Του Γιάννη Σιώτου
Υποκρισία; Διπλωματικός ελιγμός; ή ομολογία αδιεξόδου. Περί ανισότητας ο λόγος, που φαίνεται ότι πλέον χρησιμοποιείται από όλο και περισσότερους διεθνείς οργανισμούς, για να εξωραΐσουν το προφίλ τους, την ίδια στιγμή που επιβάλλουν στους λαούς πολιτικές οι οποίες όχι μόνο δεν «κλείνουν την ψαλίδα» της ανισότητας, αλλά αντίθετα τη μεγαλώνουν ακόμα περισσότερο.
Για παράδειγμα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Πριν ένα χρόνο, ο Τζόναθαν Όστρι, αναπληρωτής επικεφαλής του τμήματος ερευνών του Ταμείου, εξέδωσε μια μελέτη υπό τον τίτλο "Redistribution, Inequality and Growth", η οποία συγκρίνει για πρώτη φορά ιστορικά δεδομένα από διάφορες χώρες. Συμπέρασμα της έρευνας: η αναδιανομή του εισοδήματος δεν είναι επιζήμια και δεν αποτελεί τροχοπέδη για την ανάπτυξη, εντούτοις μεγάλες εισοδηματικές ανισότητες μπορούν κάλλιστα να την επηρεάσουν. Έπειτα από φάσεις δημοσιονομικής αναδιανομής, χώρες με χαμηλά επίπεδα εισοδηματικής ανισότητας εμφανίζουν κατά μέσο όρο μεγαλύτερη οικονομική ανάπτυξη σε σύγκριση με εκείνες με ακραία επίπεδα ανισότητας.
Φυσικά και χρειάζονται κίνητρα για να προωθείται η οικονομική και επιχειρηματική δραστηριότητα, ωστόσο «η υπέρμετρη ανισότητα βλάπτει την ανάπτυξη, επειδή για παράδειγμα, εμποδίζει την πρόσβαση στο σύστημα υγείας και την εκπαίδευση. Αυτό υπονομεύει την πολιτική και οικονομική σταθερότητα και κατ΄ επέκταση την επενδυτική διάθεση των επιχειρήσεων. Επιπροσθέτως θέτει σε κίνδυνο την κοινωνική συναίνεση που είναι απαραίτητη σε περιπτώσεις ενός μεγάλου σοκ», επισημαίνουν οι συντάκτες της μελέτης.
Αν συγκρίνει κανείς το κείμενο αυτό με τους κατευθυντήριους άξονες της οικονομικής πολιτικής, όπου αυτοί αναφέρονται στις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης, σίγουρα δεν θα βρει και πολλές διαφορές. Επίσης, δεν υπάρχουν διαφορές και μεταξύ αυτών που έχουν επανειλημμένα δηλώσει κορυφαίοι νομπελίστες οικονομολόγοι για την οικονομική πολιτική, που ακολουθεί σήμερα η Ε.Ε. και τις επιπτώσεις που έχει στο άνοιγμα της εισοδηματικής ψαλίδας.
Για κάποιον που παρακολουθεί συστηματικά τον διεθνή τύπο, είναι γνωστό ότι ανάλογες επισημάνσεις έχουν γίνει από την Παγκόσμια Τράπεζα, τον ΟΟΣΑ και το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ. Μάλιστα, στη σύνοδο του Νταβός το 2013, η ανισότητα είχε καταγραφεί ως μία από τις βασικές παγκόσμιες απειλές .
Και εδώ αρχίζει ο παραλογισμός και η διγλωσσία. Στη συζήτηση που έχει ξεκινήσει με αφορμή το αίτημα της ελληνικής κυβέρνησης για την ανάγκη άμεσου επαναπροσανατολισμού της οικονομικής πολιτικής της Ευρώπης, το ΔΝΤ σε αγαστή συνεργασία με τους Ευρωπαίους δανειστές, επιμένει ότι η λιτότητα και οι μεταρρυθμίσεις είναι αδιαπραγμάτευτος όρος. Το ίδιο απαντούν και σε όλες τις φωνές που αρθρώνονται για να υποστηρίξουν ότι η συγκεκριμένη πολιτική είναι αδιέξοδη, αφού οξύνει την ανισότητα και οδηγεί σε κοινωνική και ανθρωπιστική κρίση.
Και αυτό έχει αποδειχθεί πολλές φορές και όχι μόνο τις τελευταίες μέρες. Ακόμα και στις επισημάνσεις που έκαναν πριν από μερικούς μήνες οι σοσιαλδημοκράτες ηγέτες της Ευρώπης, η σιωπή του ΔΝΤ αλλά και του ΟΟΣΑ ήταν αξιοπρόσεκτη. Ακόμα και σε ανακοινώσεις που αφορούν στην αύξηση της συγκέντρωσης του παγκόσμιου πλούτου, όλοι αυτοί που χρησιμοποιούν την ανισότητα για τις δικές τους δημόσιες σχέσεις, προτιμούν να περιορίζονται σε μερικές γενικόλογες αναφορές, που φυσικά δεν ακουμπούν την πραγματική αιτία του προβλήματος.
