Live τώρα    
Νομισματική χρηματοδότηση του Δημόσιου Τομέα / Οι κανόνες της Ε.Ε. και οι υποχρεώσεις πληρωμών της Ελλάδας
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Νομισματική χρηματοδότηση του Δημόσιου Τομέα / Οι κανόνες της Ε.Ε. και οι υποχρεώσεις πληρωμών της Ελλάδας

ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΤΕΡΙΝΟΠΟΥΛΟΥ

Μετά την πληρωμή της δόσης των 770.686 ευρώ στο ΔΝΤ, με τα διαθέσιμα ενός ειδικού λογαριασμού στην Τράπεζα της Ελλάδος και εν όψει της επόμενων καταβολών στις 5, 12, 16 και 19 Ιουνίου συνολικού ύψους 1.579.936 ευρώ, γίνεται έντονη συζήτηση σχετικά με την απαγόρευση της νομισματικής χρηματοδότησης του δημόσιου τομέα από τους κανόνες της Ε.Ε.

Η κυβέρνηση έθεσε το θέμα των πολιτικών της ΕΚΤ έναντι της χώρας, που, ενώ ήρε την επιλεξιμότητα των ελληνικών ομολόγων στις 4/2, με το σκεπτικό ότι δεν διαφαίνονται προοπτικές ολοκλήρωσης των διαπραγματεύσεων, δεν την επανέφερε μετά τη συμφωνία της 20/2.

Επιπλέον, η ΕΚΤ επέμενε στην ίδια στάση και μετά την ανακοίνωση του Eurogroup της 11/5 για πρόοδο των διαπραγματεύσεων, ενώ ο ενιαίος εποπτικός μηχανισμός SSM, που λειτουργεί στο πλαίσιο της ΕΚΤ, απηύθυνε επιστολή στις τέσσερις συστημικές ελληνικές τράπεζες που υπάγονται σε αυτόν να μην αυξήσουν τη θέση τους στον ελληνικό βραχυπρόθεσμο δανεισμό των εντόκων γραμματίων πέραν του ορίου των περίπου 9 δισ. στο οποίο βρίσκονταν στις 18.2.2015, όταν το σύνολο αυτού του δανεισμού ανέρχεται σήμερα σε 14,943 δισ.

Τυπική απαγόρευση

Απέναντι στη θέση της κυβέρνησης ότι η ΕΚΤ ενεργεί ασκώντας οικονομική πολιτική με στόχο την εξυπηρέτηση των διαπραγματευτικών θέσεων των θεσμών στους οποίους περιλαμβάνεται και η ίδια, αντί να περιοριστεί στο αυστηρό πλαίσιο της νομισματικής πολιτικής, η αντιπολίτευση, τα μέσα ενημέρωσης, εγχώρια και ξένα, και διάφοροι αξιωματούχοι των θεσμών επισύρουν το ακλόνητο επιχείρημα ότι οι κανόνες απαγορεύουν τη νομισματική χρηματοδότηση του δημόσιου τομέα.

Ως εκ τούτου, κακώς διαμαρτύρεται η κυβέρνηση, ας υπογράψει τη συμφωνία που προτείνουν οι δανειστές και άμεσα θα έχει χρηματοδότηση από ΔΝΤ και EFSF.

Ταυτίζουν εσφαλμένα την κριτική στην πολιτική στάση της ΕΚΤ, που επιδιώκει την κατάργηση ειδικά για την Ελλάδα όλων των νόμιμων εργαλείων αναχρηματοδότησης που επιτρέπονται από τα άρθρα 123-125 ΣΛΕΕ, με την τυπικά απαγορευμένη νομισματική χρηματοδότηση.

Η κυβέρνηση, βέβαια, δεν πρόκειται να υπογράψει την όποια συμφωνία η οποία θα βρίσκεται σε αντίθεση με τα βασικά στοιχεία του προγράμματος οικονομικής πολιτικής για τα οποία και έχει την δημοκρατική νομιμοποίηση και εντολή να εφαρμόσει. Ως εκ τούτου, πορεύεται χωρίς χρηματοδότηση στην αντιμετώπιση των πληρωμών του χρέους, πέραν αυτών για μισθούς και συντάξεις.

