Του Γιάννη Κιμπουρόπουλου
Καθώς περιμένουμε την τρίτη και φαρμακερή (ψηφοφορία για τον Πρόεδρο, βέβαια), πληθαίνουν τα αγωνιώδη ερωτήματα γι' αυτό που αποκαλείται, κατά το κλισέ, «επόμενη μέρα». Τι θα συμβεί αν και όταν γίνουν οι εκλογές και προκύψει αυτό που σχεδόν οι πάντες προεξοφλούν -νίκη ΣΥΡΙΖΑ, με ή χωρίς αυτοδυναμία; Στο σημείο αυτό ανοίγει το κουτί με τα σενάρια. Κακά, μέτρια και καλά. Σκληρά, ήπια και μαλακά. Αισιόδοξα, ουδέτερα και απαισιόδοξα. Το μείζον ερώτημα στα σενάρια αυτά είναι: Πώς θα αντιδράσουν οι πιστωτές; Πώς θα χρησιμοποιήσουν τα εργαλεία με τα οποία, κατά την πενταετία της κρίσης, θωράκισαν θεσμικά την Ευρωζώνη έναντι των παρενεργειών μιας «ανταρσίας» στις τάξεις της, προβλέποντας ακόμη και «συντεταγμένη χρεοκοπία» εντός ευρώ;
Οι βασικοί πρωταγωνιστές της Ε.Ε. και των θεσμικών οργάνων της εκπέμπουν διφορούμενα μηνύματα. Άλλοι προδιαθέτουν για έναν ολοκληρωτικό πόλεμο, με χρηματοδοτικά κυρίως πυρά. Κι άλλοι φορούν τα καλά τους κοστούμια και διαβεβαιώνουν για θεσμική συμπεριφορά. Το Βερολίνο, μέχρι στιγμής, τηρεί αξιοπρόσεκτα ψύχραιμη σιγή. Αληθινό μυστήριο η στάση του. Δεν αποπνέει αγωνία, βαθιά ανησυχία. Μοιάζει να επιβεβαιώνει την αντίληψη ότι η Ευρωζώνη - και κατ' επέκταση η γερμανική οικονομία- «αισθάνεται» επαρκώς θωρακισμένη απέναντι σε μια αναζωπύρωση της ελληνικής κρίσης, αυτή τη φορά με πολιτικό καταλύτη την αλλαγή κυβέρνησης.
Η γερμανική ψυχραιμία έχει απολύτως ρεαλιστική βάση. Σχετίζεται όχι τόσο με τα νομικά τείχη που έχει υψώσει το Βερολίνο εντός Ε.Ε. απέναντι σε οποιαδήποτε χώρα αποπειραθεί να αμφισβητήσει το χρέος ή τη λιτότητα, όσο με τις βαθιές αλλαγές που έχουν συντελεστεί τα τελευταία χρόνια στην ίδια την «πραγματική» γερμανική οικονομία και στη διεθνή διαπλοκή της. Η γερμανική ελίτ έχει μεν «γερμανοποιήσει» θεσμικά την Ευρώπη, αλλά ταυτόχρονα έχει φροντίσει να την «απο-γερμανοποιήσει» οικονομικά. Έχει μειώσει δραστικά την έκθεσή της, ιδιαίτερα στις οικονομίες της υπερχρεωμένης ευρωπαϊκής περιφέρειας.
Σε βάθος δεκαετίας (2004-2014) η Γερμανία έχει γίνει ο μεγαλύτερος πιστωτής της Ευρωζώνης. Το καθαρό ενεργητικό της στο εξωτερικό εκτινάχθηκε από 243 δισ. το 2004 σε 1,6 τρισ. το 2014. Εκ πρώτης όψεως αυτό φαντάζει ως υπερβολική έκθεση σε υπερχρεωμένες χώρες της Ευρωζώνης -τέσσερις, Ιταλία, Ισπανία, Ελλάδα και Πορτογαλία, επιβαρύνονται με καθαρό εξωτερικό χρέος 1,8 τρισ. κι ένα σημαντικό μέρος το κατέχει η Γερμανία.
