Του Φαίδωνα Χατζηδημητρίου
Είμαι πενήντα πέντε χρόνια αριστερός. Εκείνο που με ώθησε αρχικά στις αριστερές ιδέες, ο πόλεμος, δηλαδή, εναντίον της κοινωνικής αδικίας, είναι αυτό που φλογίζει ακόμα τον νου μου. Είμαι και ΣΥΡΙΖΑ. Ξέρω ότι θα παραμείνω αριστερός και ελπίζω ότι θα παραμείνω και ΣΥΡΙΖΑ.
Η κοινωνική αδικία είναι ένα τεράστιο πέπλο που σκεπάζει τη χώρα. Ένα πέπλο χωρίς ρωγμές, κάτω από το οποίο συνωθούνται όλες οι φυλές του Ισραήλ: Έλληνες και "ξένοι" από τα πέρατα. Έλληνες που έχουν ξεχάσει -και πρέπει να τους το θυμίζουμε καθημερινά- ότι όλοι τους είχαν τουλάχιστον έναν πρόγονο ή κάποιον συγγενή μετανάστη και "ξένοι" φτωχοί, ανασφαλείς, απορημένοι με εμάς και έντρομοι.
Εξαγγέλθηκε από τη νέα κυβέρνηση σειρά μέτρων ανακούφισης των μεταναστών και προσφύγων από το φοβερό βάρος που πλακώνει τους ώμους. Δεν είναι αρκετές οι πρόνοιες που προβλέπονται, θα έλεγα, μάλιστα, ότι δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ούτε ως στοιχειώδεις. Είναι, όμως, ένα ορατό κάτι. Μια κυβέρνηση, ένα κόμμα, έχουν να μετρήσουν πάντοτε και το λεγόμενο "κοινωνικό κόστος", την "κοινή γνώμη", τον πολιτικό αντίπαλο κ.ο.κ.
Στην περίπτωση των μεταναστών και προσφύγων, πάντως, ισχυρίζομαι και θεωρώ ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, προτού ακόμα γίνει κυβέρνηση, είχε αρχίσει να βάζει "πολύ" νερό στο κρασί του, φοβούμενος (δικαίως) να μην "προκαλέσει" τους Έλληνες. Η ποσότητα του νερού αποδεικνύεται μετεκλογικά υπερβολική. Διότι παρά τη λύσσα της σαμαρικής Ακροδεξιάς εναντίον του ΣΥΡΙΖΑ ως "προστάτη των λαθρομεταναστών", οι ψηφοφόροι δεν τσίμπησαν.
Άλλα απασχολούσαν και απασχολούν τον κόσμο. Οι άνθρωποι βλέπουν το δικό τους, το "ελληνικό" χάλι. Κι όταν αυτό είναι τόσο καθολικό, η ξενοφοβία -τη στιγμή, τουλάχιστον, που ηγεμονεύει ο αριστερός λόγος- δεν μπορεί παρά να υποχωρεί και να ηττάται κατά κράτος. Αυτό συμβαίνει τούτη τη στιγμή. Χαρακτηριστικό, δε, είναι ότι η σιωπή της σαμαρικής Ακροδεξιάς σημαίνει ότι το κλίμα ανοχής προς τους "ξένους" την υποχρεώνει να βουβαίνεται.
Το ζήτημα της ιθαγένειας των παιδιών που γεννιούνται στην Ελλάδα από "ξένους" γονείς, αντιμετωπίστηκε τα τελευταία χρόνια με αλλεπάλληλες παλινωδίες και παλινδρομήσεις. Οι εξαγγελίες της Τασίας Χριστοδουλοπούλου (της οποίας τους συνεπείς αγώνες για τα ανθρώπινα δικαιώματα παρακολουθώ επί χρόνια) είναι ασφαλώς σε σωστή κατεύθυνση. Φρονώ ότι η ιθαγένεια των παιδιών πρέπει να έχει όσο το δυνατόν λιγότερες προϋποθέσεις.
Η κυβέρνηση θα πρέπει να εργαστεί προς την κατεύθυνση της νομοθέτησης μίας και μόνης κύριας προϋπόθεσης, αυτής που συνδέεται με τον τόπο γέννησης. Εάν είναι απαραίτητες και κάποιες δευτερεύουσες (π.χ. διαμονή γονέων, νόμιμη και μη νόμιμη, αλλιώς θα είναι δώρο άδωρο), ας είναι ελάχιστες. Και, κυρίως, δεν θα πρέπει να ισχύσει η συμπλήρωση του 18ου ή άλλου ορίου ηλικίας.
Η εδώ γέννηση αρκεί για τη θεμελίωση της κτήσης ιθαγένειας. Δεν μπορεί τα παιδιά αυτά να είναι ολικώς ή μερικώς αόρατα μέχρι τα δεκαοχτώ τους. Ούτε είναι λογικό να περιμένουμε να μεγαλώσουν, να μάθουν την ελληνική ιστορία, τα έθιμα και τη θρησκεία της Ελλάδας (όπως ανατριχιάζοντας είδα να προτείνεται σε επιστολή προς την "Αυγή" της 19.2). Εξάλλου, γνωρίζουμε πόσο εύθραυστες είναι οι σοβαρές μεταρρυθμίσεις. Ας τις ισχυροποιήσουμε τώρα που το κλίμα είναι ευνοϊκό και προτού κάποια δυναμωμένη σαμαρική ή άλλη ακροδεξιά αποκτήσει τη δύναμη να τις ανατρέψει.
Τέλος, υποψιάζομαι ότι η κυβέρνηση δεν έχει -και μάλλον δεν μπορεί αυτή τη στιγμή να έχει- εικόνα για την εικόνα που έχουν αυτή τη στιγμή οι "ξένοι" (οι οικονομικοί μετανάστες κυρίως) γι' αυτήν και για τον ΣΥΡΙΖΑ. Για τις φήμες, τις ελπίδες που θερμαίνουν (δειλά, είναι η αλήθεια) τις "αλλοδαπές" οικογένειες και παρέες. Η λέξη "ΣΥΡΙΖΑ" μπαίνει ήδη στο λεξιλόγιό τους. Τυχαίνει να το γνωρίζω. Δεν είναι ότι είναι "δικοί μας", του κόμματός μας, οι άνθρωποι αυτοί. Είναι ότι ελπίζουν σε μας. Όπως ελπίζουν και οι Έλληνες. Κατά τον ίδιο τρόπο. Και κατά τον ίδιο τρόπο -και μάλιστα, ακόμα περισσότερο, με αγάπη- να μιλήσουμε στις καρδιές Ελλήνων και "Ξένων".