Η επικαλούμενη απαγόρευση της νομισματικής χρηματοδότησης στηρίζεται στα άρθρα 123-125 ΣΛΕΕ. Αφορά το σύνολο των χωρών της Ε.Ε. και όχι μόνο των χωρών της Ευρωζώνης, οπότε η νομισματική χρηματοδότηση του δημόσιου τομέα δεν θα μπορούσε να γίνει ούτε με εγχώριο νόμισμα και την υιοθέτηση του καθεστώτος της παρέκκλισης που ισχύει για τις χώρες που δεν έχουν νόμισμα το ευρώ, εκτός βέβαια από τη Μ. Βρετανία, που πέραν της παρέκκλισης, έχει διατηρήσει και τη δυνατότητα νομισματικής χρηματοδότησης σύμφωνα με τη ρήτρα «ways and means».

Το άρθρο 123 απαγορεύει τις υπεραναλήψεις καθώς και κάθε είδους πιστωτικές διευκολύνσεις από την ΕΚΤ ή τις ΕΘΚΤ προς τις κεντρικές κυβερνήσεις ή άλλον οργανισμό ή φορέα του δημόσιου τομέα. Επίσης, απαγορεύει σε αυτές μόνο την απευθείας αγορά χρεογράφων από τους οργανισμούς ή τους φορείς αυτούς.

Η απαγόρευση δεν ισχύει για την αγορά χρεογράφων στη δευτερογενή αγορά. Στο πλαίσιο αυτό άλλωστε η ΕΚΤ εφάρμοσε το πρόγραμμα SMP, στο πλαίσιο του οποίου ήδη κατέχει ελληνικά ομόλογα με επικείμενες λήξεις, 20/7 3,48 δισ. και 20/8 3,188 δισ., μετά τη λήξη της τετράμηνης παράτασης της δανειακής σύμβασης. Η αποπληρωμή τους θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί με κατάλληλους μηχανισμούς αναχρηματοδότησης και διακανονισμού μέσα από το τρέχον πρόγραμμα QE της ΕΚΤ.

Το άρθρο 124 απαγορεύει μόνο την προνομιακή πρόσβαση στις κεντρικές κυβερνήσεις ή άλλο οργανισμό ή φορέα του δημόσιου τομέα, στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, όχι γενικά τη χρηματοδοτική πρόσβαση, αλλά ειδικά την προνομιακή σε σχέση με τους ιδιωτικούς φορείς. Κατά συνέπεια, δεν ασκεί καμιά επιρροή στη συζήτηση διότι η κυβέρνηση δεν έχει ζητήσει προνομιακή πρόσβαση με ειδικούς όρους και χαμηλό επιτόκιο. Άλλωστε, το επιτόκιο των εντόκων διαμορφώνεται με βάση τις προσφορές των βασικών διαπραγματευτών.

Ως εκ τούτου, η αγορά εντόκων γραμματίων και ομολόγων του δημόσιου τομέα από τις εμπορικές τράπεζες δεν συνιστά απαγορευμένη νομισματική χρηματοδότηση.

Τα όρια στην αγορά εντόκων που έχει θέσει η παρέμβαση του SSM αφορούν το ύψος της έκθεσης των τραπεζικών ιδρυμάτων στο πλαίσιο της προληπτικής εποπτείας για την φερεγγυότητά τους.

Προφανώς όμως και δεν κινδυνεύει η φερεγγυότητα των συστημικών τραπεζών, που είναι δεδομένη για την ΕΚΤ, από την αύξηση των θέσεών τους στα έντοκα γραμμάτια του Ελληνικού Δημοσίου, που αποτελούν βραχυπρόθεσμο ανακυκλούμενο δανεισμό και η σχετική παρέμβαση της ΕΚΤ στερείται επαρκούς αιτιολογίας και δεν εμποδίζει τις εμπορικές τράπεζες να κινηθούν και πέραν αυτής, αγοράζοντας έντοκα γραμμάτια και πέραν του ορίου της 18/2, με το ενδεχόμενο η ΕΚΤ να κινήσει εποπτική διαδικασία σε βάρος τους, η οποία βέβαια δίνει στις τράπεζες τη δυνατότητα να απαντήσουν στις αιτιάσεις και γενικά θα πρέπει να ακολουθηθεί η προβλεπόμενη στο κεφάλαιο 4 της οδηγίας τραπεζικής εποπτείας διαδικασία.

