Live τώρα    
Κυβέρνηση της Αριστεράς: η ώρα της πράξης
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Κυβέρνηση της Αριστεράς: η ώρα της πράξης

Τα κείμενα που ακολουθούν αποτελούν αποσπάσματα από τις εισηγήσεις στην εκδήλωση «Κυβέρνηση της Αριστεράς: η ώρα της πράξης», που οργάνωσαν τα «Ενθέματα» και το RedNotebook, το Σάββατο 14 Φεβρουαρίου. Τα πλήρη κείμενα δημοσιεύονται στην ηλεκτρονική έκδοση της Αυγής (www.avgi.gr) στο μπλογκ των Ενθεμάτων (enthemata.wordpress.com) και στο RedNotebook (rednotebook.gr).

Το βάθος του ουρανού είναι κόκκινο αλλά αν αργήσουμε θα πέσει το σκοτάδι

του Νίκου Γιαννόπουλου

Θα ξεκινήσω με μια γενική παρατήρηση, ως προς τις διαπραγματεύσεις Διαβλέπω μια ασάφεια --ή και διγλωσσία-- η οποία μπορεί να οδηγήσει, στην καλύτερη περίπτωση, σε έναν έντιμο, αλλά όχι βέβαια ισότιμο συμβιβασμό. Όταν διαπραγματεύονται ένας γορίλας και ένα --άγριο, έστω-- κανίς, ο συμβιβασμός δεν είναι μπορεί να είναι ακριβώς ισότιμος. Πάντως, έναςτέτοιος συμβιβασμός, για να είναι έντιμος, δεν μπορεί να ακυρώνει τα πολλάκις υπεσχημένα άμεσα μέτρα ανακούφισης: τα 751 ευρώ του κατώτατου μισθού (που ήδη έχουν μπει σε τροχιά διετίας), τις συλλογικές συμβάσεις, την απαγόρευση των ομαδικών απολύσεων, το πλήρες σταμάτημα των ιδιωτικοποιήσεων, την κατάργηση (και όχι απλή μετονομασία) του ΤΑΙΠΕΔ.

Προωθητική, και όχι καταγγελτική, αντιπολίτευση. Θα ήταν γελοίο να πει κανείς ότι τα κινήματα αντιπολιτεύονται τις κυβερνήσεις γενικώς, είτε είναι δεξιές ή ακροδεξιές είτε είναι αριστερές. Δεν πρόκειται περί αυτού. Κατά τη γνώμη μου, η αντιπολίτευση του ευρύτερου κινήματος σήμερα πρέπει να είναι προωθητική και όχι καταγγελτική. Στο δικό μας πολιτικό σύμπαν, αυτό δεν έχει να κάνει με ευγένεια, ούτε με μειωμένη ένταση. Έχει να κάνει με μια ουσιώδη διαφορά της πολιτικής συγκυρίας. Επί δεκαετίες, τα κινήματα χτίστηκαν στη βάση της αντίστασης για να μην επιδεινώνεται κι άλλο η κατάσταση. Σήμερα, τα κινήματα πρέπει να επαναπροσδιοριστούν στη βάση της διεκδίκησης, ότι «αυτά που κάνετε είναι λίγα, πρέπει να γίνουν περισσότερα». Αυτές είναι δύο διαφορετικές στρατηγικές αντιπολίτευσης.

Η επιτυχία της αριστερής κυβέρνησης είναι μονόδρομος. Όχι με την έννοια ότι είναι βέβαιη, αλλά με την έννοια ότι η μόνη ελπίδα του ΣΥΡΙΖΑ είναι να πάει αριστερά. Αλλιώς θα συντριβεί, θα αποτελέσει παρένθεση. Και, επίσης, δεν μπαίνει σήμερα κάποιο ζήτημα ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να λειτουργήσει σαν την κυβέρνηση του Κερένσκι πριν από την Οκτωβριανή Επανάσταση. Δεν μιλάμε δηλαδή για μια ανατροπή της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ από τα κάτω και τα αριστερά, αλλά από τα πάνω και τα δεξιά, και μια τέτοια έκβαση θα είναι τραγική Αυτό δεν το καταλαβαίνει δυστυχώς ένα μεγάλο μέρος της Αριστεράς, ούτε το ΚΚΕ ούτε η ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

