Τη βδομάδα που πέρασε δημοσιεύτηκε το σημαντικό ρεπορτάζ του Reuters για την Ελλάδα. Το άρθρο αυτό είναι μια πολύ καλή περιγραφή του τι έρχεται το φθινόπωρο και πρέπει να «διαβαστεί» πολύ προσεκτικά από τον ΣΥΡΙΖΑ.
Το Reuters ανακεφαλαιώνει και κυρίως «επισημοποιεί» τους προβληματισμούς των Eυρωπαίων γύρω από τον σχεδιασμό της επόμενης φάσης του ελληνικού προγράμματος. Δύο βασικά ζητήματα τους απασχολούν.
Ζήτημα πρώτο: η ανάγκη συνέχισης της πίεσης. Οι κοινοτικοί πιστεύουν ότι η Αθήνα δεν πρόκειται να εξακολουθήσει να υλοποιεί αρκετέeς «μεταρρυθμίσεις» χωρίς πίεση. Για την επίλυση του προβλήματος αυτού σκοπεύουν να συνδέσουν την ανακούφιση του χρέους με την υλοποίηση συγκεκριμένων «μεταρρυθμίσεων». Δηλαδή, όσο θα τηρούνται από την Ελλάδα τα συμφωνηθέντα θα γίνονται σταδιακές ελαφρύνσεις του χρέους (μειώσεις των επιτοκίων και παρατάσεις των αποπληρωμών).
Ζήτημα δεύτερο: το ελληνικό πολιτικό ρίσκο. Ως γνωστόν, το πολιτικό ρίσκο (από τη σκοπιά των δανειστών της χώρας) συνδέεται με το ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών με φόντο την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας και με την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία. Η αποφυγή αυτής της πιθανότητας αναγκάζει τους δανειστές να συνδράμουν τον Σαμαρά στην αντιπαράθεσή του με τον ΣΥΡΙΖΑ.
Το βάρος δίνεται στην επιχειρηματολογία περί «ιδιοκτησίας του προγράμματος». Είναι προφανές ότι η κυβέρνηση προτιμά για πολιτικούς και ψυχολογικούς λόγους το τέλος του υπάρχοντος προγράμματος προσαρμογής να συμπέσει με το τέλος της τρόικας και την αντικατάσταση των δανείων που θα λάμβανε η Ελλάδα ώς το 2016 από το ΔΝΤ (και των ελέγχων που θα τα συνόδευαν), από άλλη πηγή ή πηγές. Αυτό συνδέεται και με τα θέματα της κάλυψης του χρηματοδοτικού κενού των 12,6 δισ., των stress tests, του δανεισμού από τις αγορές κ.τ.λ. και δεν έχει αποσαφηνιστεί ακόμη αν θα δοθεί νέο δάνειο ή προαιρετική γραμμή πίστωσης.
Το βασικό είναι ότι έχει γίνει κατανοητή η ανάγκη στήριξης της κυβέρνησης Σαμαρά. Στην κατεύθυνση αυτή σκέφτονται να αντικαταστήσουν την αστυνόμευση της τρόικας από μια ειδική ομάδα δράσης (task force) από την Κομισιόν, η οποία θα διενεργεί εξαμηνιαίους ελέγχους και όχι τριμηνιαίους όπως σήμερα. Σε αντάλλαγμα, η Αθήνα θα δεσμευθεί σε 6ετές πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων, στο οποίο τα επιτεύγματα θα αμείβονται με εκταμιεύσεις χρημάτων αλλά και με ανακούφιση από δανειακά βάρη. Η ιδιοκτησία του προγράμματος θα είναι ελληνική για να τονίζεται (περισσότερο σημειολογικά, παρά ουσιαστικά) ο αναπτυξιακός του χαρακτήρας και να υποβαθμίζεται ο εξαναγκαστικός του χαρακτήρας. Το πρόγραμμα θα πρέπει να εκπονηθεί μέσα στο φθινόπωρο.
Το αποτέλεσμα όλων των παραπάνω είναι να δοθεί στον Σαμαρά η δυνατότητα για μερική αποδραματοποίηση του σκηνικού των ελέγχων και παρουσίασης (και αυτό είναι το σημαντικότερο) ενός προγράμματος σταδιακής εξόδου από το Μνημόνιο και περάσματος σε φάση ανάπτυξης, το οποίο θα έχει μάλιστα την έγκριση των δανειστών. Κάτι τέτοιο δεν θα δημιουργεί το πανηγυρικό κλίμα του τέλους του Μνημονίου, όμως θα δημιουργεί το κλίμα ότι περνάμε σιγά-σιγά και με ασφάλεια στην αντιστροφή της κατάστασης. Αυτό θα είναι το βασικότερο όπλο του Σαμαρά στη μάχη των 180 ή των πρόωρων.
Ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται, λοιπόν, στην ανάγκη να απαντήσει επαρκώς σε αυτό το όπλο με δύο τρόπους: α) Όπως έκανε ώς τώρα, δηλαδή εξηγώντας ότι το Μνημόνιο μετασχηματίζεται σε καθεστώς που θα κρατάει την ελληνική κοινωνία σε τροχιά χαμηλών αναπτυξιακών ρυθμών και τεράστιων ανισοτήτων. β) Όπως δεν έκανε -στον βαθμό που θα έπρεπε- ώς τώρα. Δηλαδή, με ένα καλά επεξεργασμένο, αναλυτικό, ριζοσπαστικό και ταυτόχρονα εφαρμόσιμο πρόγραμμα που να παρουσιάζει τη δική του θετική αφήγηση για το τι πρέπει να γίνει και να δημιουργεί αισιοδοξία και διέξοδο για το μέλλον της χώρας.
Κάτι τέτοιο είναι απαραίτητο και ως απάντηση σε ενδεχόμενο εξαετές πρόγραμμα Σαμαρά, όπως το περιγράφει το Reuters και ως αναβάθμιση των σχέσεων εμπιστοσύνης που χτίζει εδώ και δυόμιση περίπου χρόνια με τεράστια στρώματα της ελληνικής κοινωνίας ο ΣΥΡΙΖΑ. Έχει κερδίσει τον σεβασμό αυτών των στρωμάτων για την επιμονή του να συγκρούεται με το εγχώριο σύστημα συμφερόντων και διαπλοκής, αλλά και με την πανευρωπαϊκή πολιτική λιτότητας που επιβάλλει η Γερμανία. Αυτό που μένει είναι να ελαχιστοποιήσει την ανασφάλεια και τον φόβο του κόσμου ότι αυτό που προτείνει είναι πραγματοποιήσιμο και ότι ο ίδιος έχει έναν οδικό χάρτη έτοιμο ώστε να τον ακολουθήσει όταν βγει κυβέρνηση... Δηλαδή, ότι έχει ένα σχέδιο που περιμένει να μπει σε εφαρμογή, ένα πρόγραμμα.
Η αναπλήρωση αυτού του κενού είναι εκείνη που μπορεί να δώσει προοπτική στα στρώματα που εκπροσωπεί ο ΣΥΡΙΖΑ, να αλλάξει το πολιτικό κλίμα εντυπωσιακά και τελικά να οδηγήσει τον ΣΥΡΙΖΑ σε ποσοστά αυτοδυναμίας.