Αυτός ο μηχανισμός θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από την κυβέρνηση εφόσον θα προκύψουν ανάγκες για τη χρηματοδότηση επιτακτικών πληρωμών, όπως οι μισθοί και οι συντάξεις, αλλά προς το ΔΝΤ. Άλλωστε, προϋποθέτει την έκδοση εντόκων γραμματίων πέραν του ποσού των 15 δισ. ευρώ που έθεσε το Eurogroup τον Δεκέμβριο του 2012, με σκοπό όμως τη μείωση των χρηματοδοτικών αναγκών της χώρας, σε δανεισμό από το πρόγραμμα, καθώς αύξησε το τότε όριο κατά 9 δισ.

Κατά συνέπεια, η έκδοση εντόκων πέραν του ποσού των 15 δισ. συνιστά περαιτέρω μείωση των χρηματοδοτικών αναγκών της χώρας από τον δανεισμό μέσω της παραταθείσας έως 30/6 σύμβασης και είναι απόλυτα συμβατή τόσο με τον λόγο αύξησης του ορίου το 2012, όσο και με την καταγραφείσα απροθυμία των δανειστών να προχωρήσουν στην εκταμίευση του ποσού των 7,2 δισ., αν δεν υποχωρήσει πλήρως η χώρα στις αξιώσεις τους.

Η ΕΚΤ, στην περίπτωση αυτή, δεν θα μπορούσε να επικαλεστεί εποπτική αφερεγγυότητα των τραπεζών, καθώς η επιπλέον αγορά των εντόκων, εάν πρόκειται να χρηματοδοτήσει την πληρωμή μισθών και συντάξεων ή των υποχρεώσεων προς το ΔΝΤ, ανταποκρίνεται στην ομαλότητα των χρηματορροών και συμβάλλει στη σταθερότητα των συστημάτων πληρωμών, εκκαθάρισης και διακανονισμού, ενώ η κάλυψη των υποχρεώσεων του Δημοσίου διατηρεί και ενισχύει τη φερεγγυότητα, αλλά και τη ρευστότητα του συστήματος σε αντίθεση με τη μη καταβολή αυτών.

Η τυχόν ανάγκη αναχρηματοδότησης της αγοράς των εντόκων από τις εμπορικές τράπεζες μέσω του ELA, προφανώς και δεν αποτελεί λόγο διακοπής αυτού. Άλλωστε, η ΕΚΤ έχει αυτοδεσμευτεί στη διατήρησή του και είναι υποχρεωμένη να το κάνει για φερέγγυες τράπεζες. Ούτε αποτελεί λόγο μείωσης του ύψους μέχρι του οποίου γίνονται αποδεκτά ως εγγυήσεις αναχρηματοδότησης τα στοιχεία ενεργητικού των τραπεζών, διότι τα δύο θέματα δεν έχουν επαγωγική συσχέτιση ούτε εποπτικά ούτε κεφαλαιακά.

Το άρθρο 125 παρ. 1 απαγορεύει την ανάληψη από την Ευρωπαϊκή Ένωση της ευθύνης των υποχρεώσεων που αναλαμβάνουν οι κεντρικές κυβερνήσεις και οι οργανισμοί και φορείς του Δημοσίου των κρατών - μελών και αποτελεί τη νομική βάση για την άρνηση θέσπισης εργαλείων αμοιβαιότητας του χρέους όπως τα ευρωομόλογα, αν και υπάρχουν εναλλακτικές μέθοδοι μείωσης του χρέους των κρατών στους οποίους θα μπορούσε να δραστηριοποιηθεί η Ένωση χωρίς την παράβαση της απαγόρευσης αυτής, όπως οι προτάσεις των Paris και Wyplosz και άλλες.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0