Ρεπορτάζ: ΘΑΝΟΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ
Επί αμερικανικού, αυστριακού και τουρκικού εδάφους μεταφέρθηκε τα τελευταία 24ωρα το πρόβλημα "ελληνικό χρέος". Από πλευράς εταίρων, ήρθε η προχθεσινή δήλωση του προέδρου του Eurogroup Γερούν Ντάισελμπλουμ, ο οποίος στη διάρκεια ομιλίας του στην αυστριακή πόλη Άλπμπαχ, αν και απέκλεισε κάθε ενδεχόμενο κουρέματος του ελληνικού δημόσιου χρέους, άφησε ανοιχτό το σενάριο ελάφρυνσής του μέσω επιμήκυνσης και μείωσης επιτοκίων. Ένα εξίσου ενδιαφέρον στοιχείο της δήλωσης Ντάισελμπλουμ, η οποία ήρθε την ώρα που το ΔΝΤ έχει καταστήσει σαφές πως δεν προτίθεται να συμβάλει χρηματοδοτικά στο νέο πρόγραμμα στήριξης εάν το χρέος δεν ελαφρυνθεί επαρκώς, ήταν και το ότι αυτή σηματοδοτεί αλλαγή πλεύσης εκ μέρους των Ευρωπαίων δανειστών στο θέμα. Οι τελευταίοι φέρονται να δέχονται πως ζητούμενο για την επίλυση του προβλήματος "ελληνικό χρέος" θα είναι πλέον το να αλλάξει το βασικό κριτήριο. Να προκριθεί, δηλαδή, εκείνο της εξυπηρέτησης του χρέους, αντί της αναλογίας χρέους προς ΑΕΠ. Η μεταστροφή αυτή, όπως εκτιμάται από οικονομικούς παρατηρητές, είναι ένας εύσχημος τρόπος να δοθεί το άλλοθι στο ΔΝΤ να παραμείνει στο χρηματοδοτικό σχήμα στήριξης της ελληνικής οικονομίας χωρίς να καταπατά το καταστατικό του, αφού το τελευταίο δεν νομιμοποιεί χρηματοδότηση μη βιώσιμου χρέους. Και τούτο, καθώς τεχνικολογιστικά αξιολογείται από τους τεχνοκράτες των εμπλεκομένων πλευρών ως ευκολότερο να δικαιολογήσει υποθέσεις εργασίας περί βιωσιμότητας του χρέους ο στόχος για καθαρές χρηματοδοτικές ανάγκες που να μην υπερβαίνουν το 15% με 16% του ΑΕΠ.
Ένα 24ωρο πριν τις δηλώσεις Ντάισελμπλουμ, ο εκπρόσωπος του ΔΝΤ Ουίλιαμ Μάρεϊ είχε επαναλάβει απαντώντας σε ερωτήσεις δημοσιογράφων, τη θέση τού Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου ότι θα πρέπει να υπάρξει "σημαντική μείωση χρέους" για να συμμετάσχει το ΔΝΤ στο νέο πρόγραμμα διάσωσης της Ελλάδας. «Το λέμε εδώ και καιρό, ότι για να μετάσχουμε στο πρόγραμμα της Ελλάδας πρέπει να υπάρξει σημαντική ελάφρυνση χρέους. Πρέπει να δούμε πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα». Και συμπλήρωσε πως, για να υπάρξει βιώσιμη ανάπτυξη, πρέπει να υπάρχει δημοσιονομική προσαρμογή και μεταρρυθμίσεις πέρα από την ελάφρυνση του χρέους. Σύμφωνα με σχετική ανταπόκριση του CNBC, αν και το ΔΝΤ εκτιμά πως το ελληνικό χρέος θα αγγίξει το 200% του ΑΕΠ μέσα στα επόμενα δύο χρόνια, η Γερμανία φαίνεται να αποδέχεται μια επέκταση στις λήξεις των δανείων.
Συζητήσεις και στο G20 της Άγκυρας
Πριν πάντως από τις δηλώσεις των Ντάισελμπλουμ και Μάρεϊ, στέλεχος του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών δήλωσε ότι "οι προσπάθειες σε ευρωπαϊκό επίπεδο να ενισχυθεί η ανάπτυξη θα βοηθήσουν να βελτιωθούν οι προοπτικές οικονομικής ανάκαμψης για την Ελλάδα. Στην Άγκυρα, θα ενθαρρύνουμε τους Ευρωπαίους εταίρους να ευθυγραμμιστούν με τις δεσμεύσεις τους και να παράσχουν αξιοσημείωτη ελάφρυνση χρέους στην Ελλάδα", προσθέτοντας πως η Ελλάδα πρέπει να συνεχίσει να υλοποιεί τις μεταρρυθμίσεις.
Οι ίδιες πηγές ήταν που αποκάλυψαν αρχικά ότι οι ΗΠΑ έκαναν γνωστή την πρόθεσή τους να παρέμβουν στην επερχόμενη συνεδρίαση του G20 στην Άγκυρα αυτό το Σαββατοκύριακο.
Ως προς το ίδιο αυτό ζήτημα, του χρέους, στη Γερμανία, η "Suddeutsche Zeitung" αναφέρθηκε στη σοβαρή πιθανότητα συμμετοχής ΔΝΤ στο τρίτο πακέτο, όπως επιθυμεί και το Βερολίνο (το οποίο όμως δυσαρεστείται από τον όρο της ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους χρέους που ζητεί το ΔΝΤ). Σύμφωνα με τη γερμανική εφημερίδα, η καγκελάριος Άν. Μέρκελ ήταν που επέμενε στη συμμετοχή του ΔΝΤ στο τρίτο πακέτο, ώστε να τραβήξει πάνω του τις αιτιάσεις για τη λιτότητα.
Το χρέος όμως (και ακόμη περισσότερο η αναζήτηση της καταλληλότερης φόρμουλας διασφάλισης βιωσιμότητάς του) είναι το ένα από το τριπλό σκέλος που δεσπόζει αυτόν τον καιρό στις σχέσεις Ελλάδας - δανειστών, μαζί με τον χρόνο ολοκλήρωσης αξιολόγησης του νέου προγράμματος (καθώς οι δανειστές τον συναρτούν με τις εκλογές) και την παραμονή τού ΔΝΤ στο τρίτο πακέτο.
Ελλάδα στην ατζέντα του Eurogroup της 12ης Σεπτεμβρίου
Μέσα σε ένα εξαιρετικά κρίσιμο περιβάλλον καλείται η υπηρεσιακή κυβέρνηση να διαχειριστεί τη στάση τής χώρας απέναντι σε αυτές τις εξελίξεις. Μόλις τρεις εβδομάδες είναι το διάστημα που μεσολαβεί από το Eurogroup που θα συνέλθει στις 12 Σεπτεμβρίου έως την προβλεπόμενη κατάθεση, από την επόμενη κυβέρνηση του προσχεδίου για τον νέο προϋπολογισμό με τις βασικές κατευθύνσεις για το 2016 (5 Οκτωβρίου) και το ελληνικό οικονομικό επιτελείο καλείται να πείσει τους εταίρους στην Ευρωζώνη ότι η υπηρεσιακή κυβέρνηση δεν σημαίνει και παράλυση του κράτους. Αντίθετα, ο υπουργός Οικονομικών Γιώργος Χουλιαράκης θα επιχειρήσει να αποδείξει στους ομολόγους του ότι οι διαδικαστικές τουλάχιστον αποφάσεις δεν έχουν παγώσει από την υπηρεσιακή κυβέρνηση. Ίσα - ίσα, θα επιδιώξει να πείσει τους υπουργούς Οικονομικών της Ευρωζώνης ότι το υπουργείο Οικονομικών είναι σε επιφυλακή. Όπως, για παράδειγμα, να επιτύχει τους δύο βασικούς στόχους που έχει θέσει προκειμένου να επιτευχθούν κατά τη διάρκεια της θητείας του και οι οποίοι είναι:
Πρώτον, να ενισχυθεί το τραπεζικό σύστημα και να οδηγηθεί στη νέα ανακεφαλαιοποίησή του που θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί το αργότερο έως τις 15 Νοεμβρίου και υπό την προϋπόθεση ότι θα έχει κλείσει επιτυχώς ο νέος έλεγχος των δανειστών. Τα χρονικά περιθώρια είναι στενά και αυτή τη στιγμή τρέχουν οι διαδικασίες υπολογισμού των κεφαλαιακών αναγκών των τραπεζών με βάση την αξιολόγηση του δανειακού τους χαρτοφυλακίου και των stress tests. Επίσης, το οικονομικό επιτελείο θα πρέπει να προετοιμάσει παράλληλα και τον νόμο που θα ορίζει το μοντέλο ανακεφαλαιοποίησης των ελληνικών τραπεζών.
