''Ένα φάντασμα πλανιέται στην Ελλάδα, το φάντασμα του λαϊκισμού''. Θα μπορούσε η παράφραση αυτή της εισαγωγής του ''Κομμουνιστικού Μανιφέστου'' να χρησιμοποιηθεί ως moto όλων των εκδοχών του πολιτικού λόγου της κυβέρνησης και των συνιστωσών της (και όχι μόνον...). Βέβαια, ''το ανώτατο στάδιο του λαϊκισμού είναι ο αντιλαϊκισμός'' (παρατήρηση του Γ. Λυκιαρδόπουλου).
Η πολυσημία του όρου είναι δεδομένη (λαϊκισμός με αριστερό ή δεξιό πρόσημο), αλλά ένα ''παράδοξο'', που αξίζει να επισημανθεί, είναι η ''λαϊκίστικη εκτροπή'' διαπρυσίων κηρύκων του τρομακτικού κινδύνου που αντιπροσωπεύει κατά την άποψή τους ο λαϊκισμός: Τα χαρακτηριστικά που αποδίδουν στον λαϊκισμό -εν προκειμένω στον ΣΥΡΙΖΑ- οι αντίμαχοί του τα συναντά κανείς ''εν όλη τη δόξη των'' στον πολιτικό τους λόγο.
''Η αντιπαλότητα'' βρίσκεται στα κόμματα που είναι υπό διαμόρφωση και έχουν έντονες εσωτερικές αντιθέσεις, στον ''εχθρό'', στην άρνηση και την επιθετικότητα, [που] "είναι όπλα περισσότερο αναγκαία γιατί αναπληρώνουν την έλλειψη προγράμματος...'' σημειώνει ο Γιάννης Βούλγαρης, σε άρθρο του στα "Νέα". Εύκολα διαπιστώνει κανείς ότι όχι μόνο τα δύο κόμματα που συγκυβερνούν, αλλά και σύμπασα η αγωνιώσα ''Κεντροαριστερά'', που και έντονες αντιθέσεις έχουν, και πρόγραμμα δεν έχουν (εκτός αν βάζουν στη θέση του τις προδιαγραφές των Μνημονίων), καλύπτονται απόλυτα από τον δριμύ καταγγελτικό λόγο του αρθρογράφου.
Η κατασκευή τρομακτικών ''εχθρών'' (δηλαδή φοβήτρων) είναι γνώρισμα ενός απεχθούς όντως λαϊκισμού, εγγενούς στοιχείου της πολιτικής των καθεστωτικών δυνάμεων. Οι οποίες έχουν αποδυθεί σε μια πελώρια επιχείρηση ''λαϊκιστικής συσκότισης των πραγμάτων'' (διατύπωση του Γ.Β. με αντίθετη στόχευση) για να καταπολεμήσουν τον ΣΥΡΙΖΑ, που βρίσκεται στα πρόθυρα της κυβερνητικής εξουσίας (''Στο παρά πέντε'' είναι ο τίτλος του άρθρου του, όπως και του παρόντος σημειώματος), προκαλώντας πανικό στο αντίπαλο στρατόπεδο.
Η ανάδειξη της κυβερνητικής ταυτότητας του ΣΥΡΙΖΑ με την ομιλία του Αλέξη Τσίπρα στη ΔΕΘ και η ευρύτατη απήχησή της εκτίναξε τον πανικό στα ύψη: ''Ο Τσίπρας προ των πυλών", κραυγάζει έντρομη στην πρώτη σελίδα της η ''γηραιά κυρία'' του κατεστημένου, 'η "Εστία''. Και ηχούν παράταιρα, από την άλλη μεριά, οι περιορισμένες, ευτυχώς, μεμψιμοιρίες για κάποια ελλείμματα της ομιλίας και της γενικότερης πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ. Το γνωστό σύνδρομο της ''αριστερής μελαγχολίας'' και του μαξιμαλισμού αναδύεται σε κάθε ευκαιρία.
