ΡΕΠΟΡΤΑΖ: ΚΑΚΗ ΜΠΑΛΗ
Στο ψυγείο μπήκε προσωρινά η... αναστάτωση ενόψει των ελληνικών εκλογών στην Ευρώπη, μετά το τρομοκρατικό έγκλημα στο Παρίσι, που συγκλόνισε όλη τη Γηραιά Ήπειρο, και μετά το πρώτο σοκ, τον φόβο, τη θλίψη και την οργή, πυροδοτεί εξ ανάγκης μια συζήτηση για τις αντοχές του ευρωπαϊκού μοντέλου, τόσο της πολυπολιτισμικότητας, όσο και της κοινωνικής συνοχής.
Στη σκιά αυτής της τραγωδίας, από το Λονδίνο, η Γερμανίδα καγκελάριος, Άνγκελα Μέρκελ έσπευσε να κλείσει τη συζήτηση, που κυριάρχησε στις αρχές της εβδομάδας στο Βερολίνο, για το ενδεχόμενο μιας «διαχειρίσιμης» εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ, ξεκαθαρίζοντας «στον κόσμο και στις αγορές» ότι η γερμανική κυβέρνηση και ίδια προσωπικά «ανέκαθεν επεδίωκε την παραμονή της Ελλάδας στην Ευρωζώνη». Εννοείται ότι η καγκελάριος επέμεινε για μια ακόμη φορά στην «τήρηση των δεσμεύσεων» της ελληνικής πλευράς έναντι των εταίρων, την οποία όμως επισήμως δεν θέλει να αμφισβητήσει κανείς στο Βερολίνο.
«Θεωρούμε ότι η Ελλάδα θα τηρήσει και μελλοντικά τις συμβατικές της δεσμεύσεις έναντι της τρόικας», και «δεν έχουμε αλλάξει πολιτική ούτε έχουμε σενάρια εξόδου στα γραφεία μας» είναι η μονότονη απάντηση που δίνουν οι εκπρόσωποι της καγκελαρίας και του υπουργείου Οικονομικών, όταν καθημερινά ερωτώνται πώς θα αντιμετωπίσουν οι προϊστάμενοί τους μια μελλοντική κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ στην Αθήνα.
"Μην παίζετε με τη φωτιά"
Βέβαια τα σενάρια που δημοσίευσε το γερμανικό περιοδικό Spiegel και προκάλεσαν κάποιες αναταράξεις στις αγορές -και τη σφαγή των αμνών στο ελληνικό χρηματιστήριο- δεν ήρθαν από το πουθενά. Γι' αυτό και οι αντιδράσεις τόσο εντός της Γερμανίας, από τους σοσιαλδημοκράτες κυβερνητικούς εταίρους της Μέρκελ, από την αριστερή και πράσινη αντιπολίτευση και από οικονομικούς αναλυτές, όσο και από τις Βρυξέλλες, ήταν έντονες, του στιλ «μην παίζετε με τη φωτιά».
Από τον αντιπρόεδρο της Κομισιόν Γίρκι Κατάινεν, τον επίτροπο Οικονομικών Υποθέσεων Πιερ Μοσκοβισί, τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Μάρτιν Σουλτς και τον πρόεδρο του Eurogroup Γερούν Ντάισελμπλουμ, μέχρι τον πρόεδρο της Γαλλίας Φρανσουά Ολάντ και τον καγκελάριο της Αυστρίας Βέρνερ Φάιμαν, όλοι έσπευσαν να τονίσουν ότι «η θέση της Ελλάδας είναι στην Ευρωζώνη», ενώ ειδικά οι Γερμανοί πολιτικοί κατηγόρησαν το «περιβάλλον» της καγκελαρίας ότι επεδίωξε με τις διαρροές στο Spiegel να τρομοκρατήσει τους Έλληνες στον δρόμο προς τις κάλπες.
