Live τώρα    
Είναι και φαίνεσθαι στη σύγχρονη διαπραγμάτευση των δανειακών συμβάσεων
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Είναι και φαίνεσθαι στη σύγχρονη διαπραγμάτευση των δανειακών συμβάσεων

Του Ανέστη Ταρπάγκου

Η ίδια η πορεία των σημερινών διαπραγματεύσεων για τις δανειακές συμβάσεις, που βαρύνουν καίρια την ελληνική οικονομία και το επίπεδο διαβίωσης των λαϊκών τάξεων, καταδεικνύει κατά τον πλέον εναργέστερο τρόπο τη βαθιά ταξικότητα του ζητήματος σε σχέση με τη θεώρησή του ως μορφής «εθνικής» και μόνο αντιπαλότητας με τις βόρειες χώρες της ευρωπαϊκής ηπείρου. Κύρια επιδίωξη της πλειονότητας των κυβερνήσεων της Ευρωζώνης δεν είναι τόσο οι όροι αποπληρωμής των τόκων και χρεολυσίων του ελληνικού δημόσιου χρέους, όσο η διασφάλιση των συνθηκών του μοντέλου καπιταλιστικής συσσώρευσης που επιβλήθηκε στην τελευταία πενταετία. Ενός προτύπου επιχειρηματικής ανάπτυξης που επεδίωκε την αποκατάσταση της κλονισμένης κερδοφορίας του κεφαλαίου από την κρίση υπερσυσσώρευσης, μέσα από την κοινωνική υποτίμηση, την περικοπή των μισθών, τη συρρίκνωση των συντάξεων, την υπέρμετρη διόγκωση της ανεργίας, την κατεδάφιση των εργασιακών σχέσεων και κοινωνικών δικαιωμάτων των εργαζομένων τάξεων, πράγμα που και είχε απτά αποτελέσματα στους ενοποιημένους ισολογισμούς των 22.500 επιχειρήσεων του εταιρικού τομέα της ελληνικής οικονομίας.

Γι' αυτούς τους λόγους και οι σημερινές πιέσεις που ασκούνται στο επίπεδο της ζώνης του ευρώ, της ΕΚΤ και του ΔΝΤ αφορούν την απόπειρα διατήρησης όρων συνέχισης της λιτότητας (ολοκλήρωση αποκρατικοποιήσεων, συνέχιση περικοπής συντάξεων, φορολογικές επιβαρύνσεις, ελαστικοποίηση εργασιακών σχέσεων κ.λπ.), που γενικά δεν άπτονται της σφαίρας εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους. Γιατί, άλλωστε, σε κάθε περίπτωση, εφόσον συνολική πρόθεση των εμπλεκομένων πλευρών είναι η αμοιβαία επωφελής λύση εντός της Ευρωζώνης και η αποφυγή καταστρεπτικών συνεπειών και για τα δύο μέρη, οι δανειακές υποχρεώσεις της χώρας θα εξυπηρετούνται με προφανή ρήτρα ανάπτυξης και θα φτάνουν τα 18 δισ. ευρώ ετησίως κατά μέσο όρο (290 δισ. ευρώ / 16 χρόνια), αν η διάρκεια αποπληρωμής καλύπτει την επόμενη δεκαπενταετία (2015 - 2030), ή πολύ χαμηλότερα επίπεδα αποπληρωμής των τόκων και χρεολυσίων εφόσον επιτευχθεί (και είναι πασιφανώς αναγκαίο) μια γενναία διαγραφή (απομείωση) ενός μεγάλου μέρους του δημόσιου χρέους, μειωθούν τα επιτόκια και επιμηκυνθεί η περίοδος αποπληρωμής.

Το κυρίαρχο ζήτημα για την ελληνική και τις ευρωπαϊκές αστικές τάξεις, η θεμελιώδης επιδίωξη των πολιτικών νεοφιλελεύθερων δυνάμεων στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, είναι πρωτίστως η σταδιακή προαγωγή του νέου μοντέλου καπιταλιστικής συσσώρευσης που επιχειρήθηκε να επιβληθεί στην ελληνική οικονομία με προοπτική επέκτασης στις υπόλοιπες οικονομίες της νότιας ευρωπαϊκής ζώνης. Κι αυτό έχει πολύ ευρύτερη σημασία από ό,τι η ελληνική περίπτωση και αφορά τους όρους ανταγωνισμού των καπιταλιστικών δυνάμεων στο επίπεδο των παγκόσμιων αγορών. Πρόκειται δηλαδή για το εγχείρημα εισαγωγής, σταθεροποίησης και επέκτασης μορφών εξαγωγής απόλυτης υπεραξίας από την παραγωγική δραστηριότητα των ευρωπαϊκών εργατικών τάξεων, πάντοτε στο έδαφος και σε παραλληλία με τη λειτουργία των κλασικών διαδικασιών (από τα τέλη του 19ου αιώνα και μέχρι σήμερα) εξαγωγής σχετικής υπεραξίας (τεχνολογικοί εκσυγχρονισμοί, αυτοματοποίηση, επιστημονικές εφαρμογές και αναβαθμίσεις κ.ά.).