Με ποιες δομές θα γίνουν αυτά; Δεν μπορώ να απαντήσω, νομίζω ότι αυτά χτίζονται, επινοούνται μέσα από την πράξη. Σίγουρα όμως πρέπει να παρθούν πρωτοβουλίες για τη λαϊκή συσπείρωση, με βάση τις θεματικές ή κατά τόπους, για τα νοσοκομεία, τα σχολεία, με βασικές κατευθυντήριες γραμμές τη λαϊκή συμμετοχή, το «άλλο Δημόσιο», την ενότητα εργαζομένων και χρηστών των υπηρεσιών. Πρέπει να βρούμε μορφές συνέργειας, λ.χ. σε ένα νοσοκομείο μεταξύ γιατρών, εργαζόμενων γενικότερα, χρόνια πασχόντων και τοπικής κοινωνίας. Μέσα από αυτά διεκδικείται και η ιδεολογική ηγεμονία.

Ο συντονισμός με ευρωπαϊκά κινήματα είναι, επίσης, απολύτως αναγκαίος. Εδώ όμως θέλω να επισημάνω κάτι: προφανώς σοσιαλισμός σε μία μόνη χώρα δεν γίνεται, αλλά αυτό δεν πρέπει να είναι το άλλοθι για να μη γίνουν ρήξεις ή ακόμα και επαναστάσεις. Ο κοινωνικός ανταγωνισμός, η ταξική πάλη είναι ανισόμερα, δεν εκδηλώνονται όλα μαζί σε όλες τις χώρες. Με αυτή την έννοια, ο συντονισμός των ευρωπαϊκών κινημάτων, ιδιαίτερα των χωρών του Νότου, είναι σωστή κίνηση, αλλά παραμένει ζητούμενο, προϋπόθεση της επιτυχίας του οποίου είναι το προχώρημα της Ελλάδας -- και όχι αντίστροφα, δεν μπορεί δηλαδή να περιμένει το κίνημα εδώ να εξελιχθούν τα πράγματα στην Ισπανία ή την Ιταλία κ.ο.κ.

Αστυνομία, δικαιοσύνη, δικαιώματα. Προχωράω σε κάποια πιο ειδικά ζητήματα, στο χώρο των δικαιωμάτων. Η κατάργηση των τρομονόμων είναι μεγάλο ζήτημα. Είναι, πρώτα απ' όλα αντισυνταγματικοί. Η αποσυμφόρηση των φυλακών, η πίεση προς τους δικαστές να μην κάνουν κατάχρηση προφυλακίσεων, η ριζική αλλαγή του τρόπου έκτισης ποινών για τους τοξικοεξαρτημένους και τους μετανάστες είναι άμεσα θέματα. Εμείς μπορεί να θέτουμε και άλλα ζητήματα, αλλά τα προηγούμενα τα θεωρώ κόκκινες γραμμές και για την ίδια την κυβέρνηση.

Επίσης, κόκκινη γραμμή είναι η κατάργηση των κέντρων κράτησης. Δεν είναι δυνατόν αριστερή κυβέρνηση να λειτουργεί κέντρα κράτησης. Πρέπει να αναδιαταχθεί συνολικά η σχετική πολιτική. Έπειτα, έχουμε τον φράχτη στον Έβρο, ο οποίος ψιλοέπεσε από τις βροχές, αλλά μπορεί να ξαναφυτρώσει… Ο φράχτης πρέπει να πέσει. Αποτελεί μεν διακρατικό θέμα, σύνθετο, αλλά είναι πάνω απ' όλα είναι πολιτικό ζήτημα. Και, φυσικά, πρέπει να αλλάξει ο ρόλος του Λιμενικού Σώματος, το οποίο πρέπει να βοηθάει τους πρόσφυγες που πέφτουν στη θάλασσα και όχι να τους πνίγει.

