Πανεπιστήμια, ΤΕΙ και φοιτητικές παρατάξεις ετοιμάζονται αυτές τις μέρες να υποδεχτούν 70.000 περίπου φοιτητές. Σε ό,τι αφορά τις τελευταίες, ωστόσο, η πορεία προς την ανυποληψία φαίνεται αδύνατο να ανασχεθεί: εδώ και καιρό είναι εμφανές ότι δεν ξέρουν τι να παίξουν στα παιδιά, κι από τον κανόνα δεν εξαιρούνται τα σχήματα της ριζοσπαστικής Αριστεράς, παρά την επιρροή τού ΣΥΡΙΖΑ στους νέους. Σε τι οφείλεται αυτή η ασυμμετρία -που παραείναι, νομίζω, σοβαρή για να την επωμιστεί μόνη της η Νεολαία του κόμματος;
Ας πούμε κατ' αρχάς το προφανές: η συνθήκη της κρίσης δεν κατέρριψε τα αυτονόητα του ατομικισμού. Πιθανότατα συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Αν στις εκσυγχρονιστικές δεκαετίες που προηγήθηκαν το θέμα ήταν η αμφισβήτηση της θεολογίας του ανταγωνισμού και της ατομικής ανέλιξης, η αμφισβήτηση αυτή μπορούσε να βρίσκει ακόμα τον χώρο και τον χρόνο της σε ένα πρόγραμμα ζωής χωρίς τα βάρη που προσθέτει σήμερα η κρίση. Από την ατομική ανέλιξη στην ατομική διάσωση, κι από τη δυνατότητα επιμήκυνσης του χρόνου μακριά από την εργασία στην άνευ όρων ένταξη, ο χρόνος της κρίσης δούλεψε και δουλεύει εις βάρος της Αριστεράς. Όπως εις βάρος της, προφανώς, δουλεύει και η ηθική των ρευστών καιρών της κρίσης, ο σκεπτικισμός δηλαδή έναντι κάθε δέσμευσης - συνεπώς έναντι και της κατασυκοφαντημένης (λόγω των κυρίαρχων εκδοχών της) κομματικής δέσμευσης.
Εδώ τα κατάφεραν καλύτερα οι αντίπαλοί μας. Αποδέχτηκαν ως φυσική αυτή τη συνθήκη και φάνηκαν ικανότεροι να κάνουν πολιτική με βάση τις "αυθόρμητες" τάσεις των νέων: τον φόβο της δέσμευσης, την ισχυρή πίστη στην "ανεξαρτησία", τον πολιτισμικό συντηρητισμό. Στον αντίποδα, η Αριστερά φάνηκε να έχει πολλά και δύσκολα προαπαιτούμενα: στο όριο, φάνηκε να ζητά από τα ακροατήριά της την ένταξη σε ένα πρόγραμμα ζωής σχεδόν παρά φύσιν.
Υπάρχει και ένα ακόμα, που η Νεολαία του ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να το λύσει από μόνη της. Το σημείωσε πρόσφατα ο Σταύρος Κωνσταντακόπουλος στις "Αναγνώσεις": "Η Αριστερά των μαζών που γνωρίσαμε", έγραφε, κινδυνεύει να δώσει τη θέση της "στην Αριστερά των προσωπικοτήτων". Μεγάλο μέρος της νέας γενιάς δεν έχει εμπειρίες από μαζικούς αγώνες που έφεραν σημαντικές αλλαγές. Συμπαθεί τον Τσίπρα, ακούει με ενδιαφέρον τον Δραγασάκη και τον Τσακαλώτο, αλλά αδυνατεί να κάνει τη σύνδεση προσωπικοτήτων και ενός κόμματος που ενισχύθηκε μέσα από την κίνηση των πολλών -υπό τον όρο δε της κίνησης αυτής θα μπορέσει να πραγματοποιήσει αυτά που λέει το πρόγραμμά του.
Φαίνεται λοιπόν πως δοκιμαζόμαστε σε δύο δύσκολους συνδυασμούς. Ο ένας είναι ανάμεσα στον σεβασμό της αυτονομίας και την προτεραιότητα στην κίνηση και τις ανάγκες των πολλών: περιέργως, η Δεξιά έχει πείσει ότι σέβεται περισσότερο την ατομικότητα, ενώ στην πραγματικότητα επενδύει στον κομφορμισμό και την προβατοποίηση του φοιτητή - πελάτη. Ο άλλος συνδυασμός είναι ανάμεσα στην υπεράσπιση συμφερόντων και την υπεράσπιση αξιών. Οι νέοι γιατροί και οι νέοι δικηγόροι είναι απολύτως κρίσιμο να στελεχώνουν τα σωματεία τους, εξίσου κρίσιμο όμως είναι να μην μένει κανείς χωρίς περίθαλψη και νομική κάλυψη. Οι νέοι φιλόλογοι μπορούν, με πρακτική στήριξη από την Αριστερά, να υπερασπιστούν τον μισθό τους -είναι όμως κρίσιμο να μιλήσουμε (και σήμερα) για τη σημασία της κλασικής παιδείας και του ανθρωπιστικού της φορτίου. Ας το θυμίσουμε: Μαζική και νικηφόρα πολιτική δεν είναι μόνο αυτή που θέτει κεντρικά διλήμματα, αλλά και αυτή που υποστηρίζεται από πολλούς για πολλούς και διαφορετικούς λόγους.