Αυτή η επιδίωξη των κυρίαρχων αστικών ελίτ της ευρωπαϊκής, πολιτικής, οικονομικής και νομισματικής ενοποίησης εντάσσεται στη στρατηγική αντιμετώπισης του διεθνούς εμπορικού ανταγωνισμού ανάμεσα στον ευρωπαϊκό καπιταλισμό και στις οικονομίες των ΗΠΑ, των BRICS, της Ιαπωνίας κ.λπ., που, για να καταλήγει σε επωφελή αποτελέσματα για το ευρωπαϊκό κεφάλαιο, απαιτεί την κατάργηση του «ευρωπαϊκού κοινωνικού status» (συλλογικές διαπραγματεύσεις, λειτουργία δημόσιων κοινωφελών υπηρεσιών, συνδικαλιστικά δικαιώματα, φορολογική ελάφρυνση των λαϊκών τάξεων, αναδιανεμητικές διαδικασίες κ.λπ.). Η ελληνική περίπτωση αποτέλεσε τον οδηγό μιας τέτοιας μετάλλαξης, όπου ο βρόγχος του δημόσιου χρέους χρησιμοποιείται ως όχημα για την επιβολή άτεγκτων πολιτικών λιτότητας, δηλαδή ευρέων μορφών εξαγωγής απόλυτης υπεραξίας. Μ' αυτή την έννοια η σημερινή διαπραγμάτευση της κυβέρνησης κοινωνικής σωτηρίας του ΣΥΡΙΖΑ, που ανταποκρίνεται στις επιθυμίες και στην ετυμηγορία των λαϊκών στρωμάτων της χώρας, έχει βαθιά ταξικό εργατικό πρόσημο, σε αντιπαλότητα με τα προφανή συμφέροντα των κυρίαρχων δυνάμεων της ζώνης του ευρώ, αλλά και σε αντιπαράθεση με τα αστικά συμφέροντα ταξικής κυριαρχίας στην Ελλάδα και την Ευρώπη. Το ζήτημα δεν είναι οι «εθνικές» αντιθέσεις μεταξύ των διαφορετικών ευρωπαϊκών χωρών, αλλά οι βαθύτατα ταξικές αντιπαλότητες ανάμεσα στις εργαζόμενες πλειοψηφίες και στις καπιταλιστικές ελίτ που κυριαρχούν στους ευρωπαϊκούς θεσμούς.

Η επιμονή της κυβέρνησης με κορμό τη ριζοσπαστική Αριστερά, η οποία και εκφράζει σήμερα με τους χειρισμούς που έχει κάνει την απόλυτη πλειοψηφία πλέον των λαϊκών τάξεων, στην κατάργηση των μνημονιακών ρυθμίσεων και της συνέχισης της λιτότητας (σε δημοσιονομικό και επιχειρηματικό επίπεδο), αφορά την προάσπιση των ταξικών συμφερόντων της μισθωτής εργασίας, των ανέργων, της νεολαίας και των συνταξιούχων. Η επίγνωση αυτού του «είναι» των σημερινών δανειακών διαπραγματεύσεων έναντι του προφανούς και υπαρκτού άλλωστε «φαίνεσθαι» είναι σε θέση να ισχυροποιήσει και να ριζοσπαστικοποιήσει κοινωνικά τη λαϊκή πλειοψηφία, παρέχοντάς της πλέον μια ανυποχώρητη και αδιαπραγμάτευτη δύναμη. Κατά τούτο, η ισχυρή διαπραγμάτευση στο επίπεδο του δημόσιου χρέους ουσιαστικά δεν είναι παρά η μία όψη του ζητήματος. Η άλλη όψη είναι η ταξική διαπραγμάτευση των εργατικών συμφερόντων έναντι των κυρίαρχων αστικών επιδιώξεων και πολιτικών. Κι αν ακόμη δεν υπήρχε το δημόσιο χρέος έπρεπε να «εφευρεθεί» για να μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως πολιορκητικός κριός για την εκτεταμένη κοινωνική υποβάθμιση των εργαζομένων τάξεων στη χώρα.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0