Live τώρα    
Η ΕΚΤ είναι υποχρεωμένη να χορηγήσει πρόσθετη ρευστότητα στο τραπεζικό σύστημα
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Η ΕΚΤ είναι υποχρεωμένη να χορηγήσει πρόσθετη ρευστότητα στο τραπεζικό σύστημα

ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΤΕΡΙΝΟΠΟΥΛΟΥ

Μετά τη συντριπτική υπεροχή του Όχι, με ποσοστό 61,4%, στην πρόταση των θεσμών, στο χθεσινό δημοψήφισμα, η διαπραγμάτευση της Ελλάδας με τους δανειστές τίθεται σε νέα βάση.

Η κυβέρνηση, εξοπλισμένη με τη δύναμη που της δίνει το αποτέλεσμα, προσέρχεται στη συζήτηση με αποφασιστικότητα για μια συμφωνία η οποία θα εξασφαλίζει τη δυνατότητα της χώρας να έχει ανάπτυξη, χωρίς άλλη λιτότητα, και παράλληλα ένα πλαίσιο ουσιαστικής αναδιάρθρωσης και διαγραφής ενός μέρους του χρέους, συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει και η έκθεση του ίδιου του ΔΝΤ, που θεωρεί το ελληνικό δημόσιο χρέος στην παρούσα μορφή του μη βιώσιμο.

Η συμφωνία για μια νέα χρηματοδότηση της χώρας στο πλαίσιο του ESM, όπως προβλέπεται από το άρθρο 136 παρ. 3 ΣΛΕΕ και το καταστατικό του, και η ικανοποίηση της σχετικής από 30.6.2015 αίτησης της κυβέρνησης είναι υποχρεωτική για τους εταίρους στην Ευρωζώνη.

Η σχετική διάταξη αναφέρει: «Τα κράτη - μέλη με νόμισμα το ευρώ μπορούν να θεσπίσουν μηχανισμό σταθερότητας ο οποίος θα ενεργοποιείται εφόσον κρίνεται απαραίτητο προκειμένου να διασφαλίζεται η σταθερότητα της ζώνης του ευρώ στο σύνολό της».

Ο μηχανισμός είναι υποχρεωτικό να ενεργοποιηθεί εφόσον τίθεται το ζήτημα της σταθερότητας της Ευρωζώνης στο σύνολό της, περιλαμβανομένης αυτονόητα και της Ελλάδας που είναι μέλος της Ευρωζώνης, και η συμμετοχή στην Ευρωζώνη είναι αμετάκλητη ως απόρροια του ίδιου του σκοπού των συνθηκών της Ε.Ε. και βέβαια δεν προβλέπεται η έξοδος χώρας - μέλους από την Ευρωζώνη ούτε εκούσια ούτε ακούσια.

Όταν κινδυνεύει η σταθερότητα σε οποιαδήποτε χώρα - μέλος της Ευρωζώνης, ενεργοποιείται υποχρεωτικά η συνδρομή του ESM, διότι η σταθερότητα πρέπει να διασφαλίζεται για το σύνολο της Εευρωζώνης, άρα και για κάθε μέλος αυτής.

Επίσης, στους σκοπούς του ευρωσυστήματος και της ΕΚΤ είναι και η νομισματική σταθερότητα της ζώνης του ευρώ, με την απρόσκοπτη μετάδοση της νομισματικής πολιτικής. Αντίθετα, η ΕΚΤ δεν μπορεί να λαμβάνει αποφάσεις με κριτήρια οικονομικής πολιτικής ούτε πολύ περισσότερο με βάση κριτήρια γενικής πολιτικής. Επίσης, κατά την άσκηση της νομισματικής πολιτικής, μέρος της οποίας αποτελούν οι εγκρίσεις των ορίων των πράξεων αναχρηματοδότησης των εμπορικών τραπεζών μέσω του μηχανισμού ELA των εθνικών τραπεζών, πρέπει να ενεργεί ανεξάρτητα και χωρίς να επηρεάζεται από το πολιτικό κριτήριο. Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος είτε ήταν το Ναι, είτε όπως τώρα, το Όχι, δεν μπορεί να έχει καμιά επίπτωση στις αποφάσεις της ΕΚΤ. Το ερώτημα του δημοψηφίσματος αφορούσε τη συγκεκριμένη πρόταση των θεσμών, μεταξύ των οποίων και η ίδια η ΕΚΤ, για το κλείσιμο της πέμπτης αξιολόγησης του δεύτερου προγράμματος χρηματοδοτικής συνδρομής, η οποία απορρίφθηκε από τον ελληνικό λαό με ένα καθαρό και δυνατό Όχι.

Ο ελληνικός λαός χθες, με μεγάλη πλειοψηφία, ζήτησε μια άλλη συμφωνία, η οποία είναι δυνατή και η πρόταση της ελληνικής κυβέρνησης και η συνακόλουθη διαπραγμάτευσή της είναι ήδη σε εξέλιξη.

Σύμφωνα με τις συνθήκες 127 παρ. 2 το ΕΣΚΤ ανάμεσα στα άλλα πρέπει «να προωθεί την ομαλή λειτουργία των συστημάτων πληρωμών».

Στην ανακοίνωση της 28ης Ιουνίου η ΕΚΤ σημειώνει ότι λαμβάνει υπόψη την προκήρυξη του δημοψηφίσματος και τη μη παράταση του προγράμματος προσαρμογής και ότι εργάζεται στενά με την Τράπεζα της Ελλάδος για τη διατήρηση της οικονομικής σταθερότητας.

Στη συνέχεια αναφέρει ότι το ύψος του ELA παραμένει μεν στο επίπεδο της Παρασκευής 26/6, αλλά το Διοικητικό Συμβούλιο είναι έτοιμο να αναθεωρήσει και να επανεξετάσει την απόφασή του αυτή.

Δεν έθεσε θέμα μείωσης της αξίας των ενέχυρων των ελληνικών τραπεζών για την παροχή ELA, ούτε τότε ούτε στη συνέχεια, μετά την 1/7, όταν δεν πληρώθηκε η δόση στο ΔΝΤ και κατέστη ληξιπρόθεσμη.

Η ελληνική κυβέρνηση επέβαλε ωστόσο ελέγχους στην κίνηση των κεφαλαίων με την ΠΝΠ στις 28/6 και ταυτόχρονα τραπεζική αργία η οποία λήγει σήμερα. Οι έλεγχοι κεφαλαίων αφορούν τη μεταφορά κεφαλαίου στο εξωτερικό και τις αναλήψεις μετρητών.

Παρ' όλα αυτά, με την επιβληθείσα παράλληλα τραπεζική αργία διακόπηκε η λειτουργία των συστημάτων πληρωμών, με αποτέλεσμα να μη λειτουργούν γενικά οι τραπεζικές πράξεις και συναλλαγές που δεν είχαν καμιά σχέση με τον έλεγχο κεφαλαίων. Με τη συμπληρωματική ΠΝΠ της 30ής Ιουνίου και με αφορμή το πρόβλημα των συνταξιούχων χωρίς κάρτα αναλήψεων, που έπρεπε να πάρουν χρήματα από τα γκισέ, καθώς και για την έκδοση καρτών σε όσους δεν έχουν, άνοιξαν ορισμένα καταστήματα που την πρώτη μέρα δεν έκαναν άλλες πράξεις, αλλά σταδιακά διευρύνθηκε σε αυτά το πεδίο συναλλαγών, επεκτεινόμενο στις πληρωμές στις καταθέσεις και στις συναλλαγές από λογαριασμό σε λογαριασμό εσωτερικού, στον συμψηφισμό και με κατεύθυνση από αύριο Τρίτη να γίνονται γενικά όλες οι συναλλαγές εκτός από αυτές που συνιστούν εκροή χρήματος από το τραπεζικό σύστημα της χώρας ως σύνολο.

Ωστόσο, για την επίτευξη του σκοπού αυτού, ο οποίος συνίσταται στην προώθηση της ομαλής λειτουργίας των συστημάτων πληρωμών που αποτελεί υποχρέωση της ΕΚΤ από τη ΣΛΕΕ (α. 127 παρ. 2), είναι απαραίτητο να αποφασίσει η ΕΚΤ την αύξηση του τρέχοντος ορίου ELA σε ύψος μεγαλύτερο από τα 88,6 δισ. που ήταν στις 26.6.