Πλέον κανείς δεν αμφισβητεί ότι η ανισότητα δεν είναι το αποτέλεσμα των δυνάμεων της αγοράς, αλλά η κατάληξη συγκεκριμένων πολιτικών που σχεδιάζονται και υλοποιούνται από τις κυβερνήσεις και αποκτούν το θεωρητικό υπόβαθρο από αυτούς τους διεθνείς οργανισμούς. Τί άλλο θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς από τη φορολογική αρωγή που έχουν παράσχει στις πολυεθνικές, οι κυβερνήσεις της Ιρλανδίας και του Λουξεμβούργου;
Πώς μπορούσε να ερμηνευτεί το γεγονός, ότι η Βρετανία έχει υπό τον έλεγχό της μερικούς από τους πιο σημαντικούς φορολογικούς παραδείσους;
Πώς εξηγείται το γεγονός ότι γερμανικοί κολοσσοί που χρησιμοποιούν φορολογικούς παραδείσους, προκειμένου να ενισχύσουν την οικονομική τους παρουσία στις οικονομίες τρίτων χωρών, ουσιαστικά χαίρουν της αμέριστης «κατανόησης» των πολιτικών τους;
Αν σε αυτά προσθέσει κανείς τις αποφάσεις που σχετίζονται με το κόστος εργασίας, τις κοινωνικές δαπάνες αλλά και τη συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας, τότε σίγουρα αναρωτιέται «ποιός κοροϊδεύει ποιόν».
Η ιστορία της ανθρωπότητας βρίθει ιστοριών κοινωνικών ανατροπών που συνδέονται με την ανισότητα. Από τη Γαλλική Επανάσταση, μέχρι τις ευρωπαϊκές επαναστάσεις του 18ου αιώνα και από τη Ρωσική Επανάσταση μέχρι την έλευση του φασισμού και του εθνικοσοσιαλισμού στην Ευρώπη του Μεσοπολέμου, η ανισότητα προκαλεί κοινωνικές και πολιτικές ρήξεις και εκρήξεις. Ακόμα και η οικονομική έκρηξη της δυτικής Ευρώπης, αμέσως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, μπορεί να ερμηνευτεί ως αποτέλεσμα του φόβου των επιπτώσεων από την ανισότητα.
Σήμερα όλα δείχνουν ότι στην Ε.Ε., η ανισότητα κινείται σε δύο επίπεδα: των κρατικών οντοτήτων και των κοινωνιών. Και αυτό είναι ΕΠΙΛΟΓΗ. Ενώ η Ευρώπη έχει μια πληθώρα εθνικών κοινοβουλίων και ελεύθερες και δίκαιες εκλογές, καθώς και ένα Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και πολλαπλούς θεσμούς με εξουσιοδότηση να εκπροσωπούν τα συμφέροντα των πολιτών, όταν μια χώρα είναι μέλος της Ευρωζώνης, συμβαίνουν ορισμένα πράγματα που παρακάμπτουν κάθε πιθανό δημοκρατικό έλεγχο. Έτσι όταν μια χώρα της Ευρωζώνης πλήττεται από ένα οικονομικό σοκ, δεν μπορεί να ανταποκριθεί σε αυτό μέσω της συναλλαγματικής ισοτιμίας (υποτίμηση) ή χρησιμοποιώντας το νομισματοκοπείο (πληθωρισμός). Θα πρέπει να επιλέξει ανάμεσα στη χρεοκοπία, η οποία δεν επιτρέπεται και στην ισοσκέλιση του ισολογισμού της μέσω της εσωτερικής υποτίμησης (λιτότητας). Έτσι η λιτότητα γίνεται το μόνο παιχνίδι που επιτρέπεται. Η ενίσχυση της εμπιστοσύνης των καταναλωτών και των επενδυτών, που υποτίθεται ότι θα εξασφάλιζε η λιτότητα, δεν υλοποιήθηκε ποτέ και η Ευρωζώνη στο σύνολό της διολίσθησε στην ύφεση και στη συνέχεια, η περιφέρεια στην καχεξία και στον αποπληθωρισμό.
Μέχρι τώρα, η εμμονή των πολιτικών της Ευρωζώνης στην καταπολέμηση του πληθωρισμού, τους έχει προσδώσει μια μονόπλευρη αντίληψη της πολιτικής. Στην πραγματικότητα, η Ευρώπη δεν είχε οποιουδήποτε μεγέθους πρόβλημα πληθωρισμού από το 1970. Αυτό που αντιμετωπίζει σήμερα, είναι ο αποπληθωρισμός και δεδομένου ότι οι πολιτικές τού πληθωρισμού και του αποπληθωρισμού είναι πολύ διαφορετικές, οι λανθασμένες επιλογές πολιτικής παράγουν ανισότητες, τόσο σε εθνικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο.
Αν λοιπόν η Ε.Ε. δεν καταφέρει τώρα να βρει τον δρόμο προς ένα ιστορικό συμβιβασμό που θα αντιμετωπίζει την ανισότητα, τότε αργά ή γρήγορα θα βρεθεί αντιμέτωπη με δυσάρεστες εκπλήξεις που δεν θα μπορούν να αντιμετωπιστούν ούτε με την υποκρισία ούτε και με τη διγλωσσία.