Η ταυτόχρονη "μετεγγραφή" του Βασίλη και του Σοφιανού για την εφημερίδα των ουρανών ήταν βαρύ πλήγμα για όσους τους γνώρισαν από κοντά και δούλεψαν μαζί τους, ακριβέστερα υπό την καθοδήγησή τους, στην "Αυγή".
Γι' αυτό και δεν αντέχω να ασχοληθώ εδώ και με τους δυο τους. Οι θύμησες με φέρνουν πιο κοντά στον Βασίλη, τον μειλίχιο, τρυφερό και αγαπητό άνθρωπο, που ήξερε όμως να επιβάλλεται με τον τρόπο του ("έλα βρε Κώστα, Γιώργο" κ.ο.κ., ήταν η προσφιλής του φράση όταν επρόκειτο να ζητήσει κάτι).
Η ζωή του Βασίλη ήταν μια θυσία στον μεγάλο σκοπό της Αριστεράς και η συμβολή του στους αγώνες και την Ιστορία την μεγάλη.
Εγώ θα καταθέσω μόνο μερικές ψηφίδες και περιστατικά στα οποία ο Βασίλης ήταν ο πρωταγωνιστής και εμείς κομπάρσοι. Περιστατικά και ιστορίες εν πολλοίς άγνωστα. Ο Βασίλης Κωνσταντινίδης ήταν ο ιθύνων νους της προσπάθειας του Συλλόγου Φίλων της "Αυγής" να εκσυγχρονιστεί η εφημερίδα και να αποκτήσει έστω ελαφρύ εξοπλισμό. Ήταν ο πατέρας της μηχανοργάνωσης της "Αυγής", όταν όλα τα έντυπα της χώρας προσαρμόζονταν στη νέα τεχνολογία εγκαταλείποντας τυπογραφεία, "κάσες", μολύβι, γράμματα, αντιμόνιο κ.λπ. Από πού, όμως, τα χρήματα για κομπιούτερ και τις σχετικές εγκαταστάσεις;
Ο Βασίλης είχε τη φαεινή ιδέα οι "Φίλοι της "Αυγής" να εντάξουν τη μηχανοργάνωση της εφημερίδας σε ένα κοινοτικό πρόγραμμα. Τα προγράμματα αυτά εγκρίνονταν και χρηματοδοτούνταν από το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, όπου έκανα ρεπορτάζ για την "Ελευθεροτυπία" (ήμουν και παλαιός συντάκτης της "Αυγής"). Με έκανε κοινωνό της ιδέας του και σε χρόνο ρεκόρ βρεθήκαμε στο γραφείο του τότε αναπληρωτή υπουργού Εθν. Οικονομίας, αρμόδιου για τα κοινοτικά προγράμματα. Ήταν ο γνωστός δημοσιογράφος Γιώργος Ρωμαίος, που είπε το μεγάλο "ναι" και σε σύντομο χρονικό διάστημα η εφημερίδα είχε τον δικό της μηχανογραφικό εξοπλισμό.
Χαρούμενοι από το "ναι" του Γ. Ρωμαίου, βρεθήκαμε σε καφετέρια του Συντάγματος και τα... ήπιαμε. Τσάι ο Βασίλης (λόγω συνήθειας, από το Κάιρο), καφέ εγώ.
"Έλα, βρε παιδί μου, και σε ήθελα" μου είπε ένα πρωινό στο τηλέφωνο ο Βασίλης. Μόλις λίγες μέρες νωρίτερα η οργάνωση δημοσιογράφων του ΣΥΝ (επί προεδρίας Ν. Κωνσταντόπουλου) είχε κάνει εκλογές για την ανάδειξη των μελών του Γραφείου και είχα έλθει πρώτος σε ψήφιση. Έπρεπε να βρούμε τον γραμματέα της οργάνωσης.
Ο Βασίλης ήταν πάντα ο "καθοδηγητής" της και ο σύνδεσμος της οργάνωσης με την Κεντρική Επιτροπή του κόμματος. Με κάλεσε σε μια καφετέρια της Πλατείας Κάνιγγος (τη θυμάμαι σαν τώρα) και μου έκανε την πρόταση να γίνω γραμματέας της οργάνωσης.
Έπεσα από τα σύννεφα. "Βασίλη έχω πολλή δουλειά", του είπα, "δεν προφταίνω. Και εξάλλου δεν νιώθω τον εαυτό μου ικανό για τη θέση αυτή". "Έλα βρε παιδί μου, θα σε βοηθήσουμε" επέμεινε ο Βασίλης. "Στο Γραφείο", πρόσθεσε, "έχουν εκλεγεί και άλλοι ικανοί συνάδελφοι που θα σε πλαισιώσουν, όπως είναι ο Μίμης Μανωλάκος, ο Γ. Σαράφης και ο Τάκης Μπόσδας".
Εκείνη τη στιγμή των "διαλογισμών" μπούκαρε στην καφετέρια -ειδοποιημένος από πριν από τον Βασίλη- ο Λαοκράτης Βάσης, στενός φίλος του Ν. Κωνσταντόπουλου και μέλος της Κ.Ε. του ΣΥΝ. Άσκησε και αυτός τις πιέσεις του και δέχτηκα. Ήταν, άλλωστε, μια μεγάλη τιμή για μένα. Όπως τιμητική ήταν και η πρόταση -που δεν αποδέχθηκα-, πάλι από την πλευρά του Βασίλη, να γίνω διευθυντής της "Αυγής". Θυμάμαι την απογοήτευση ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του.
Δεν ήξερα, όμως, τι θα τραβούσα ως γραμματέας της κομματικής οργάνωσης των δημοσιογράφων. Ο πάντα γλυκύτατος Βασίλης με κάλεσε στα γραφεία του κόμματος στην Κουμουνδούρου για να με "ψήσει" να βγάλουμε εφημεριδάκι της συνδικαλιστικής παράταξης στην ΕΣΗΕΑ και να γίνω εγώ εκδότης, με διευθυντή τον μακαρίτη σήμερα Τάκη Μπόσδα.
Με κατάφερε. Και έτσι μπήκα άθελά μου στα πλοκάμια της εξουσίας. Το εφημεριδάκι πήρε -από τη ρομαντική μας διάθεση- το όνομα "Έκτακτο Παράρτημα" και κυκλοφορούσε κάθε μήνα επί δύο σχεδόν χρόνια, σταλμένο ταχυδρομικά σε όλα τα μέλη της ΕΣΗΕΑ. Ήταν το μόνο έντυπο γενικής αποδοχής και αναλυτικής κλαδικής ειδησεογραφίας που κυκλοφορούσε στη χώρα μας.
Ο Βασίλης ήξερε τα πάντα, και ας παρουσιαζόταν σχεδόν ως αφελής. Γνώριζε τη φιλία μου με τον Ανδρέα και την Αστέρω Χριστοδουλίδου (ο πρώτος υψηλό στέλεχος του ΠΑΣΟΚ και η δεύτερη μέλος της κομματικής μας οργάνωσης, με πατέρα τον Ανδρ. Φάντη, αναπληρωτή γραμματέα του ΑΚΕΛ). Και γνώριζε ότι ο Χριστοδουλίδης είχε στενή τότε σχέση με τον Νίκο Αθανασάκη, γενικό γραμματέα του υπουργείου ΜΜΕ.
"Θα πας να τον βρεις", μου είπε, "και θα του ζητήσεις να εγκρίνει ατέλεια "χάρτου και μειωμένη τιμή για τα ταχυδρομικά τέλη". Με παρέμβαση του Χριστοδουλίδη το ραντεβού έγινε και το "Έκτακτο Παράρτημα" απαλλάχτηκε από ένα μεγάλο οικονομικό βάρος. Το υπόλοιπο ήταν κι αυτό δυσβάσταχτο. Φανταστείτε γραμματόσημα, χαρτί και εκτυπωτικά για τα χιλιάδες μέλη της ΕΣΗΕΑ.
Ο Βασίλης κι εγώ αναλάβαμε να βρίσκουμε "χρηματοδότες". Όταν το εφημεριδάκι σταμάτησε την έκδοσή του λόγω οικονομικής αδυναμίας, ο Βασίλης μου εξομολογήθηκε ότι "του είχε φάει" ένα μεγάλο μέρος του εφάπαξ, καθώς ντρεπόταν, μου έλεγε, να δίνει ταυτόχρονα στους ίδιους ανθρώποις κουπόνια του ΣΥΝ και κουπόνια του περιοδικού μας.
Σε κάποιες από τις εκλογές της ΕΣΗΕΑ ο Βασίλης -ο αιώνιος καθοδηγητής της οργάνωσης- βρέθηκε, όπως και όλοι μας, σε πολύ δύσκολη θέση. Δύο ιστορικά στελέχη του χώρου, ο Νίκος Κιάος και ο Αριστείδης Μανωλάκος, είχαν βάλει υποψηφιότητα για τη θέση του προέδρου της ΕΣΗΕΑ. Έγιναν ομηρικές συζητήσεις ακόμη και σε συνεδρίαση της Ε.Γ. του ΣΥΝ. Η παράταξη διχάστηκε. Κατεβήκαμε με δύο υποψήφιους προέδρους.
Ο Βασίλης, που αναψοκοκκίνιζε -ίσως τα προεόρτια των εγκεφαλικών του-, έκανε την ανάγκη φιλοτιμία. Πρότεινε -και έγινε- να ψηφίσουμε κατά συνείδηση. Εκλέχτηκε ο Ν. Κιάος. Μερικούς μήνες αργότερα ο Βασίλης κι εγώ παραδώσαμε τα "ηνία" της οργάνωσης στους συναδέλφους Ν. Φίλη (σημερινό διευθυντή της "Αυγής") και Δημ. Στούμπο. Ο τελευταίος εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να είναι συντονιστής της οργάνωσης του ΣΥΡΙΖΑ για τα ΜΜΕ.
Έλα, βρε Δημήτρη, κάτσε ακόμη λίγο, που θα έλεγε και ο Βασίλης.