Όμως, το ίδιο διάστημα, με έτος καμπής το 2009, η γερμανική ελίτ έκανε παράλληλα μια σημαντική μεταστροφή στις διεθνείς συναλλαγές της, περιορίζοντας δραστικά τη συμμετοχή της Ευρωζώνης σ' αυτές. Για να το πούμε απλοϊκά, επιβάλλοντας λιτότητα και μειώνοντας τη ζήτηση ακόμη για γερμανικά προϊόντα στην ευρωπαϊκή περιφέρεια της, φρόντισε να αντικαταστήσει τη χαμένη πελατεία με άλλη, εκτός Ευρωζώνης.
Οι αριθμοί ζαλίζουν, αλλά είναι χαρακτηριστικοί: Το 2001 το εμπορικό πλεόνασμα της Γερμανίας ήταν περίπου 100 δισ. ευρώ. Το μισό προερχόταν από την Ευρωζώνη. Το 2007, απαρχές της χρηματοπιστωτικής κρίσης, το γερμανικό πλεόνασμα διπλασιάστηκε στα 200 δισ. ευρώ, με το 60% να προέρχεται πάλι από την Ευρωζώνη. Ακολούθησε διετής κάμψη, αλλά από το 2010 το γερμανικό εμπορικό πλεόνασμα ανακάμπτει ιλιγγιωδώς. Φέτος αναμένεται να υπερβεί αρκετά τα 200 δισ. ευρώ. Με μια τεράστια διαφορά: μόλις το 22% αυτού του πλεονάσματος προέρχεται από εμπόριο με την Ευρωζώνη.
Χαρακτηριστικό, μάλιστα, για τα ευθέως ανάλογα μεγέθη χρέους και εμπορικών ελλειμμάτων είναι το γεγονός ότι οι τέσσερις προαναφερθείσες υπερχρεωμένες χώρες του Νότου, που το 2006 τροφοδοτούσαν το 30% του γερμανικού πλεονάσματος, αντιπροσωπεύουν πια λιγότερο από το 8% του.
Αυτή η ιδιότυπη «απογερμανοποίηση» της Ευρώπης, κατ' επιλογήν της γερμανικής ελίτ, με αναπροσανατολισμό επενδύσεων και εξαγωγών προς ανατολάς, συνοδεύεται από κέρδη τουλάχιστον 41 δισ. ευρώ την περίοδο 2010-2014 από τη φρενήρη ζήτηση γερμανικών ομολόγων που τροφοδότησε η κρίση χρέους στην περιφέρεια.
Συμπέρασμα; Η υγειονομική ζώνη που χάραξε το Βερολίνο απέναντι στον ελληνικό και οποιονδήποτε άλλον «ιό» αφορά κυρίως το γερμανικό κεφάλαιο, ενδεχομένως και συμμάχους του όπως το ολλανδικό, και ελάχιστα την Ευρωζώνη ως σύνολο. Αυτή, άλλωστε, είναι εκτεθειμένη στο μεγαλύτερο μέρος του εαυτού της. Από τα 8,8 τρισ. του χρέους της, το 60% βαραίνει χώρες του πάλαι ποτέ πυρήνα της -Ιταλία, Ισπανία, Γαλλία-, που σήμερα έχουν εξοριστεί στην περιφέρειά της.
Η αλαζονική ψυχραιμία της γερμανικής ελίτ αφορά τελικά την πεποίθηση ότι έχει καταστήσει την Ευρωζώνη ένα ασφαλές «γερμανικό θερμοκήπιο». Ευτυχώς για μας, αυτή η αλαζονεία αγνοεί ότι οι ανεξέλεγκτες δυνάμεις του καπιταλισμού δουλεύουν εναντίον όλων. Όση ασφάλεια κέρδισε η Γερμανία φτιάχνοντας την Ευρωζώνη στα μέτρα της, άλλη τόση κινδυνεύει να χάσει τώρα, από την επιθετικότητα με την οποία ο αμερικανικός καπιταλισμός επιστρέφει, με μια ευρύτατη γεωπολιτική, πετρελαϊκή και νομισματική απορρύθμιση του καπιταλιστικού κόσμου.