Live τώρα    
«Να πληρώσουν οι πλούσιοι»
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

«Να πληρώσουν οι πλούσιοι»

ΤΟΥ ΑΝΕΣΤΗ ΤΑΡΠΑΓΚΟΥ

Σ' ολόκληρη την προηγούμενη περίοδο, τόσο της καπιταλιστικής κρίσης και της άσκησης των μνημονιακών πολιτικών (2008 - 14) όσο και πριν από την εκδήλωσή της, πραγματοποιήθηκε στην ελληνική οικονομία μια δίχως προηγούμενο μεταβίβαση - αναδιανομή εισοδήματος από τις λαϊκές εργαζόμενες τάξεις προς την κυρίαρχη αστική τάξη και τα ανώτερα μικροαστικά στρώματα. Οι μηχανισμοί που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη αυτής της επιδίωξης ήταν κατ' εξοχήν:

α) Η μετάλλαξη των εργασιακών σχέσεων και η άμεση κατακόρυφη μείωση του κόστους εργασίας, πράγμα που συνέτεινε τα μέγιστα στην αποκατάσταση της κλονισμένης (λόγω της κρίσης υπερσυσσώρευσης) κερδοφορίας του επιχειρηματικού κεφαλαίου.

β) Η έκλυση της μαζικής ανεργίας με την εκκαθάριση ζημιογόνων παραγωγικών μονάδων, η οποία μεταβίβασε το κοινωνικό κόστος της κρίσης στην εργατική τάξη και ταυτόχρονα επέφερε την καθήλωση των μισθολογικών απαιτήσεων των εργαζομένων εξ αιτίας της παραλυτικής της επίδρασης στον ενεργό εργαζόμενο κόσμο.

γ) Η μετακύλιση της αποπληρωμής του δημόσιου χρέους στους ώμους της εργαζόμενης κοινωνικής πλειοψηφίας διά μέσου της βαρύτατης φορολόγησης που επιβλήθηκε και των ακραίων δημοσιονομικών περικοπών (κοινωνικές δαπάνες) που μεταβίβαζαν το κόστος των υπηρεσιών Υγείας και Παιδείας στα εργαζόμενα νοικοκυριά.

Απεναντίας, ο επιχειρηματικός καπιταλιστικός κόσμος της χώρας, όχι μόνον δεν συνέβαλε στην αντιμετώπιση των καταστρεπτικών συνεπειών της κρίσης και στην εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους, αλλά αποτέλεσε τον αποδέκτη συλλογής και ιδιοποίησης όλων αυτών των λαϊκών επιβαρύνσεων. Μάλιστα, ενώ το δημόσιο χρέος προήλθε από τη μειωμένη φορολογική επιβάρυνση της καπιταλιστικής κερδοφορίας, εντονότατης στην περίοδο πριν την εκδήλωση της κρίσης και ασθενέστερης μετέπειτα, καθώς και από τις συστηματικές επιδοτήσεις του επιχειρηματικού κεφαλαίου από τον κρατικό προϋπολογισμό, εντούτοις το βάρος αποπληρωμής των τόκων και χρεολυσίων μεταφέρθηκε στα εργαζόμενα κοινωνικά στρώματα. Τα αποτελέσματα ορατά και συγκεκριμένα: Εξαθλίωση και ραγδαία επιδείνωση της κοινωνικής θέσης της μισθωτής εργασίας, των ανέργων, της νεολαίας και των συνταξιούχων, σταδιακή αποδιάρθρωση των δημόσιων κοινωνικών υπηρεσιών (εκπαίδευσης, κοινωνικής ασφάλισης κ.λπ.), συρρίκνωση των προγραμμάτων δημοσίων επενδύσεων κ.ά.

Επόμενο άρα ήταν να αναδειχθεί στο επίκεντρο των πολιτικών επιδιώξεων του ΣΥΡΙΖΑ το αίτημα «να πληρώσουν οι πλούσιοι», εφόσον ήταν καταφανώς η ελληνική αστική τάξη που ωφελούνταν από την πολιτική των Μνημονίων και την απαλλαγή της από την αποπληρωμή του δημόσιου χρέους που η ίδια ωστόσο δημιούργησε. Άλλωστε αυτό το χαρακτηριστικό της αριστερής ριζοσπαστικής πολιτικής είναι που έπεισε πολιτικά τον λαϊκό εργαζόμενο κόσμο και τον οδήγησε στην αριστερή του μεταστροφή. Αυτό επιπρόσθετα είναι το νόημα της πολιτικής του τερματισμού της λιτότητας, της προώθησης της οικονομικής ανάταξης και της παραγωγικής απασχόλησης.