Η Αστυνομία πρέπει να αποκτήσει, στον βαθμό που αυτό είναι εφικτό, χαρακτηριστικά κοινωνικής υπηρεσίας. Πρέπει, επίσης, να συσταθεί ανεξάρτητη πολιτική αρχή ελέγχου της αστυνομικής αυθαιρεσίας η οποία θα παραπέμπει στον εισαγγελέα κατευθείαν, με κατηγορίες.

Προχωράω. Όσοι έχουν εφετεία για πολιτικές υποθέσεις με ποινικές προεκτάσεις πρέπει να περνάνε από Μικτά Ορκωτά Δικαστήρια, όπως ορίζει το Σύνταγμα. Τα ισόβια πρέπει να γίνουν δεκαέξι χρόνια -- σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες είναι και λιγότερο. Και, βεβαίως, άδειες σε όλους και άλλα ανάλογα μέτρα.

Όταν θα ξεκινήσουν οι δίκες της Χρυσής Αυγής, οι χρυσαυγίτες θα είναι όλοι ελεύθεροι. Αυτό δεν μπορούμε να το αλλάξουμε, ούτε είναι σωστό να ζητήσουμε να καταργηθεί το δεκαοχτάμηνο· όχι. Αλλά, διαρκούσης της δίκης χρειάζεται ισχυρό μέτωπο και πολιτική παρέμβαση κατά της Χρυσής Αυγής στην κοινωνία, να ξηλωθούν οι θύλακες των νεοναζί στο κράτος (ιδίως την Αστυνομία). Και, φυσικά, ξεκίνημα του δημόσιου διαλόγου για την απαγόρευση των ναζιστικών οργανώσεων.

***

Η κατάσταση είναι εξαιρετικά δύσκολη, αλλά ο άνεμος που φυσάει δροσερός. Απαιτείται σύνδεση του προτάγματος με την καθημερινή πολιτική (του προτάγματος, όχι του οράματος, το οποίο συχνά το επικαλούμαστε όταν δεν θέλουμε να έρθουμε σε σύγκρουση με την πραγματικότητα, ενώ το πρόταγμα είναι που μας επιτρέπει να κάνουμε τομές στην πραγματικότητα), σύνδεση της δέσμευσης με την πράξη, και ασφαλώς μια ορισμένη ταχύτητα. Είμαι βέβαιος ότι το βάθος του ουρανού είναι κόκκινο, αλλά αν αργήσουμε, θα πέσει το σκοτάδι.

Για μια λειτουργική και παραγωγική σχέση με την κοινωνία

του Παύλου Κλαυδιανού

Ουσιαστικά, το θέμα που συζητάμε σήμερα είναι πώς ο ΣΥΡΙΖΑ θα ασκήσει την κυβερνητική εξουσία χωρίς να εγκαταλείψει τον στόχο του κοινωνικού μετασχηματισμού. Ο ΣΥΡΙΖΑ, εφόσον πήρε την κυβέρνηση, ιστορικά είναι ενήμερος για τις δυσκολίες που υπάρχουν όταν ένα κόμμα, και ιδίως της Αριστεράς, έρχεται στην εξουσία. Είναι μια συζήτηση που δεν έγινε έγκαιρα στο κόμμα, αλλά πρέπει να γίνει. Οι εξελίξεις, ευτυχώς, μας δίνουν περιθώριο για να συζητήσουμε πράγματα που δεν τα 'χουμε δουλέψει. Όχι μόνο για το κόμμα, αλλά και για το κίνημα, που το είδαμε τώρα, δυναμικό και ευρύ ξανά στους δρόμους, ενώ νομίζαμε ότι δεν υπάρχει. Αυτό μας δίνει το περιθώριο να διορθωθούν και λάθη, να καλυφθούν κενά, να γίνουν πιο συστηματικά τα πράγματα στον ΣΥΡΙΖΑ, στην κυβέρνησή του, στο κόμμα. Να είναι πιο λειτουργική και παραγωγική η σχέση του με την κοινωνία.

Περιορισμοί. Είναι απαραίτητο να μας απασχολήσει το ζήτημα των περιορισμών που τίθενται στο έργο μιας κυβέρνησης με κορμό την Αριστερά.

