Του Γιάννη Κουτσοκώστα
Είναι σίγουρα πληθωρικός. Και χειμαρρώδης. Παρά τον... όγκο του, ελάχιστοι, ακόμα και μεταξύ των φίλων του, τον θεωρούν «ογκόλιθο» της πολιτικής σκέψης και ανάλυσης. Δεν του πολυαρέσει η διανόηση και όλα αυτά τα δυσνόητα... αριστερά «κουσούρια». Είναι άνθρωπος της πράξης και της πρακτικής. Όμως δεν είναι πολλοί αυτοί που του αναγνωρίζουν ιδιαίτερα διοικητικά και διαχειριστικά χαρίσματα, πέραν ίσως των στενά κομματικών. Τόσα χρόνια στο... κουρμπέτι, δεν μπορεί, κάτι θα είχε να δείξει, χειροπιαστό και μετρήσιμο. Για τον Ευάγγελο Μεϊμαράκη ο λόγος, τον προσωρινό πρόεδρο της Ν.Δ., ο οποίος όχι μόνο έγινε ξαφνικά μόνιμος στη Συγγρού, αλλά πάει και για άλλα.
Ο συμπαθής μεταξύ των «γαλάζιων» οπαδών Βαγγέλας, που κάποιοι μάλιστα τον βλέπουν και σέξι, διαθέτει ένα προτέρημα, σημαντικό για κάθε πολιτικό. Την αυτογνωσία. Γνωρίζει τα όριά του. Δεν είναι δηλαδή από αυτούς που θεωρούν εαυτούς αδικημένους από την ιστορία, που πιστεύουν ότι είναι ταγμένοι για μεγάλα πράγματα. Ποτέ δεν έδειξε να γοητεύεται, να αγχώνεται ή να επιδιώκει την κατάκτηση της «κορυφής» στη χώρα, ούτε καν στο κόμμα του. Έδειχνε «χορτάτος» και αυτάρκης και είχε συμβιβαστεί με την ιδέα σημαντικών αλλά δεύτερων και συμπληρωματικών ρόλων για τον εαυτό του.
Όλα αυτά μέχρι την 5η Ιουλίου. Η συντριπτική επικράτηση του «Όχι» στο ιστορικό δημοψήφισμα, η παραίτηση Σαμαρά και η παράδοση του «δαχτυλιδιού» της ηγεσίας της Ν.Δ. στον Ευ. Μεϊμαράκη, άλλαξαν τα δεδομένα. Ο ίδιος, που ανέβηκε στην... πρώτη πίστα για μια απλή γυροβολιά, βρέθηκε να χορεύει το μακρύ ζεϊμπέκικο των εκλογών και από κάτω να βαράνε παλαμάκια όλες οι φυλές του «γαλάζιου» μικρόκοσμου. Από τον Σαμαρά και την Ντόρα μέχρι τον Μητσοτάκη και τον Καραμανλή. Και ο... Βαγγέλας των γαλάζιων οπαδών, από προσωρινός πρόεδρος της Ν.Δ., βρέθηκε ξαφνικά να είναι υποψήφιος πρωθυπουργός της χώρας. Το ήθελε; Άγνωστο. Θα τα καταφέρει; Αμφίβολο. Το μόνο γνωστό και σίγουρο είναι ότι από τη στιγμή που πήρε στα χέρια του την «καυτή» πατάτα, δίνει τη μάχη του με έναν τρόπο που μόνο αυτός γνωρίζει.
Δεν το έχει και δεν το αντέχει το πολύ βάθος στις αναλύσεις, αποφεύγει τις αντιπαραθέσεις πάνω σε προτάσεις και προγράμματα. Χωρίς πολλά - πολλά για ιδέες, θέσεις και δεσμεύσεις. Αλλά με πολλά - πολλά μάγκικα και καραμπουζουκλίδικα. Με κουβέντες... καφενείου και με μια φρασεολογία που δείχνει λαϊκότητα αλλά μόνο λαϊκή δεν είναι. Είναι μετρ στο είδος αλλά και στο ύφος. Ποιος... γουστάρει τον Βαγγέλα; Δεν υπάρχει δημόσια εμφάνιση, συνέντευξη, ομιλία, ακόμα και αυτό το ντιμπέιτ, που να μην ακούστηκαν οι γνώριμες... πενιές του Βαγγέλα: «Εγώ δεν είμαι comme il faut. Είμαι αυτός που είμαι, και σε όποιον αρέσω. Όποιος με γουστάρει με ψηφίζει, όποιος δεν με γουστάρει, έχει καλώς, πάλι φίλοι είμαστε». Η ίδια φράση επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά, τόσο που να αναρωτιέται κανείς αν αυτό, που θέλει να εκπέμψει ο Μεϊμαράκης είναι πραγματικά πηγαίο ή αν είναι στιλ, αν είναι... παρασκεύασμα και παραγγελιά των διαφημιστικών επιτελείων της Νέας Δημοκρατίας.
