Live τώρα    
Η πολιτική κατάσταση, σήμερα, στη Βοσνία
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Η πολιτική κατάσταση, σήμερα, στη Βοσνία

Στο άκουσμα της ιδέας για τη διοργάνωση συνδιάσκεψης ειρήνης στο Σαράγεβο, την πόλη όπου πριν από 20 χρόνια βρέθηκε στο επίκεντρο των πιο αιματηρών εμφυλιακών συγκρούσεων στα Βαλκάνια, οι συμβολισμοί που προκύπτου, είναι αυτονόητοι. Φτάνοντας στην είσοδο της πρωτεύουσας της Βοσνίας και Ερζεγοβίνης, υπάρχει το θέαμα ενός απέραντου μεικτού νεκροταφείου, με δεκάδες χιλιάδες μουσουλμανικούς, χριστιανικούς και εβραϊκούς τάφους, θυμάτων του πολέμου. Μέσα στο Σαράγεβο, τα εκατοντάδες κτήρια, κυριολεκτικά διάτρητα από τις σφαίρες και τα βλήματα, αποκαλύπτουν την έκταση που έλαβαν οι συγκρούσεις στους δρόμους της πόλης. Καταδεικνύουν επίσης πως η μνήμη του πολέμου και των θηριωδιών του εμφυλίου είναι αδύνατον να σβηστεί.

Η διαχείριση της μνήμης του πολέμου ως εργαλείου συμφιλίωσης αποτέλεσε κεντρικό αντικείμενο συζήτησης, κατά τη διάρκεια της συνδιάσκεψης στο Σαράγεβο. Τέθηκαν ερωτήματα που αφορούσαν την αξιοποίηση της κοινής μνήμης του εμφυλίου για τη δημιουργία ενός πλαισίου ειρηνικής συνύπαρξης μεταξύ των διαφορετικών εθνοτήτων, αλλά και την αξιολόγηση των πολιτικών πρακτικών που έχουν εφαρμοστεί προς αυτή την κατεύθυνση. Βοήθησε η ομοσπονδιοποίηση της χώρας στην αποκλιμάκωση της έντασης μεταξύ των τριών εθνοτικών ομάδων, όπως αυτή προέκυψε από την Συμφωνία του Ντέιτον; Πώς διαχειρίστηκαν αυτό το πλαίσιο οι πολιτικοί παράγοντες; Υπήρξαν πρωτοβουλίες συμφιλίωσης και αλληλεγγύης από τη βάση και ποια τα αποτελέσματά τους;

Η συνθήκη του Ντέιτον, που ήρθε κατόπιν του τερματισμού του εμφυλίου πολέμου το 1995, όριζε τη δημιουργία ενός ομόσπονδου κράτους, με δύο αυτόνομες διοικητικές οντότητες, τη Δημοκρατία της Σερβίας και την Ομοσπονδία της Βοσνίας και Ερζεγοβίνης, μία κεντρική κυβέρνηση, δέκα καντόνια και έναν Ύπατο Αρμοστή, αντιπρόσωπο της διεθνούς κοινότητας, ως επιτηρητή. Η οικοδόμηση ενός σύνθετου και αποκεντρωμένου διοικητικού μορφώματος είχε ως σκοπό να προωθήσει τη συμφιλίωση και την ειρηνική συνύπαρξη των τριών εθνοτήτων με βάση την αρχή του δίκαιου καταμερισμού εξουσιών, όπως αυτός θα προέκυπτε από τις δύο οντότητες. Στη Δημοκρατία της Σερβίας, η κοινότητα των Χριστιανών Σερβοβοσνίων πλειοψηφεί, στην Ομοσπονδία της Βοσνίας και Ερζεγοβίνης οι Μουσουλμάνοι Βόσνιοι αποτελούν το 52% του πληθυσμού.

Ως εκ τούτου, θεωρήθηκε πως η διαίρεση της χώρας σε αυτές τις διοικητικές περιφέρειες θα άμβλυνε τις διαφορές των δύο εθνοτήτων και θα άνοιγε τον δρόμο για ειρηνική συνύπαρξη στο πλαίσιο ενός ομόσπονδου κράτους. Ωστόσο, κρίνοντας από το αποτέλεσμα, ο θεσμός αυτός μάλλον όξυνε τις αντιθέσεις. Ο νέος πολιτικός χάρτης στη χώρα απέκτησε έντονο εθνικιστικό χαρακτήρα, με δεξιά ή «αριστερά» κόμματα να απευθύνονται σχεδόν αποκλειστικά σε μία εθνοτική ομάδα, ενώ εξαιρετικά σπάνιες είναι οι περιπτώσεις ύπαρξης κομμάτων που απευθύνονται και στις τρεις εθνότητες. Με τους χειρισμούς τους, οι πολιτικοί δρώντες, αποβλέποντας στη συσπείρωση της πλειοψηφούσας εθνότητας σε κάθε οντότητα, υιοθέτησαν εθνικιστική ρητορεία, η οποία οδηγούσε στην πόλωση και φυσικά δρούσε υπονομευτικά σε κάθε προσπάθεια συμφιλίωσης.