1. Πρώτον ο περιορισμός που θα προκύψει από τη συμφωνία --όταν θα υπάρξει-- μεταξύ Ελλάδας και δανειστών. Και πρέπει να δούμε πώς θα μπορέσει, σε βάθος χρόνου, να αναπτυχθεί ένα κίνημα το οποίο θα διευρύνει τα περιθώρια ή και θα ανατρέπει αρνητικά σημεία της συμφωνίας. Χρειαζόμαστε ένα μίνιμουμ περιθώριο για να ασκηθεί η κοινωνική πολιτική, ιδίως να ξεκινήσει πειστικά η υλοποίηση του προγράμματος της Θεσσαλονίκης. Ο κόσμος των «νέων πλατειών» είναι ψύχραιμος, ενήμερος των δυσκολιών, με συγκρατημένες προσδοκίες, όμως υπάρχει ένα όριο. Οι δανειστές, ως πολιτικό στόχο έχουν η συμφωνία και οι έλεγχοι να είναι τόσο αυστηροί ώστε να υπάρξει ρήγμα της κυβέρνησης με την πλειοψηφία της κοινωνίας που τώρα τη στηρίζει. Αυτοί μπορούν να προκαλέσουν στα σοβαρά συνθήκες για μια «αριστερή παρένθεση», και όχι ο κ. Σαμαράς.

2. Δεύτερος περιορισμός που μπορεί να προκύψει είναι από τη συνεργασία ΑΝΕΛ-ΣΥΡΙΖΑ. Προς το παρόν, πέρα από κάποια ρητορική και συμβολικές πρωτοβουλίες, χωρίς να τα υποτιμώ, δεν έχουμε άλλα προβλήματα. Ωστόσο, θεωρώ πολύ σημαντικό ε αν προκύψουν εμπόδια στον στόχο για τον κοινωνικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, εκεί δηλαδή που τα προσδιορίζεται η αριστερή φυσιογνωμία μιας κυβέρνησης.

3. Τρίτος περιορισμός που μπορεί να προκύψει αν η κυβέρνησή μας δεν επιμείνει στο ριζοσπαστικό χαρακτήρα της πολιτικής της. Αν η κυβέρνησή μας κρατήσει τη ριζοσπαστική γραμμή στην πολιτική της (βεβαίως, με προτεραιότητες με σταδιακότητα, ποιο μπορώ σήμερα, ποιο αύριο, με ορίζοντα τετραετίας κλπ.), που πείθει και δεν αποκαρδιώνει, μπορούμε να προχωρήσουμε.

4. Τέταρτος περιορισμός, η κατάσταση του κόμματος. Είχαμε παραμελήσει, ως κόμμα και ηγεσία, το κόμμα. Από τον Μάη του 2012, αμέσως τέθηκε το ζήτημα πώς γνωρίζουμε, τι κάνουμε αυτόν τον κόσμο που μας ψήφισε. Πώς οργανώνεται κοινωνικά αυτός ο κόσμος. Ήταν μείζων στόχος, είτε επρόκειτο για τα συνδικάτα, είτε για τις δημοτικές κινήσεις είτε άλλες οργανώσεις και κινήσεις πολιτών, αλληλεγγύης, πολιτιστικές ομάδες, συνεταιρισμούς, ομάδες καταναλωτών κ.τ.λ Δεν έγινε αυτό, γιατί στο σώμα του κόμματος και στην ηγεσία υπήρχε η αντίληψη ότι, εφόσον πάμε καλά πολιτικά, λύνουμε και τα άλλα προβλήματα, παντού θα φαίνεται η επιρροή μας. Οι δημοτικές εκλογές απέδειξαν ότι ήταν λάθος. Τώρα μας δίνεται μια ακόμα ευκαιρία, διότι το κύρος του ΣΥΡΙΖΑ πολλαπλασιάστηκε.