Για τον ΣΥΡΙΖΑ δεν αποτελεί ψόγο η επιμονή του σε δήθεν ''ξεπερασμένα θεωρητικοπολιτικά σχήματα'' (Γ.Β. και πάλι), όπως η ταξική πάλη και η εντεινόμενη ταξική πόλωση της κοινωνίας. Ξέρει ότι η κοινωνία δεν ''κράτησε'', οι κοινωνικές δομές δεν άντεξαν, τα μεσαία στρώματα καταρρέουν, παρά τις διαβεβαιώσεις περί του αντιθέτου, οι οποίες αποτελούν παραλλαγή του ''success story'' του Σαμαρά.
Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν εθελοτυφλεί απέναντι στην εντεινόμενη κοινωνική πόλωση, ξέρει ότι η αβάσταχτη λιτότητα, η ανεργία, οι αλλεπάλληλες περικοπές σε μισθούς και συντάξεις, η ληστρική φοροεπιδρομή (ΕΝΦΙΑ και όχι μόνο) έχουν οδηγήσει σε φτωχοποίηση μεγάλου μέρους του πληθυσμού και σε ανθρωπιστική κρίση. Παρά τη ''λαϊκιστική συσκότιση'' που επιχειρούν το κυβερνητικό στρατόπεδο και οι κάθε λογής εφεδρείες του, όπως η θλιβερή ''Κεντροαριστερά'', η πραγματικότητα ''βοά''.
Δεν μπορεί να αποκρυβεί, στο όνομα της ''πολυπλοκότητας της σύγχρονης κοινωνίας'', η πολωτική αντίθεση των ''κάτω'' και των ''πάνω'', των υποτελών τάξεων και της κυρίαρχης τάξης. Ούτε μπορεί να αποκρυβεί, με διάφορες έωλες ερμηνείες, το αληθινό περιεχόμενο και οι αιτίες της κρίσης, που είναι κρίση του καπιταλισμού, κρίση υπερσυσσώρευσης. Ο κοινωνικός δαρβινισμός, η μεγάλη διεύρυνση των ανισοτήτων με την αναδιανομή του πλούτου υπέρ των λίγων, τα διάφορα ιδιαίτερα ''πρόσωπα'' της κρίσης -δημοσιονομική, πιστωτική, δημοσίου χρέους- εντάσσονται στο ίδιο κάδρο.
Στον πυρήνα της κρίσης δεν βρίσκεται το ''κρατικιστικό - συντεχνιακό'' στοιχείο της κοινωνίας μας, όπως υποστηρίζει ο αρθρογράφος. Το οποίο, στον βαθμό που υπάρχει, είναι παράγωγο του ''συστήματος'' που έχει διαμορφωθεί στον ελληνικό καπιταλιστικό οικονομοκοινωνικό σχηματισμό. Μεγάλο μέρος του πληθυσμού απορρίπτει τώρα το ''σύστημα'', το οποίο ανατροφοδοτούν, αναρριπίζοντας συνεχώς την απόρριψη, οι διάφορες ''μεταρρυθμίσεις'' και τα άλλα μέτρα των Μνημονίων: Η εκποίηση του δημόσιου πλούτου με ύποπτες ιδιωτικοποιήσεις, οι απολύσεις και τα ''λουκέτα'', η αναδόμηση - καταστροφή των εργασιακών σχέσεων, της παιδείας και της κοινωνικής ασφάλισης, η εκτεταμένη διαφθορά.
Ακόμη και ψηφοφόροι της Δεξιάς θέλουν να φύγει το ''σύστημα'', που συνεπάγεται έναν ορισμένο ''τρόπο να γίνονται οι δουλειές'' -φακελάκια, μίζες, διαπλοκή. Από την ''αντισυστημικότητα'' αντλεί τη δύναμή του ο ανερχόμενος (και επερχόμενος...) ΣΥΡΙΖΑ. Όπως και από το ''ιστορικό βάθος'' της Αριστεράς στη χώρα μας. Εδώ βρίσκεται η πηγή του αιτήματος της ''ανατροπής''.