Αναφορικά με την ανάγνωση του παρελθόντος, υπάρχει άρνηση από πλευράς πολιτικών, να δημιουργήσουν μια κοινή αφήγηση για τα γεγονότα του εμφυλίου. Η προτεραιότητα να διασφαλιστούν τα ιδιαίτερα εθνικά χαρακτηριστικά κάθε κοινότητας για λόγους πολιτικών σκοπιμοτήτων οδηγεί την επίσημη πολιτική ηγεσία να επιλέγει τη σιωπή απέναντι σε αυτό το γεγονός που τόσο ριζικά άλλαξε την εικόνα των Βαλκανίων. Η μνήμη όμως δεν διαγράφεται και οι πληγές που προκλήθηκαν από την έξαρση του εθνικισμού στα χρόνια του εμφυλίου παραμένουν ανοιχτές. Στα σχολεία, τα βιβλία Ιστορίας σταματούν στην προεμφυλιακή περίοδο. Έτσι, αποφεύγεται η ανάπτυξη συζητήσεων για τον εθνικισμό, ως παράγοντα της έκρηξης του πολέμου. Η σιωπή και η διατήρηση των διαφορών μεταξύ των εθνοτήτων εξυπηρετεί το παιχνίδι των πολιτικών.

Παράλληλα όμως, σε μια χώρα όπου οι κοινωνικές αντιθέσεις είναι τρομερά έντονες, η ανεργία ξεπερνά το 40%, η μαύρη εργασία αποτελεί θεσμό και οι ντόπιες ολιγαρχίες υιοθετούν πρακτικές μαφίας, εμφανίζονται κοινωνικά προτάγματα τα οποία δρουν ενωτικά προς τα πλέον καταπιεσμένα στρώματα, ανεξάρτητα από την εθνοτική τους προέλευση. Παράδειγμα, οι διαδηλώσεις που πραγματοποιήθηκαν τον περασμένο Φεβρουάριο, οι οποίες ξεκίνησαν από την βιομηχανική πόλη της Τούζλα, αλλά σύντομα επεκτάθηκαν σε όλη τη χώρα. Αφορμή στάθηκε η πτώχευση δεκάδων κρατικών επιχειρήσεων, οι οποίες στη συνέχεια ιδιωτικοποιήθηκαν, οδηγώντας στην απόλυση το μεγαλύτερο ποσοστό των εργατών που αποσχολούσαν. Σύντομα, χιλιάδες κόσμου, προερχόμενοι από όλες τις εθνότητες, αψήφησαν τη βίαιη κρατική καταστολή και βγήκαν στους δρόμους των μεγαλύτερων πόλεων να διαδηλώσουν κατά των ιδιωτικοποιήσεων, αλλά και κατά της αδιαφάνειας και της διαφθοράς που διέπει το πολιτικό σύστημα της χώρας. Το ενωτικό σύνθημα που κυριάρχησε στους δρόμους κάθε πόλης της Β-Ε εκείνες τις μέρες ήταν: «Δεν είμαι Βόσνιος, δεν είμαι Σέρβος, ούτε Κροάτης. Είμαι άνεργος».

Λίγους μήνες αργότερα, η χώρα έμελλε να υποστεί τις τεράστιες καταστροφές των πλημμυρών, που έπληξαν τόσο τη Β-Ε όσο και τη γειτονική Σερβία. Ως συνέπεια των πλημμυρών, εκατοντάδες χιλιάδες Βόσνιοι έμειναν άστεγοι. Η αλληλεγγύη και οι πράξεις συμπαράστασης προς τα θύματα ήταν ανεπανάληπτη, και απέδειξε πως το εθνικό στοιχείο δεν έχει καμία σημασία μπροστά στην προσωπική τραγωδία έπειτα από μια τέτοια καταστροφή.

Όσο η ανέχεια αυξάνεται στη Βοσνία και Ερζεγοβίνη, τα κοινωνικά προτάγματα θα εμφανίζονται όλο και πιο συχνά. Παρά την επιμονή της ντόπιας πολιτικής και οικονομικής ελίτ να διατηρήσει την εθνικιστική της ρητορική, ως βασικό εργαλείο εξυπηρέτησης των πολιτικών της σκοπιμοτήτων, οι υπό διαμόρφωση κοινωνικές συνθήκες, σύντομα θα τελματώσουν αυτήν της την προσπάθεια. Ο λαός της Β-Ε συνειδητοποιεί σιγά σιγά το ατελέσφορο της διατήρησης των εθνικών διαφορών και ενώνεται κάτω από αιτήματα που εκφράζονται κατά των κοινωνικών αδικιών και του συστήματος αποκλεισμών και εκμετάλλευσης που έχει στηθεί. Σταδιακά, καταλαβαίνουν ότι διαιρεμένοι δεν έχουν τίποτα να κερδίσουν, ενωμένοι όμως μπορούν πιο αποτελεσματικά να διεκδικήσουν. Και υπ' αυτό το πλαίσιο, μπορεί να προκύψει από τη βάση μια παραγωγικότερη συζήτηση πάνω στη μνήμη του εμφυλίου. Ο πόλεμος δεν πρόκειται να ξεχαστεί. Οι μνήμες του όμως, μπορούν να γίνουν το έδαφος για μια νέα, κοινή αφήγηση των αιτιών που τον προκάλεσαν, και πάνω σε αυτή να στηθούν νέα θεμέλια συμφιλίωσης.

* Ο Κωνσταντίνος Καλαμβοκίδης είναι διεθνολόγος, μέλος του Τμήματος Διεθνών Σχέσεων και Θεμάτων Ειρήνης του ΣΥΡΙΖΑ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0