Μετά τις ευρωεκλογές το πολιτικό τοπίο έγινε ακόμα πιο ρευστό. Η μόνη περίπτωση υποχώρησης αυτής της πολιτικής αστάθειας είναι να συμμαχήσουν όλες οι δυνάμεις του συστήματος ενάντια στην Αριστερά και τον ΣΥΡΙΖΑ. Γνωρίζουν όμως οι πάντες από τα διάφορα κομματικά επιτελεία ότι αν γίνει κάτι τέτοιο στις επόμενες εκλογές, όποτε και αν γίνουν, ο ΣΥΡΙΖΑ θα επωφεληθεί και θα εισπράξει όλη τη συσσωρευμένη λαϊκή αγανάκτηση ως η μόνη αντισυστημική δύναμη που μπορεί και θέλει να κυβερνήσει αυτόν τον τόπο.
Το θέμα λοιπόν των συμμαχιών ξαναμπαίνει έντονα σε όλες τις πολιτικές δυνάμεις, με εξαίρεση ίσως το ΚΚΕ, που ακολουθεί τον δρόμο της πολιτικής μοναξιάς και του απομονωτισμού αδιαφορώντας σε αυτή τη φάση για την κατάκτηση της κυβερνητικής τουλάχιστον εξουσίας. Βέβαια τα αδιέξοδα απ' αυτή τη σεχταριστική πολιτική του είναι προ των πυλών γιατί θα βρεθεί σύντομα μπροστά στη δραματική επιλογή τού «εμείς ή αυτοί», του "εμείς" δηλαδή των δυνάμεων που με την οποιανδήποτε διαφορετικότητά τους έκαναν και κάνουν την επιλογή της λαϊκής και της εργατικής ταξικής όχθης και όχι της όχθης της μονοπωλιακής ολιγαρχίας. Εκεί θα δούμε το ΚΚΕ, αυτό το ιστορικό κόμμα της Αριστεράς, με ποιους θα πάει και ποιους θα αφήσει.
Οι απαντήσεις στο θέμα των συμμαχιών, λοιπόν, εκ των πραγμάτων θα δοθούν άμεσα με την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας. Η δικομματική κυβερνητική πλειοψηφία λογικά θα επιδιώξει να εξασφαλίσει με κάθε τρόπο τους 180 «πρόθυμους» για την εκλογή του νέου Προέδρου της Δημοκρατίας για να εξαντλήσει την τετραετία. Φυσικά στην προσπάθειά της αυτή θα έχει ως στήριγμά της πρώτα απ' όλα την Άν. Μέρκελ, τους τροϊκανούς, τα διευθυντήρια της Ε.Ε., για τους γνωστούς χιλιοειπωμένους λόγους, και μετά όλους εκείνους τους βουλευτές οι οποίοι δεν έχουν πολιτικό ανάστημα και που, φοβούμενοι μήπως δεν επανεκλεγούν, μπορεί και να στηρίξουν μέχρι τέλους αυτή την κυβέρνηση. Το ζήτημα, όμως, της εκλογής του Προέδρου και των 180 δεν πρέπει να δραματοποιείται και πολύ περισσότερο να οδηγεί σε πολιτικά "παραστρατήματα" τον ΣΥΡΙΖΑ από τον βασικό πολιτικό του σχεδιασμό στο θέμα των συμμαχιών.
Σ' αυτή τη ρευστή, αλλά και δύσκολη πολιτική πραγματικότητα ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να βρει τρόπους μέσα στο γενικό πολιτικό παιγνίδι να ανατρέψει τα δεδομένα όπως διαμορφώθηκαν μετά τη μάχη των ευρωεκλογών.
Η εύκολη απάντηση για τον ΣΥΡΙΖΑ θα ήταν να επιδιώξει να τα «βρει» με τις δυνάμεις του λεγόμενου χώρου της Κεντροαριστεράς: ΠΑΣΟΚ, ΔΗΜ.ΑΡ., Ποτάμια και λοιπές κεντροαριστερές δυνάμεις. Επιπλέον να περάσει σε ένα διμέτωπο ενάντια στη Ν.Δ. και τη Χ.Α. από τη μια και το ΚΚΕ και την υπόλοιπη Αριστερά από την άλλη. Αυτή τη λαθεμένη επιλογή καθόλου δεν αποκλείεται κάποιοι ισχυροί παράγοντες του οικονομικού κατεστημένου να τη βλέπουν και ως «χρυσή ευκαιρία» για να εγκλωβίσουν ευθύς εξαρχής τον ΣΥΡΙΖΑ σε μια συστημική διπολική πολιτική, καθιστώντας τον «πολιτικά όμηρο» κάποιου δικού τους μορφώματος χωρίς το οποίο δεν θα υπάρχει για τον ΣΥΡΙΖΑ κυβερνητική προοπτική! Η άρχουσα τάξη και όχι μόνο, ας μη το ξεχνάμε, θέλει τον ΣΥΡΙΖΑ μεταλλαγμένο υπηρέτη των συμφερόντων της.
