Δεν θέλω να γράψω, σήμερα, για τα χαρίσματα της Αννίτας που τόσο νωρίς και τόσο άδικα χάσαμε (αν μπορεί, βέβαια, να υπάρχει δίκιο κι άδικο στο θάνατο). Της Αννίτας Μιχαηλίδου, της δικιάς μας Αννίτας. Τα έγραψαν και τα είπαν άλλοι, και το έκαναν όπως πρέπει. Ούτε για τον πόνο, τον πόνο του Μάκη και της Όλγας, καθώς και των πόνο των δικών της θα γράψω -- δεν αποτυπώνονται στο χαρτί τούτα τα πράγματα. Γι' αυτούς τους «δικούς» όμως θέλω να μιλήσω, όπως μας είδα όλους και όλες, στην κηδεία.
To μεσημέρι της Παρασκευής, στις 3 του Ιούλη, εκεί, στον περίβολο του νεκροταφείου της Νέας Σμύρνης , ένιωθες τον πόνο, βαρύ, αλλά και την αγάπη· πολλή αγάπη. Στρέφοντας το βλέμμα, έβλεπες ότι όλοι οι δικοί σου ήταν εκεί, κι έλεγες -- εγώ τουλάχιστον έτσι έλεγα: Να, αυτός είναι ο κόσμος μου, οι άνθρωποί μας, εδώ, εδώ είναι η οικογένειά μου, ο τόπος μου. Ο τόπος μας, η γειτονιά της Αριστεράς, όπου, μικροί και μεγάλοι, από κοντά κι από μακριά, μεγαλόσχημοι και «άσημοι», ήρθαμε να κλάψουμε την Αννίτα, και συνάμα όλα τα ακριβά και τα ωραία που κάναμε μαζί της, αυτά που χάνονται με τον χαμό της, αλλά και συνεχίζονται.
Και τούτη η αίσθηση τύλιγε το απόγευμα και το γαλήνευε. Αυτό που τόσο συχνά, κάθε μέρα, δεν το καταφέρνουμε στην πολιτική πράξη, όπου μας κατατρώνε άλλα και τρωγόμαστε κι εμείς μαζί τους. Κι έτσι, χωμένοι ανάμεσα στους δικούς, πιάνοντας ο είς το χέρι του άλλου, αλαφρώναμε λιγάκι τον πόνο μας: μέσα στη βαριά σκιά του χαμού, μια στάλα φως, παρηγοριά και δύναμη. Και αγάπη, όχι μια στάλα, αλλά πολλή: για την Αννίτα, και ας μην μπορούμε πια να της το πούμε, για τον Μάκη, την Όλγα, μα και για μας, όλους και όλες μας.