Τι πρέπει να προσέξουμε; Θα επισημάνω του Χριστόφορου Βερναρδάκη στην Εποχή της προηγούμενης Κυριακής. Μένω σε δύο σημεία. Το ένα είναι ότι το κόμμα πρέπει να συνεχίσει να βρίσκει τους πόρους του, κοινωνικούς, οικονομικούς, πολιτικούς, από την κοινωνία και όχι από την κυβέρνηση. Το άλλο, ότι το κόμμα δεν θα πρέπει να ζει για να ελέγχει την κυβέρνηση, αλλά να λειτουργεί μες την κοινωνία, εκεί όπου συγκροτούνται οι κοινωνικές συμμαχίες, και από κει να ελέγχεται η κυβέρνηση. Μέσω των κινημάτων, μέσω της δικής τους κοινωνικής συμμαχίας, που θα πραγματοποιεί. Κατά τη γνώμη μου, επείγει να βρούμε τρόπους να έρθουμε σε επικοινωνία με αυτόν τον κόσμο που μας ψήφισε ή ήρθε στις πλατείες για τρίτη φορά. Πέρα από τις οργανωτικές πλευρές, πρέπει να σκεφτούμε τι κύματα ριζοσπαστισμού εκπέμπουμε σ' αυτόν.

***

Χτες που σχεδιάζαμε την πρώτη σελίδα της «Εποχής» έβλεπα τους νεότερους συντρόφους να επιλέγουν φωτογραφία από την Αμυγδαλέζα. Και θυμήθηκα την καταγωγή αυτού που κάνανε -- μια από τις καταγωγές--, μια φράση που μας είχε πει ο Χρόνης ο Μίσσιος στη φυλακή. Κουβεντιάζαμε το 1968, μετά τη διάσπαση του ιστορικού ΚΚΕ, τι σημαίνει η διάσπαση μέσα στο κομμουνιστικό κίνημα (είχε γίνει και η Πράγα εν τω μεταξύ), τι είναι το ΚΚΕ εσωτερικού κ.ο.κ. Κι εκεί που μας άρεσαν αυτά που λέγαμε, σε τι κομμουνισμό πιστεύουμε εμείς, τι σοσιαλισμό θέλουμε, πως θα τον πετύχουμε, του τέθηκε το ερώτημα: «Και αν έρθουμε εμείς στην εξουσία και κάνουμε πάλι τα ίδια;». Mας απάντησε: «Ε, βρε, μη φοβόσαστε και τότε θα 'μαστε αντιπολίτευση!» Τώρα, όμως, έχουμε καθήκον να είμαστε στην κυβέρνηση, να είμαστε στο κόμμα, στην κοινωνία που τροφοδοτεί με θέσεις και ιδέες το κόμμα και την κυβέρνηση, να δίνουμε τη μάχη παντού, με αυταπάρνηση, μυαλό και ιστορική αντίληψη. Παρ' όλα αυτά, τα λόγια του Χρόνη δεν πρέπει να τα ξεχάσουμε.

Να πάρουμε το κράτος στα σοβαρά

του Δημήτρη Χριστόπουλου

Η Αριστερά, ως τα σήμερα, είτε δεν έπαιρνε σοβαρά το κράτος είτε το έπαιρνε σοβαρά μόνο ως αντίπαλο. Ήρθε όμως η ώρα να πάρουμε στα σοβαρά το κράτος όχι μόνο ως αντίπαλο, διότι το κράτος δεν είναι ένα πράγμα. Το κράτος είναι, πριν απ' όλα, μια κοινωνική σχέση· είναι --παραθέτω Πουλαντζά-- «η υλική συμπύκνωση ενός συσχετισμού δυνάμεων ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις όπως αυτή εκδηλώνεται με ειδικό τρόπο μέσα στους κόλπους του ίδιου του κράτους».

Το πλεονέκτημα, μεταξύ άλλων, αυτής της θέσης είναι ότι θέτει ανάγλυφα ένα σοβαρό ζήτημα στρατηγικής σημασίας: το κράτος δεν είναι ένα μονολιθικό μπλοκ, χωρίς χαραμάδες, που θα αντιμετώπιζαν οι «μάζες» μετωπικά όντας έξω απ' αυτό και που θα έπρεπε να το αποδιαρθρώσουν συνολικά μέσω μιας μετωπικής εξέγερσης. Αντίθετα, επειδή το κράτος είναι «μια υλική συμπύκνωση ενός συσχετισμού δυνάμεων» διατρέχεται από αντιφάσεις. Είναι ουσιωδώς τόπος αντιφάσεων.