Το κόκκινο νήμα του αιτήματος ξεκινά από την ''ελληνική ιδιαιτερότητα'', από τη ρήξη που πραγματοποιήθηκε στη χώρα μας με την εισβολή των λαϊκών μαζών στο προσκήνιο στα χρόνια της Κατοχής, ρήξη με την οργάνωση της εξουσίας, που βρέθηκε αντιμέτωπη με το ΕΑΜικό λαϊκό κίνημα. Ρήξη που προεκτείνεται στους αγώνες των μεταπολεμικών χρόνων, στη δράση της ΕΔΑ, των Λαμπράκηδων, στην έκρηξη των Ιουλιανών. Ρήξη με συνέχεια, με τομές, με άλματα άλλοτε μεγάλα και άλλοτε μικρά, που σηματοδοτούν μία μακρά πορεία, μια σισύφεια προσπάθεια συχνά, με ορίζοντα τη ριζική αλλαγή της ''υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων'' και τον κοινωνικό μετασχηματισμό.
Πορεία που έχει αναπτύξει τη δική της μη αναστρέψιμη δυναμική και που μπορεί σήμερα, μέσα από τις σημαντικές μεταβολές που έχουν επέλθει στον συσχετισμό και τη διάταξη των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων, να φέρει τον ΣΥΡΙΖΑ στο τιμόνι της διακυβέρνησης της χώρας, με καθαρή λαϊκή εντολή και κοινοβουλευτική αυτοδυναμία.
Αλλά η πολιτική ηγεμονία της κυρίαρχης τάξης, όχι η ιδεολογική ηγεμονία της, έχει υποστεί καίριες ρωγμές. Οι ''αξίες'' της αστικής τάξης και των μικροαστικών στρωμάτων διατηρούνται, συντηρούνται και ενδυναμώνονται -ήδη πριν από την κρίση γινόταν λόγος για ''συντηρητική στροφή της κοινωνίας''. Εδώ βρίσκεται η δραματική αντίφαση της συγκυρίας.
Ο ατομισμός, η επιδίωξη του προσωπικού ''βολέματος'', η νοοτροπία του ρουσφετιού και του ''λαδώματος'', η ισχνή έως ανύπαρκτη αλληλεγγύη, η στενοκέφαλη ιδιοτέλεια, η δυσπιστία και η κριτική από τον καναπέ συνυπάρχουν με την αναζωπύρωση του αγωνιστικού πνεύματος, με την προφάνεια της αντιστασιακής διάστασης της κουλτούρας του λαού μας (Ν. Σβορώνος), με την αφύπνιση της συλλογικής δράσης, την ανάκληση της ιστορικής μνήμης και την επανασύνδεση με τις παραδόσεις της Αριστεράς. Η αντίφαση αυτή είναι το ισχυρό ανάχωμα που θα βρει μπροστά της η αναγεννησιακή προσπάθεια μιας κυβέρνησης με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ.
Το ΠΑΣΟΚ, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, εξεμέτρησε το ζην - εξαχνώνονται τα τελευταία υπολείμματά του στο πλαίσιο μιας γενικότερης αναδιάταξης του πολιτικού σκηνικού. Άφησε πίσω του μια βαριά κληρονομιά. Έβαλε τη σφραγίδα του στο κράτος, στην κοινωνία, στην πολιτική πρακτική, στο ''σύστημα'' που γνωρίσαμε μετά τον καραμανλικό αστικό εκσυχρονισμό.
Η ''ΠΑΣΟΚοποίηση'' του ΣΥΡΙΖΑ είναι τώρα ο κρυφός, ευσεβής πόθος των καθεστωτικών δυνάμεων. Αλλά οι όροι για την εμφάνιση ενός νέου ΠΑΣΟΚ, με τον ΣΥΡΙΖΑ ''χαλίφη στη θέση του χαλίφη'', δεν υπάρχουν -τουλάχιστον δεν ανιχνεύονται σήμερα. Όσο και αν το κυβερνητικό στρατόπεδο πιέζει προς την κατεύθυνση αυτή, η Ιστορία δεν επαναλαμβάνεται.