Αν κάνει αυτές τις επιλογές ο ΣΥΡΙΖΑ, θα είναι δέσμιος πολιτικών δυνάμεων και προσώπων που συμμετείχαν μέχρι χθες σε κυβερνήσεις καταστροφικές για τον ελληνικό λαό που διέλυσαν τη χώρα. Με παλιά υλικά και νοοτροπίες δεν μπορεί να κτισθεί το νέο. Προς χάριν της πρωθυπουργικής καρέκλας ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να ενσωματωθεί συμβιβασμένος σε έναν πολιτικό κυβερνητικό σχεδιασμό όπως αυτός της λεγόμενης Κεντροαριστεράς. Όλοι όμως γνωρίζουμε πως άλλες χώρες που κυβερνήθηκαν από τέτοιες πολιτικές συμμαχίες της Αριστεράς με κόμματα της σοσιαλδημοκρατίας έφεραν αρνητικά αποτελέσματα για τους λαούς αυτών των χωρών.
Στη γειτονική μας Ιταλία, οι Ελιές του Μάσσιμο Ντα Λέμα, του Βάλτερ Βελτρόνι με τις κεντροαριστερές κυβερνήσεις εκείνης της εποχής ξεκίνησαν το χτύπημα των εργασιακών σχέσεων και το ξεπάτωμα του ιταλικού κοινωνικού κράτους. Παράλληλα, φιλοξένησαν και τα ΝΑΤΟϊκά γεράκια στις επιθέσεις τους ενάντια στη Γιουγκοσλαβία.
Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να κάνει τέτοιες επιλογές. Αυτές τις επιλογές δεν θα επιτρέψουν να αποκτήσουν σάρκα και οστά πρώτα και κύρια τα ίδια του τα στελέχη και η αριστερή κομματική του βάση. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι «καταδικασμένος» να κυβερνήσει διαφορετικά, ανατρεπτικά απέναντι στο σάπιο δικομματικό σύστημα τού χθες, ειδάλλως, μεταλλαγμένος, θα γίνει μια σύντομη κυβερνητική παρένθεση που, σαν στημένη πολιτική λεμονόκουπα, θα χάσει την εμπιστοσύνη του ελληνικού λαού και θα επιστρέψει ηττημένος στο περιθώριο.
Άλλη λύση επίσης, ακόμη πιο καταστροφική, θα ήταν να ακολουθήσει ο ΣΥΡΙΖΑ το γερμανικό πολιτικό μοντέλο ενός μεγάλου συνασπισμού. Όλοι μαζί στο όνομα της υποτιθέμενης εθνικής σωτηρίας για τη συνέχιση της πολιτικής της λιτότητας και του άγριου νεοφιλελευθερισμού. Η πλήρης υποταγή, δηλαδή, στις κατευθύνσεις των δανειστών μας και όλων αυτών που θέλουν να λεηλατήσουν τη χώρα μας και τον λαό της. Ορισμένα επικοινωνιακά κέντρα πληροφόρησης ήδη άρχισαν να δουλεύουν ακόμη και υπέρ αυτών των σεναρίων, με στόχο να πείσουν την κοινή γνώμη πως για τον ΣΥΡΙΖΑ δεν υπάρχει άλλος δρόμος για να συμμετέχει στη διακυβέρνηση της χώρας, παρά μόνο αυτός που αναφέρεται στα προαναφερόμενα σενάρια ενσωμάτωσής του στο σύστημα.
Η απόρριψη αυτών των προαναφερόμενων πολιτικών σχεδιασμών δεν σημαίνει πως ο ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει να επακολουθήσει την πορεία του απομονωτισμού. Με τη δύναμη που θα του δώσει ο ελληνικός λαός θα μπορέσει να προωθήσει το δικό του σχέδιο συμμαχιών, πρώτα και κύρια με τις άλλες δυνάμεις της Αριστεράς, αλλά και με άλλες δημοκρατικές προοδευτικές και πατριωτικές δυνάμεις που θα συγκλίνουν σε ένα ριζοσπαστικό σχέδιο διεξόδου από την οικονομική και ανθρωπιστική κρίση που μαστίζει τον ελληνικό λαό.
Στο ερώτημα με ποιες δυνάμεις συγκεκριμένα, αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει απάντηση. Αλλά και ποιος μπορεί να υποστηρίξει με απόλυτο τρόπο ότι μετά από μια εκλογική αναμέτρηση που θα φέρει τα πάνω κάτω ο ίδιος ο ελληνικός λαός, δεν θα ξεπηδήσουν και νέες πολιτικές δυνάμεις από τη γενική ανασύνταξη της πολιτικής σκηνής.
O ΣΥΡΙΖΑ σήμερα διέρχεται μια πολύ κρίσιμη φάση ωρίμανσης της πολιτικής του πραγματικότητας, πρέπει να δει πώς θα μαζικοποιήσει ένα κίνημα με ταξικά χαρακτηριστικά αμφισβήτησης για τη δημιουργία μιας νέας πολιτικής και κοινωνικής πλειοψηφίας που θα ανατρέψει τη σημερινή κυβέρνηση και θα οδηγήσει στη ριζική αλλαγή την ελληνική κοινωνία. Βασικά να ισχυροποιήσει τη ριζοσπαστική προωθητική του δύναμη μέσα στην κοινωνία.
* Ο Βασίλης Πριμικήρης είναι μέλος της Κ.Ε του ΣΥΡΙΖΑ