Κακά τα ψέματα, η Αριστερά πάσχει από έναν λειτουργικό αναλφαβητισμό στη γλώσσα της δημόσιας διοίκησης. Διαβάζουμε, αλλά δεν γράφουμε. Δεν έχουμε μάθει να γράφουμε διοικώντας το κράτος. Κι αυτό είναι μεγάλο έλλειμμα.

Το να αναμετρηθούμε μαζί του είναι η μεγάλη πρόκληση σήμερα, την οποία η κυβέρνηση φαίνεται να αναλαμβάνει. Η επανασύνδεση των υπουργικών χαρτοφυλακίων Εσωτερικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Δημόσιας Τάξης σε ένα ενιαίο Υπουργείο, με τη (δυστυχή λόγω ΑΝΕΛ) προσθήκη του Μακεδονίας-Θράκης, δεν αποτελεί απλώς μια διαδικαστική κίνηση οργανωτικού χαρακτήρα. Συνιστά κορυφαίο πολιτικό διάβημα, με ιδιαίτερο συμβολισμό και στρατηγική σημασία, που υπερβαίνει κατά πολύ την διασφάλιση διοικητικής ευελιξίας και αποτελεσματικού συντονισμού του κυβερνητικού έργου. Με την απόφαση αυτή συγκροτούνται σε μια ευρεία αλλά ενιαία θεσμική οντότητα οι διοικητικές λειτουργίες που συγκροτούν, σε τελική ανάλυση, τον σκληρό πυρήνα του κράτους και του πολιτεύματος: συγκρότηση του λαού και του εκλογικού σώματος, ιθαγένεια, διαχείριση αλλοδαπότητας, οργάνωση, διεξαγωγή, εποπτεία εκλογικής διαδικασίας,  οργάνωση και στελέχωση των κρατικών μηχανισμών στο πεδίο της αυτοδιοίκησης και της κεντρικής διοίκησης. Τέλος, ασφάλεια, δημόσια τάξη και ασφάλεια πολιτεύματος.

Αναφερόμαστε δηλαδή σε ένα υπουργείο ελληνικού πληθυσμού, στο οποίο η Αριστερά πλέον καλείται να ασκήσει πολιτική επιδεικνύοντας ένα νέο ύφος και ήθος δημόσιας διοίκησης, σε μια εξόχως δύσκολη περίοδο για τη χώρα. Τις αντιφάσεις για τις οποίες μίλησα στην αρχή, και τα ρήγματα οφείλουμε να τα αξιοποιήσουμε, καθώς ένα μεγάλο κομμάτι του αγώνα θα διεξαχθεί εντός των θεσμών, με μεταρρυθμίσεις που θα έχουν το πρόσημο της δικής μας πολιτικής ταυτότητας. Από την αρχή της κρίσης, όταν ο όρος «μεταρρύθμιση» έγινε συνώνυμος της απορρύθμισης υποστηρίζω, μαζί με αρκετούς άλλους, πως επείγει ο επαναπατρισμός της έννοιας της μεταρρύθμισης στην ιστορική της κοιτίδα, στην Αριστερά. Χωρίς μεταρρυθμίσεις στις δημόσιες πολιτικές, το στίγμα μας είναι αόρατο και η πορεία χωρίς πυξίδα.