Το ΠΑΣΟΚ επικράτησε χάρη στον συνδυασμό πολλών παραγόντων. Ανάμεσά τους: Το πολιτικό σχέδιο του Ανδρέα Παπανδρέου για την αναπλήρωση της χαμένης προοπτικής να διαδεχθεί τον πατέρα του στην ηγεσία της Ένωσης Κέντρου, αναπλήρωση μέσω ενός διεμβολισμού της Αριστεράς. Σχέδιο που την επιτυχία του διευκόλυνε η μεταδικτατορική συγκυρία, με τη ριζοσπαστικοποίηση μεγάλων μαζών, την άνοδο νέων κοινωνικών ομάδων που επιζητούσαν είσοδο στο πολιτικό προσκήνιο και εκπροσώπηση, στην πραγματικότητα πατρωνεία ενός ''χαρισματικού'' ηγέτη.
Η εσφαλμένη ανάγνωση της συγκυρίας από την Αριστερά, από τα κόμματα του ''παραδοσιακού'' χώρου της, το ΚΚΕ και το ΚΚΕ Εσωτερικού, ευνόησε την εφαρμογή του σχεδίου, που ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε αρχίσει να επεξεργάζεται τη δεκαετία του 1960, μετά την αναχώρησή του από τις ΗΠΑ και την επιστροφή του στην Ελλάδα.
Η εσφαλμένη ανάγνωση της συγκυρίας οδήγησε στην αμήχανη αμφιθυμία της Αριστεράς απέναντι στο ΠΑΣΟΚ (όπως παρατηρεί σωστά ο Δημ. Παπαδάτος) που η παθητική στάση της κυμαινόταν από τη μονοσήμαντη ιδεολογική απόρριψη έως τη συστηματική άκριτη ''κριτική υποστήριξη'' (ΚΚΕ εσωτ.) και την ανοιχτή συνεργασία (ΚΚΕ, σε ορισμένη φάση). Η απώλεια του αυτόνομου ρόλου της χαρακτήρισε την πορεία της Αριστεράς τα πρώτα, καθοριστικά χρόνια της Μεταπολίτευσης.
Σήμερα η κατάσταση της Αριστεράς έχει αλλάξει ριζικά. Νέοι συσχετισμοί έχουν δημιουργηθεί στο εσωτερικό της αλλά και γενικότερα στο πολιτικό σκηνικό, που λειτουργούν αποτρεπτικά όσον αφορά τον κίνδυνο της ΠΑΣΟΚοποίησης. Κίνδυνο για τον ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί, πολύ περισσότερο από το ενδεχόμενο μιας ΠΑΣΟΚοποίησης, η υστέρησή του στην προσπάθεια της ολοκλήρωσης της διαμόρφωσης ενός νέου, καινοτόμου πολιτικού - κοινωνικού υποκειμένου, υστέρηση που καλλιεργεί στην κοινωνία τη ''λογική της ανάθεσης'', σε μια περίοδο που η παρουσία και συμπόρευση ενός ισχυρού, μαζικού λαϊκού κινήματος αποτελεί απαράβατο όρο για την επιτυχία του έργου και τη βιωσιμότητα μιας κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ.
Όσο για τον λαϊκισμό, είναι καιρός να αναγνωρίσουν όσοι επιμένουν να δαιμονολογούν ότι αποτελεί στοιχείο της ''πολυπλοκότητας της σύγχρονης κοινωνίας'', που ο ιστός της έχει κατακερματιστεί. Ο αριστερός λαϊκισμός είναι το αντίβαρο στην ενδυνάμωση του δεξιού λαϊκισμού (Μαρίν Λεπέν, αλλά και Χ.Α.). Όπως τονίζει η Σαντάλ Μουφ, οι δεξιοί λαϊκιστές χρησιμοποιούν τον φόβο (ρατσισμός).
Είναι σημαντικό για την Αριστερά να κινητοποιήσει το συναίσθημα -''το πάθος της ελπίδας''- προκειμένου να δημιουργήσει συλλογικές μορφές ταύτισης και πάλης. Η έγκληση του ''λαού'' δεν σημαίνει αναγκαστικά έγκληση ενός πολτού, όπου εξαφανίζονται, με τη διάχυσή τους σε αυτόν, οι διάφορες κοινωνικές τάξεις και κοινωνικά στρώματα (όπως έγινε με τους ''μη προνομιούχους'' του Ανδρέα Παπανδρέου).