Πιστεύει ότι έτσι αυξάνει τις πιθανότητες να κερδίσει τις εκλογές; Άγνωστο. Θέλει να τις κερδίσει; Επίσης άγνωστο. Αυτό που είναι γνωστό και σίγουρο είναι ότι ο Μεϊμαράκης δεν είναι ο άνθρωπος της διπλανής μας πόρτας ή για την ακρίβεια του διπλανού μας... καφενέ. Θέλει δεν θέλει, μεταβατικός ή όχι, είναι ο αρχηγός της συντηρητικής παράταξης, που διεκδικεί την πρώτη θέση στις εκλογές της επόμενης Κυριακής. Γι' αυτόν και μόνο τον λόγο οφείλει πριν από όλα να πει στους πολίτες ποιο είναι το σχέδιό του για την επόμενη ημέρα στην Ελλάδα. Έχει; Άγνωστο.
Ο «αυτοφωράκιας» και τα... κοινόχρηστα
Ο ίδιος δηλώνει ότι ξέρει από οικονομικά. Τα έμαθε -λέει- στη... Νομική και στην Πάντειο, τη δεκαετία του '80. Τότε δηλαδή που μαινόταν ο «πόλεμος» με τους «Κενταύρους» του Αβέρωφ, αυτός έλιωνε στα αμφιθέατρα της Νομικής και της Παντείου για να μάθει την οικονομία. Ιδού λοιπόν πεδίο δόξης λαμπρόν. Να μας πει τι σχέδιο έχει για τη φοροδιαφυγή, τις λίστες Λαγκάρντ, την ανεργία, την παραγωγική ανασυγκρότηση και την ανάπτυξη της χώρας. Τι προτείνει για την ανασυγκρότηση του κράτους, για τη διαπλοκή, τη διαφθορά και τη δικαιοσύνη. Τι θα κάνει με τα κύματα των προσφύγων και τους ακροδεξιούς του κόμματός του, που ζητούν να σφραγιστούν τα σύνορα της χώρας.
Η διακυβέρνηση της χώρας και μάλιστα μιας χώρας που φέρει στις πληγές της τα σημάδια των κυβερνήσεων της Ν.Δ. και του ΠΑΣΟΚ δεν είναι παρτίδα τάβλι. Και ο Ευ. Μεϊμαράκης είναι υποψήφιος πρωθυπουργός και όχι... ταβλαδόρος. Και ένας υποψήφιος πρωθυπουργός, απλά δεν δικαιούται να πολιτεύεται με... ατάκες. Δεν δικαιούται να αποκαλεί «ψευτράκο», «απατεωνίσκο» και «αυτοφωράκια» τον αντίπαλό του, όποιος και αν είναι αυτός. Γιατί στην πολιτική αργά ή γρήγορα όλα αυτά πληρώνονται. Και κινδυνεύει να μείνει ο ίδιος στην Ιστορία ως «αυτοφωράκιας». Ως ο άνθρωπος δηλαδή που τον χρησιμοποίησαν οι δικοί του για να κάνει τη δουλειά που εκείνοι δεν ήθελαν να κάνουν. Και θα δικαιωθούν εκείνοι που τον αντιμετώπιζαν, χρόνια τώρα, ως έναν απλό διαχειριστή της «γαλάζιας» πολυκατοικίας, που -απλλως- αναλάμβανε, ελλείψει άλλου, να μαζεύει κάθε τόσο τα κοινόχρηστα. Ευτυχώς μέχρι τώρα στην πολυκατοικία και όχι στη χώρα.