Σήμερα, που o κόσμος παρακολουθεί αμήχανος το μπρα-ντε-φερ μεταξύ της ελληνικής και γερμανικής κυβέρνησης, στο εσωτερικό της χώρας διεξάγεται κι ένας άλλος αγώνας, μακριά από τα φώτα της ευρωπαϊκής δημοσιότητας. Αφορά την εμβάθυνση των δημοκρατικών θεσμών και την εδραίωση μιας πολιτικής κουλτούρας δικαιωμάτων. Η έκβασή του εξαρτάται σε κρίσιμο βαθμό --όχι εξ ολοκλήρου-- από την έκβαση των διαπραγματεύσεων. Όσο όμως διαιωνίζονται στην Ελλάδα πολιτικές που οξύνουν τα κοινωνικά αδιέξοδα, την ανισότητα και την αδικία, δεν μπορούμε να έχουμε σοβαρές ελπίδες ότι θα αλλάξει και το θεσμικό εποικοδόμημα με τους κραυγαλέους αναχρονισμούς του. Η χώρα κυβερνήθηκε για ικανά χρονικά διαστήματα από τα εκσυγχρονιστικά τμήματα των πολιτικών ελίτ, άλλοτε με ειλικρινή και άλλοτε με προσχηματική προσήλωση σε μια ατζέντα των θεμελιωδών ελευθεριών και κριτική διάθεση απέναντι στον ελληνικό εθνικισμό. Κι όμως, αν το καλοσκεφτούμε, οι μεγάλες αλλαγές στο χώρο της δημοκρατίας και των δικαιωμάτων που ρίζωσαν πραγματοποιήθηκαν όταν ξεκίνησε το μεγάλο σχέδιο κοινωνικής αναδιανομής του 1981 είτε το 1974 αμέσως μετά τη Χούντα, σε μια ριζική αλλαγή πολιτειακού καθεστώτος. Για να μπορέσει εκ νέου να εκδημοκρατιστεί το εποικοδόμημα των θεσμών και των δικαιωμάτων, πρέπει, συνάμα, να ξεκινήσει μια επιχείρηση αναδιανομής του κοινωνικού πλούτου.

Ωστόσο, επείγουν πράγματα! Να γίνουν βιώσιμες οι συνθήκες στις φυλακές. Να σχεδιαστεί και να υλοποιηθεί μια ανθρώπινη μεταναστευτική πολιτική. Να δοθεί ιθαγένεια στους ριζωμένους στην Ελλάδα ξένους και τα παιδιά τους. Να κλείσουν τα κέντρα κράτησης. Να εκδημοκρατιστεί η αστυνομία. Να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά η ναζιστική απειλή στο πολίτευμά μας. Και ο κατάλογος μόλις αρχίζει…

Ο αγώνας που θα διεξαχθεί εντός των θεσμών πρέπει να συμβαδίζει με έναν εξωτερικό αγώνα, με στόχο την ανάπτυξη του λαϊκού ελέγχου και την επέκταση της άμεσης δημοκρατίας και της κοινωνικής συμμετοχής. Για τον λόγο αυτό, όσο κρίσιμο είναι το θέμα των σχέσεων του κόμματος με την κυβέρνηση, για το οποίο έχουν ήδη διατυπωθεί ευσύνοπτα ορθές κατευθύνσεις1 (που δεν αίρουν πάντως την απαισιοδοξία μας από τις έως τώρα επιδόσεις), άλλο τόσο κρίσιμο είναι το θέμα των σχέσεων της κοινοβουλευτικής ομάδας της συμπολίτευσης και της κυβέρνησης. Η κοινοβουλευτική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι η κυβέρνηση. Οφείλει να ελέγχει την κυβέρνηση, να προωθεί τα αιτήματα, τις ανησυχίες και τις προσδοκίες της ελληνικής κοινωνίας και, όταν χρειαστεί, να έρθει αντιμέτωπη με την κυβέρνηση, προωθώντας τις πολιτικές για τις οποίες ο ελληνικός λαός την εμπιστεύτηκε. Αυτή η διάκριση νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας όσο δεδομένη είναι στη θεωρία άλλο τόσο ζητούμενη είναι στην πράξη. Αυτό είναι ένα από τα πολλά κόστη του να πάρουμε το κράτος στα σοβαρά. Αν όμως το κάνουμε, τα οφέλη θα είναι πολλαπλώς μεγαλύτερα. Να πάρουμε το κράτος στα σοβαρά λοιπόν. Στην πράξη.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0