Πέραν αυτών, στόχος του Γ. Χουλιαράκη είναι όσο περνάει ο καιρός να ομαλοποιείται η κατάσταση στο τραπεζικό σύστημα και να αίρονται σταδιακά οι περιορισμοί στην κίνηση κεφαλαίων (capital controls). Αν και πρόκειται για μια διαδικασία που μπορεί να διαρκέσει πολλούς μήνες, στο οικονομικό επιτελείο θεωρούν ότι εάν η κατάσταση είναι ομαλή, τότε θα μπορούσαν να «ξεκλειδώνουν» κάποιοι περιορισμοί, κυρίως για τις επιχειρήσεις.
Δεύτερον, να μην επιδεινωθεί η αξιοπιστία της χώρας. Το υπουργείο Οικονομικών σκοπεύει να προετοιμάσει το προσχέδιο για τον νέο προϋπολογισμό. Παράλληλα, θα πρέπει να εκδώσει σειρά υπουργικών αποφάσεων, όπως, για παράδειγμα, εκείνη για την επέκταση του έμμεσου μητρώου τραπεζικών συναλλαγών, ώστε να παρέχεται το ιστορικό συναλλαγών σε βάθος 10 ετών, με στόχο να δείξει ότι το υπουργείο δεν έχει σταματήσει να εργάζεται λόγω των πρόωρων εκλογών.
Από τις κινήσεις αυτές θα εξαρτηθεί και ακόμη ένα θέμα που θα απασχολήσει το Eurogroup της 12ης Σεπτεμβρίου στο Λουξεμβούργο: αν οι πολιτικές εξελίξεις θα οδηγήσουν στην αναβολή ή όχι της ολοκλήρωσης της πρώτης αξιολόγησης του νέου ελληνικού προγράμματος από τους θεσμούς. Την εικόνα εμπλοκής σκιαγράφησαν οι τελευταίες δηλώσεις του διευθυντή του Ευρωπαϊκού Τομέα του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου Πολ Τόμσεν, ο οποίος άφησε να εννοηθεί ότι λόγω της προσφυγής στις κάλπες θα αναβληθεί η ολοκλήρωση του πρώτου ελέγχου που ήταν προγραμματισμένος για τον Οκτώβριο. Μια τέτοια εξέλιξη θα μετέθετε για αργότερα τόσο την εκταμίευση του τελευταίου μέρους της πρώτης δόσης ύψους 3 δισ. ευρώ όσο και την έναρξη της συζήτησης για την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους, κάτι που το ΔΝΤ θέτει ως προϋπόθεση για να στηρίξει χρηματοδοτικά την Ελλάδα έως το 2018. Η ελληνική πλευρά πάντως προσδοκά σε ομαλή εξέλιξη του χρονοδιαγράμματος, κάτι που θα συζητηθεί στο Eurogroup.