Σ' αυτή την κατεύθυνση η κυβέρνηση κοινωνικής σωτηρίας με κορμό τη ριζοσπαστική Αριστερά και σε συμμαχία με τους ΑΝ.ΕΛΛ. από τη μια πλευρά επιδιώκει μια διευθέτηση αποπληρωμής του δημόσιου χρέους με αμοιβαία επωφελή τρόπο στο ευρωπαϊκό επίπεδο (απομείωση - διαγραφή ενός σημαντικού του μέρους, επιμήκυνση της περιόδου αποπληρωμής, χαμηλά και σταθερά επιτόκια δανεισμού, εξυπηρέτηση του χρέους με ρήτρα ανάπτυξης κ.λπ.), και από την άλλη πλευρά επιχειρεί τη θεραπεία των πιο ακραίων συνεπειών της νεοφιλελεύθερης επέλασης της προηγούμενης πενταετίας (κατάργηση εισιτηρίου νοσοκομείων, ενίσχυση των χαμηλών συντάξεων, αποκατάσταση κατώτερου μισθού, τερματισμός ιδιωτικοποιήσεων δημόσιων επιχειρήσεων κ.λπ.). Διαμορφώνεται έτσι ένα πλαίσιο άμβλυνσης των ακραίων συνεπειών της καπιταλιστικής κρίσης, των μνημονιακών πολιτικών και των δρακόντειων δημοσιονομικών περιορισμών, που σταθεροποιούν και ενισχύουν τη λαϊκή απήχηση της κυβερνητικής πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ.

Ωστόσο το κύριο ζήτημα παραμένει στο επίκεντρο στο ακέραιο: Η αναγκαιότητα σωτηρίας του κοινωνικού ασφαλιστικού συστήματος από την επαπειλούμενη κατάρρευση (απουσία ασφαλιστικών εισφορών των ανέργων, κούρεμα των αποθεματικών των ταμείων), η αποκατάσταση της λειτουργίας του νοσοκομειακού συστήματος περίθαλψης, οι μετασχηματισμοί του εκπαιδευτικού συστήματος, η παραγωγική απασχόληση του 27% των ανέργων, και μάλιστα των μακροχρόνια ανέργων στη μεγάλη τους πλειονότητα, η δρομολόγηση διαδικασιών οικονομικής ανάταξης, η αποκατάσταση των μισθών και των συντάξεων που έχουν κατακρεουργηθεί την προηγούμενη περίοδο, η τροφοδότηση εκτεταμένων προγραμμάτων δημοσίων επενδύσεων κ.ά. Όλες αυτές οι ριζοσπαστικές παρεμβάσεις, μαζί με την ούτως ή άλλως αποπληρωμή του δημόσιου χρέους (με όσες επωφελείς διευθετήσεις και αν συνοδευτεί) θέτουν επί τάπητος το μείζον ζήτημα των πηγών χρηματοδότησης, των αναγκαίων κοινωνικών πόρων, με δεδομένη την οικονομική και παραγωγική καταστροφή που επήλθε στην περίοδο 2009 - 14.

Από αυτή την άποψη, εφόσον δεν είναι άλλο από το επιχειρηματικό κεφάλαιο που έχει ωφεληθεί από τις μνημονιακές πολιτικές και την αναδιανομή εισοδήματος προς όφελός του, όλες αυτές οι εκρηκτικές κοινωνικές ανάγκες δεν μπορούν παρά να ικανοποιηθούν με την έμπρακτη και συγκεκριμένη εφαρμογή της λογικής «να πληρώσουν οι πλούσιοι». Διαφορετικά, και αν ακόμη σημειωθεί μια ορισμένη οικονομική ανάκαμψη, και αν ακόμη επιτευχθεί μια αμβλυμένη εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους, το ζήτημα παραμένει ανοιχτό : Είναι η πολιτική σειρά του επιχειρηματικού κεφαλαίου να πληρώσει για την κοινωνική καταστροφή, τη σημαντική ιδιοποίηση πρόσθετης υπεραξίας στην περίοδο της κρίσης, την αποπληρωμή των τοκοχρεολυσίων μ' οποιαδήποτε ευνοϊκή διευθέτηση και αν προσδιορισθούν.

Μια τέτοια επιδίωξη της ριζοσπαστικής οικονομικής πολιτικής μπορεί και χρειάζεται να προωθηθεί με πολλαπλούς τρόπους, μεταξύ των οποίων:

1) Η δραστική φορολόγηση των καθαρών κερδών των επιχειρήσεων του εταιρικού τομέα της οικονομίας με συντελεστή οπωσδήποτε στο επίπεδο του 50%, που ισχύει άλλωστε σε πλείστες όσες ευρωπαϊκές οικονομίες.

2) Η επιβολή εφάπαξ εισφοράς στις κερδοφόρες τουλάχιστον επιχειρήσεις για την πρόσθετη κερδοφορία που αποκόμισαν εξ αιτίας των μνημονιακών πολιτικών στην τελευταία πενταετία της καπιταλιστικής κρίσης.

3) Η κοινωνικοποίηση των παγίων κεφαλαίων μεγάλων επιχειρήσεων που έχουν εκκαθαριστεί ή κλείνουν και η θέση τους σε λειτουργία με δημόσια κυριότητα και εργατικό έλεγχο, για την προάσπιση της απασχόλησης και τη διάσωση της κοινωνικής παραγωγής.

4) Η θέσπιση ειδικής εισφοράς του επιχειρηματικού κεφαλαίου για την αποπληρωμή του δημόσιου χρέους με ρήτρα ανάπτυξης, εφόσον αυτό έχει κατ' εξοχήν ωφεληθεί από τις φοροαπαλλαγές και τις κρατικές επιδοτήσεις.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0