Χωρίς την περαιτέρω και μάλιστα άμεση αύξηση του ορίου ELA, καθίσταται ιδιαίτερα δυσχερής η αποκατάσταση της ομαλής λειτουργίας του συστήματος πληρωμών, τη διατάραξη του οποίου προκάλεσε η ίδια η ΕΚΤ, σε αντίθεση με την υποχρέωσή της από τις συνθήκες, που είναι η προώθηση και όχι η εμπλοκή της ομαλής λειτουργίας του.

Η εμπλοκή του συστήματος πληρωμών έγινε με την απόφαση της ΕΚΤ στις 28/6, η οποία παραβίασε την ανεξαρτησία της και εξήλθε του πεδίου της νομισματικής πολιτικής αφού ελήφθη με ξεκάθαρα πολιτικά κριτήρια, ώστε το δημοψήφισμα να διεξαχθεί με κλειστές τράπεζες για τον επηρεασμό της βούλησης των πολιτών, υπέρ της πρότασης των θεσμών και της ίδιας της ΕΚΤ, αφού είναι ένας εκ των τριών θεσμών.

Η ΕΚΤ χρησιμοποίησε την εξουσία της όχι για να υπηρετήσει τη νομισματική πολιτική και την ομαλή λειτουργία των συστημάτων πληρωμών, αλλά για να υπηρετήσει μια πολιτική απόφαση, προκαλώντας μεγάλη οικονομική ζημία στη χώρα και τώρα είναι υποχρεωμένη να επανορθώσει άμεσα και να άρει τις συνέπειες της προηγούμενης απόφασής της το συντομότερο δυνατό, αφού η χώρα είναι σε διαδικασία παροχής χρηματοοικονομικής συνδρομής από τον ESM και βέβαια δεν πρέπει να επιβαρυνθεί περισσότερο, καθώς αυτό αυξάνει το κόστος, τόσο για την Ελλάδα όσο και για όλη την Ευρωζώνη, που καλείται να παρέχει τη συνδρομή της.

Το άνοιγμα των τραπεζών πρέπει να στηριχτεί από όλους τους πολίτες, συνεισφέροντας ο καθένας με την απαραίτητη ψυχραιμία και νηφαλιότητα και με τη σταδιακή υποκατάσταση των συναλλαγών με χρήση μετρητών, από συναλλαγές με ψηφιακούς και ηλεκτρονικούς τρόπους, όπως οι μεταφορές ποσών μεταξύ λογαριασμών, οι ηλεκτρονικές πληρωμές και οι εμπορικές συναλλαγές με χρεωστικές και πιστωτικές κάρτες, χωρίς τη χρήση φυσικού χρήματος, η μαζική καθιέρωση των οποίων είναι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος εκμηδένισης της φοροδιαφυγής ΦΠΑ και φόρου εισοδήματος, που από μόνη της αρκεί για τον σχηματισμό εύλογων πρωτογενών πλεονασμάτων, χωρίς περικοπές μισθών και συντάξεων και χωρίς άλλους φόρους. Αντίθετα, δίνει δημοσιονομικό περιθώριο για φορολογικές ελαφρύνσεις στον ΕΝΦΙΑ και στον φόρο εισοδήματος των ασθενέστερων. Επιπλέον ο δραστικός περιορισμός της χρήσης και άρα της ζήτησης μετρητών, με την ταυτόχρονη εισροή καταθέσεων για πληρωμές, ισχυροποιεί τη θέση της χώρας διότι περιορίζει σημαντικά την ανάγκη συνεχούς αύξησης του ορίου ELA.

Οι ελληνικές τράπεζες δεν έχουν πραγματικό πρόβλημα ρευστότητας, καθώς διαθέτουν επαρκείς εγγυήσεις και ενέχυρα για τη λήψη πολλών δισ. ρευστότητας από το ευρωσύστημα. Επίσης, δεν έχουν πρόβλημα κεφαλαιακής επάρκειας και είναι φερέγγυες, όπως κατ' επανάληψη έχει τονίσει η ΕΚΤ. Απαιτείται όμως η άμεση αποκατάσταση του συστήματος πληρωμών, η τυχόν συνέχιση της εμπλοκής του και το επόμενο διάστημα μπορεί να αποτελέσει κίνδυνο για τη σταθερότητα του συστήματος, με αποκλειστική ευθύνη της ίδιας της ΕΚΤ, καθήκον της οποίας είναι η διαφύλαξη της σταθερότητας και όχι η διακινδύνευσή της.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0