Εάν υποθέσουμε ότι οι διαρροές στόχο είχαν να στείλουν το αυστηρό μήνυμα σε μια πιθανή κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ ότι το Βερολίνο δεν πρόκειται να κάνει «σημαντικές» υποχωρήσεις στη διαπραγμάτευση που θα ακολουθήσει τις εκλογές, είχαν ωστόσο και μια παράπλευρη απώλεια. Άνοιξαν πάλι τη συζήτηση για τους κινδύνους, οικονομικούς και πολιτικούς, που απορρέουν από ενδεχόμενη έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ, τόσο για την Ευρωζώνη όσο και για την ίδια τη Γερμανία.
Το πολιτικό κόστος
Τόνους μελάνης έχυσε ο γερμανικός και αγγλοσαξονικός Τύπος για να υποστηρίξει ότι «η μεγάλη κερδισμένη του κοινού νομίσματος», η Γερμανία, έχει να χάσει πολύ περισσότερα εάν τραβήξει στα άκρα τη σύγκρουση με την Αθήνα και την αναγκάσει σε έξοδο, παρά αν βάλει λίγο νερό στο κρασί της. Παράλληλα πλήθυναν και τα δημοσιεύματα που προεξοφλούν ότι μια κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ δεν θα φέρει την... καταστροφή κι ότι ο Τσίπρας έχει δίκιο που επιμένει σε κούρεμα του χρέους.
Μάλιστα, μεγάλη μερίδα των Γερμανών αναλυτών υποστηρίζει ότι, παρά τις ανεπίσημες απειλές μέσω Spiegel, η γερμανική κυβέρνηση είναι έτοιμη να διαπραγματευτεί με τον Τσίπρα και να βρει ένα modus vivendi μαζί του, χωρίς να χάσει καμία πλευρά την αξιοπρέπειά της.
Αυτό δεν σημαίνει επ' ουδενί λόγω ότι αίφνης αγάπησαν τον ΣΥΡΙΖΑ και του εύχονται καλή επιτυχία στις εκλογές. Αλλά είναι βέβαιο ότι η Μέρκελ σταθμίζει πολύ προσεκτικά αυτή την περίοδο τι είναι πιο επώδυνο πολιτικά: να παραδεχτεί, σε περίπτωση εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ και χρεοκοπίας της, ότι απέτυχε η διαχείριση της ευρωκρίσης κι ότι τα 77 δισεκατομμύρια που εγγυήθηκαν για την Ελλάδα οι Γερμανοί φορολογούμενοι έγιναν καπνός ή να ερμηνεύσει διαφορετικά την έννοια των μεταρρυθμίσεων, οι οποίες έχουν τη στήριξη της συντριπτικής πλειονότητας των Γερμανών πολιτών, σε κάποιου είδους συνεννόηση με μια κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ -πιο ζόρικη για τον ΣΥΡΙΖΑ εννοείται;
Το παιχνίδι της επόμενης μέρας, πάντως, δεν παίζεται μόνο στο Βερολίνο, αλλά και στη Φραγκφούρτη, την έδρα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Η ΕΚΤ έχει ξεκαθαρίσει ότι θα συνεχίσει να παρέχει ρευστότητα στις ελληνικές τράπεζες «όσο η χώρα είναι σε πρόγραμμα», κι ότι δεν πρόκειται να δεχθεί κούρεμα των δικών της δανείων προς την Ελλάδα, καθώς «το απαγορεύουν ρητά οι Συνθήκες». Ωστόσο, κανείς δεν πρέπει να ξεχνά τη δέσμευση του διοικητή της Μάριο Ντράγκι πως θα κάνει «ό,τι χρειαστεί» για να σώσει το ευρώ και τη συνεχή υπενθύμισή του ότι «η συμμετοχή στο ευρώ είναι αμετάκλητη».
Έτσι κι αλλιώς τα... σπουδαία από την ΕΚΤ αναμένονται στις 22 Ιανουαρίου, όταν θα συνεδριάσει για να αποφασίσει πότε και με ποιους όρους θα αρχίσει το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης.