Συνέντευξη στον Χρήστο Σίμο
Η κριτική στήριξη των κινημάτων είναι απαραίτητη για το εγχείρημα της κυβέρνησης της Αριστεράς, τονίζει στην "Αυγή" της Κυριακής ο Αριστείδης Μπαλτάς, ομότιμος καθηγητής Φιλοσοφίας στο ΕΜΠ και πρόεδρος του Ινστιτούτου "Νίκος Πουλαντζάς". Στη συνέντευξή του ο Αρ. Μπαλτάς μιλά για την πρόσφατη επίσκεψη του στις ΗΠΑ όπου παρουσίασε το τελευταίο του βιβλίο και συμμετείχε σε διεθνές συνέδριο για τον Ζακ Ντεριντά.
* Πρόσφατα προσκληθήκατε να παρουσιάσατε το νέο σας βιβλίο, Peeling Potatoes or Grinding Lenses: Spinoza and Young Wittgenstein Converse on Immanence and Its Logic, έκδοση του Πανεπιστημίου του Πίτσμπουργκ, στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης (NYU). Τι συνδέει τη σκέψη δύο φιλοσόφων οι οποίοι φαίνεται να μη μοιράζονται τίποτε εκ πρώτης όψεως;
Είχα εντοπίσει κάτι που νόμιζα κοινό πριν από αρκετά χρόνια. Προσπαθώντας να καταλάβω αν όντως υπάρχει κοινός τόπος και ποιος είναι, κατέληξα στο ότι η Ηθική του Σπινόζα και το Tractatus Logico-Philosophicus του Βιτγκενστάιν, μολονότι απέχουν κοντά 300 χρόνια, έχουν κατ' ουσίαν το ίδιο μέλημα και διέπονται από την ίδια έμπνευση: να αποδείξουν, με απόλυτη ει δυνατόν αυστηρότητα, ότι δεν είναι δυνατόν να υπάρξει ή να νοηθεί θέση έξω ή υπεράνω του κόσμου στην ολότητά του. Ότι δεν είναι δυνατόν να υπάρξει ή να νοηθεί 'θέση' για έναν υπερβατικό θεό. Όπως καταλαβαίνετε, αν η ανάλυση αντέχει στην κριτική, μπορεί να αποβεί χρήσιμη και για μελήματα που δεν είναι αμιγώς φιλοσοφικά...
* Δεν είναι πολύ συνηθισμένο τα πανεπιστήμια των ΗΠΑ να προσκαλούν έναν Έλληνα να παρουσιάσει βιβλίο του. Πώς το υποδέχτηκαν;
Ομολογώ πως εντυπωσιάστηκα, χάρηκα και κολακεύτηκα. Στο πάνελ μετείχαν πολύ γνωστοί φιλόσοφοι -αναφέρω τους γνωστότερους εδώ, Ετιέν Μπαλιμπάρ και Τζων ΜακΝτάουελ-, η αίθουσα ήταν γεμάτη από συναδέλφους και μεταπτυχιακούς φοιτητές και η συζήτηση που επακολούθησε υπήρξε εξαιρετικά ενδιαφέρουσα.
* Θα κυκλοφορήσει το βιβλίο στα ελληνικά;
Το μεταφράζει για τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης ο Τάσος Μπέτζελος. Αλλά με δική μου υπαιτιότητα η δουλειά καθυστερεί.
* Προσκληθήκατε επίσης σε μεγάλο διεθνές συνέδριο που διοργάνωσε το Πανεπιστήμιο του Πρίνστον για τον Ζακ Ντεριντά. Με ποιον τρόπο μπορεί να συμβάλει το έργο του Γάλλου φιλοσόφου στη θεωρητική σκευή της Αριστεράς;
Εδραιώνεται όλο και πιο σταθερά η πεποίθηση ότι ο Ντεριντά είναι ένας από τους μεγάλους φιλοσόφους του καιρού μας. Το έργο του είναι εξαιρετικά σύνθετο και εκτενές αλλά διατρέχεται, τουλάχιστον κατά τη γνώμη μου, από ένα σαφές ενοποιητικό νήμα: το αίτημα για καθολική δικαιοσύνη. Ο ίδιος προσπαθεί να αναδείξει αυτό το αίτημα αλλά και να το επιτελέσει, να το πραγματοποιήσει, σε όσα αφορούν εκείνα με τα οποία καταπιάνεται. Ας πούμε, τι θα πει δίκαιη ανάγνωση; Σημαίνει να εντοπίσεις και να αναδείξεις πώς και γιατί η τάδε λέξη, το τάδε σημείο στίξης, η τάδε υποσημείωση υπάρχει εκεί που υπάρχει και λειτουργεί όπως λειτουργεί. Μόνον έτσι μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη στα στοιχεία που συνθέτουν ένα κείμενο άρα και στο ίδιο το κείμενο.
Το έργο του Ντεριντά ανοίγει νέα πεδία κατανόησης και έρευνας όπως και τη δυνατότητα για νέους όρους παρέμβασης. Αυτό εντάσσεται ρητά στην Αριστερά και μπορεί να τη βοηθήσει σημαντικά.
* Μεγάλη μερίδα μελετητών χαρακτηρίζει τον Ντεριντά "μεταμοντέρνο". Πώς κρίνετε τον χαρακτηρισμό; Ποια είναι η άποψή σας για τον "μεταμοντερνισμό" γενικά;
Πρόκειται για όρο-ομπρέλα που δεν βοηθά. Μπορεί να έχει νόημα όταν αναφέρεται στην Ιστορία της Τέχνης ή στην Ιστορία της Αρχιτεκτονικής, αλλά σε ό,τι αφορά τον φιλοσοφικό στοχασμό δεν σημαίνει πολλά. Μάλλον παραπλανά.
Η γενιά του 1960 στη Γαλλία, δηλαδή ο Φουκώ, ο Αλτουσέρ, ο Ντεριντά, ο Λακάν, ο Μπουρντιέ, ο Μπαρτ, ο Ντελέζ, ο Λεβινάς και τόσοι άλλοι, ονομάστηκε συλλήβδην "μεταμοντέρνοι" για λόγους αμηχανίας και ευκολίας. Λίγοι τόλμησαν να πουν ότι έχουμε να κάνουμε εδώ με μια μείζονα φιλοσοφική αναγέννηση και να ψάξουν το πώς και το γιατί. Οι στοχαστές αυτής της γενιάς διατυπώνουν, ο καθένας με τον τρόπο του, "μεγάλες αφηγήσεις" που εγείρουν μεγάλες θεωρητικές φιλοδοξίες. Δηλαδή κάνουν ακριβώς εκείνο που ο λεγόμενος "μεταμοντερνισμός" εκλαμβάνει καταστατικά ως ανάθεμα.
Θα πρόσθετα μάλιστα και το εξής. Μπορούμε να πούμε ότι η νεωτερικότητα συνίσταται από τη σύζευξη τριών επαναστάσεων: Πρώτον, της λεγόμενης "Βιομηχανικής", που παραπέμπει στην εδραίωση και την ανάπτυξη του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής. Δεύτερον, των μεγάλων πολιτικών επαναστάσεων -της Αγγλικής, της Αμερικανικής της Γαλλικής- που, έπειτα από πολλές περιπέτειες, εγκαθίδρυσαν τον τρόπο πολιτικής λειτουργίας των σύγχρονων αστικών κοινωνιών. Και, τρίτον, της λεγόμενης "Επιστημονικής" που ιδρύει έναν νέο τρόπο θέασης της φύσης, αλλά και παρέμβασης σ' εκείνη. Προφανώς εξακολουθούμε να ζούμε στην εποχή αυτών των επαναστάσεων. Δεν έχουμε ακόμη δει κανένα "μετά". Η χρήση του "μετά", εδώ όπως κι αλλού, είναι δημοσιογραφικό εφεύρημα. Και η κατάχρησή της ένδειξη θεωρητικής αμηχανίας ή δείκτης διανοητικής τεμπελιάς.
* Η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ συγκεντρώνει το ενδιαφέρον πολλών θεωρητικών απ' όλο τον κόσμο, οι οποίοι μάλιστα προέρχονται από διαφορετικά ρεύματα της μαρξιστικής και της ευρύτερης κριτικής παράδοσης, ανάμεσά τους και κάποια που σχετίζονται με ό,τι ονομάστηκε "μεταμοντέρνο". Πού οφείλεται αυτό; Πώς μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ να το αξιοποιήσει;
Πράγματι. Μια στοιχειώδης επαφή με όσα γίνονται στα μεγάλα (και όχι μόνο) πανεπιστήμια της Αμερικής και της Ευρώπης πιστοποιεί ότι όντως υπάρχουν δύο διακριτά ρεύματα αριστερής σκέψης. Ένα πιο "κλασικό", με μελήματα που αφορούν την πολιτική, την οικονομία, το κράτος, τα κόμματα κ.λπ. Κι ένα άλλο που είναι πιο κοντά στη φιλοσοφία, στις τέχνες, στην κριτική της ιδεολογίας ή της εξουσίας, στα ζητήματα της υποκειμενικότητας, των ταυτοτήτων κ.λπ. Από αυτούς που μας επισκέφθηκαν πρόσφατα, στο δεύτερο ρεύμα θα εντάσσονταν η Μπάτλερ, η Σπίβακ, ο Αγκάμπεν. Στο πρώτο ο Πάνιτς, ο Ντέπε ο Λίμποβιτς.
Το ενδιαφέρον είναι ότι, ενώ τα δύο αυτά ρεύματα κατ' ουσίαν δεν επικοινωνούν μεταξύ τους, και τα δύο προσβλέπουν στον ΣΥΡΙΖΑ. Πιστεύουν στον ΣΥΡΙΖΑ και ενδιαφέρονται ενεργά για τις τύχες του. Αυτό ίσως οφείλεται στο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι προϊόν και των δύο αυτών ρευμάτων. Σίγουρα προέρχεται από το ρεύμα της κλασικής μαρξιστικής σκέψης και πολιτικής παιδείας σε όσα αφορούν το κράτος, την οικονομία, την πολιτική, τους θεσμούς, τα κόμματα κ.λπ. Αλλά προέρχεται επίσης από τα ποικίλα κινήματα που αναπτύχθηκαν μετά το Πόρτο Αλέγκρε και τη Γένοβα. Δηλαδή πατάει σε μορφές σκέψης και δράσης που αφορούν την εξουσία, την ιδεολογία, τα υποκείμενα, τις ταυτότητες. Η πορεία του ΣΥΡΙΖΑ δείχνει ότι όντως ο ίδιος είναι προϊόν της σύμφυσης των δύο αυτών ρευμάτων. Και οι ξένοι φίλοι και σύντροφοι το βλέπουν και το αναγνωρίζουν.
Το Ινστιτούτο "Νίκος Πουλαντζάς" έχει ρητά διαπιστώσει τα παραπάνω και προσπαθεί, ακριβώς, να υπηρετήσει όσο μπορεί αυτήν τη σύμφυση, να καταλύσει όσο μπορεί την επί της ουσίας σύγκλιση των ρευμάτων αυτών.
* Πώς θα βλέπατε, σε σχέση με τα παραπάνω, τη σχέση κόμματος-κυβέρνησης, με ρητή προοπτική την ανάληψη κυβερνητικών ευθυνών από τον ΣΥΡΙΖΑ;
Θα έλεγα κατ' αρχάς ότι πρέπει να βάλουμε στο τραπέζι όχι μόνο κόμμα και κυβέρνηση, αλλά και τα πέντε «Κ»: Κοινωνία, Κίνημα, Κόμμα, Κράτος, Κυβέρνηση. Πρέπει να βρούμε, να ανακαλύψουμε μια πολιτική που να απαντά αποτελεσματικά σε όσα συναρθρώνουν και οφείλουν να συναρθρώνουν όλα τα παραπάνω. Στο πλαίσιο και των δύο ρευμάτων που μόλις σχολιάσαμε έχουν αναπτυχθεί ισχυρά εργαλεία που μας επιτρέπουν να προσεγγίσουμε καλύτερα τόσο την ιστορική εμπειρία όσο και τις εμπειρίες που "τρέχουν" σε διάφορες χώρες, όπως αυτές της Λατινικής Αμερικής. Να εντοπίσουμε ιστορικές καμπές, επιτυχίες, αστοχίες, λάθη και τους όρους που οδήγησαν εδώ ή εκεί.
Δεν μπορούμε να αντιγράψουμε, αλλά μπορούμε να μάθουμε. Και πρέπει να εφεύρουμε. Να κρατήσουμε ανοιχτά τα μέτωπα τόσο ενάντια στην κρατικοποίηση του κόμματος όσο και ενάντια στην κομματικοποίηση του κράτους. Το κόμμα πρέπει να εξακολουθήσει να δρα μέσα στην κοινωνία, να ενθαρρύνει αυτόνομα κινήματα. Κινήματα που και θα στηρίζουν μια κυβέρνηση της Αριστεράς αλλά και θα της ασκούν γόνιμη κριτική και θα ανοίγουν νέα πεδία ελευθερίας. Το κόμμα οφείλει να συνδράμει με όλες του τις δυνάμεις στην ελεύθερη έκφραση της κοινωνίας σε κάθε χώρο και σε κάθε επίπεδο.
Ο δρόμος φτιάχνεται περπατώντας. Φτιάχνεται από την κοινωνία και όσους τολμούν να αναλάβουν τις πρόσφορες πρωτοβουλίες. Φτιάχνεται από όλους εμάς. Με μάτια και μυαλά ανοιχτά, αναζητώντας το παράδειγμα που δεν έχουμε σκεφτεί, την ιδέα που είναι καινοτόμα, την πρωτοβουλία που μπορεί να κάνει τα πράγματα να προχωρήσουν. Οι θεωρητικές επεξεργασίες στο πλαίσιο και των δύο παραπάνω ρευμάτων σκέψης βοηθούν το βλέμμα να καθαρίσει. Να καθαρίσει για να διαβάσει καλύτερα τις υπάρχουσες εμπειρίες, αλλά και για να δει και να ενθαρρύνει το νέο που γεννιέται.