησίας και που υποδηλώνει τη δημιουργία των δομών του νέου κράτους της Καταλωνίας και την ανυπακοή στην υφιστάμενη νομοθεσία του ισπανικού κράτους και στις αποφάσεις του συνταγματικού δικαστηρίου.
Η απόφαση αυτή αποτελεί μια επιτάχυνση εκτός πραγματικότητας, που στερεί διεθνώς τη διαδικασία ανεξαρτητοποίησης από κάθε ίχνος αξιοπιστίας, ενώ ταυτόχρονα κλείνει τις πόρτες στη δυνατότητα εγκαθίδρυσης οιασδήποτε μορφής διαλόγου με τη Μαδρίτη, προκαλώντας ρήξη στην κοινωνία της Καταλωνίας.
Ο Ραχόι γνωρίζει πολύ καλά ότι η διαμόρφωση αυτής της έντασης τον ευνοεί εκλογικά και συνεχίζει απτόητος στην αδιαλλαξία του μετατρέποντας ένα πολιτικό θέμα σε μια κατάσταση που επιδιώκει να λυθεί δικαστικά. Η κυβέρνηση, με τη στήριξη του PSOE και των Ciudadanos, εξασφάλισε από το συνταγματικό δικαστήριο την άμεση αναστολή της απόφασης. Οι επιπτώσεις, ακόμα και ποινικού χαρακτήρα, αυτής της απόφασης παραμένουν άγνωστες· εάν τα αποτελέσματα των εκλογών του Δεκέμβρη επιβεβαιώσουν την παραμονή του Ραχόι στην εξουσία, δεν είναι εύκολο να υποθέσει κανείς μια πολιτική λύση στο καταλανικό ζήτημα.
Η μόνη δυνατότητα διαγράφεται με τυχόν αλλαγή των υφιστάμενων ισορροπιών, δηλαδή με τον σχηματισμό στη Μαδρίτη κυβέρνησης από τους σοσιαλιστές με στήριξη από τους Ciudadanos ή τους Podemos. Το PSOE υποστηρίζει τη μεταρρύθμιση του Συντάγματος με ομοσπονδιακό χαρακτήρα, ενώ οι Podemos επιδιώκουν το ζήτημα της ανεξαρτησίας της Καταλωνίας να λυθεί με την προκήρυξη δεσμευτικού δημοψηφίσματος, κατά τα πρότυπα της Σκωτίας.
Στην κατάσταση που έχει διαμορφωθεί, αυτή μοιάζει να είναι και η μόνη εφικτή λύση, δεδομένου ότι οι προτάσεις του PSOE δεν ανταποκρίνονται στις αναμονές της κοινωνίας της Καταλωνίας, που σχεδόν ο μισός πληθυσμός της επιθυμεί την απόσχιση. Παρ' όλη την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί, υπάρχουν ακόμη κάποια περιθώρια για την επίλυση του καταλωνικού γρίφου. Τα αποτελέσματα της 20ης Δεκεμβρίου θα δώσουν τη δυνατότητα να κατανοηθεί ο δρόμος που θα ακολουθήσει η Ισπανία και να εκτιμηθεί εάν θα μπορέσει, και με ποιον τρόπο, να αντιμετωπίσει την υφιστάμενη τριπλή κρίση: εδαφική, θεσμική και οικονομική.
(Μετάφραση: Μαρία Γαβαλά)
* Ο Στίβεν Φόρτι (Steven Forti) είναι ερευνητής στο Ινστιτούτο Σύγχρονης Ιστορίας, Universidade Nova de Lisboa