Στην Αριστερά τα τελευταία χρόνια, εξαιτίας του Μνημονίου, έχουν υποβαθμιστεί κρίσιμα γεωπολιτικά ζητήματα, τα οποία διαδραματίζουν όλο και μεγαλύτερη βαρύτητα στις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις. Τα ζητήματα ισχύος, ιδιαίτερα για τον έλεγχο των ενεργειακών πόρων και των ενεργειακών δρόμων, αλλά και των διακρατικών σχέσεων και των νέων "περίπλοκων συμμαχιών", έχουν μεγάλη σημασία, πολλές φορές και ιστορικό βάθος, το οποίο δεν μπορεί να αγνοηθεί.
Τα ζητήματα αυτά δεν μπορούν να προσεγγιστούν μόνο στο πλαίσιο της κλασικής αντίθεσης κεφάλαιο - εργασία, που διαπερνά -αλλά δεν εξαντλεί- την αντίληψη της Αριστεράς. Συνήθως τα σύνθετα ζητήματα χρειάζονται σύνθετες προσεγγίσεις, που δεν εξαντλούνται ούτε στην ανάγκη σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ούτε στις διακηρύξεις για αμοιβαία επωφελείς σχέσεις.
Οι μεταβολές ισχύος και οι συμμαχίες που προϋποθέτουν είναι πιο βαθιές και χρειάζονται στρατηγική ικανότητα για να μην ανοίξει κανείς τον λάκκο του με τα ίδια του τα χέρια. Μόνο με μια ματιά στον ταραγμένο κόσμο μας θα διακρίνουμε αυτές τις στρατηγικές ισχύος και τις περίπλοκες συμπτώσεις ή και συμμαχίες, τις οποίες πριν από λίγα μόλις χρόνια δεν εκλαμβάναμε ούτε ως υποθέσεις εργασίας. Ας μην ξεχνάμε κι ας μην υποβαθμίζουμε το κρίσιμο αυτό ζήτημα περιορίζοντας την πολιτική στα ασφυκτικά εθνικά πλαίσια αντιπαράθεσης, γιατί θα διακινδυνεύσουμε να καταστούμε "χρήσιμοι ηλίθιοι".
Άλλα κρίσιμα ζητήματα, που επίσης προβληματίζουν ιστορικά την Αριστερά, είναι η αντίληψη για την πολιτική, οι συμμαχίες και η μορφή της οργάνωσης. Για παράδειγμα είναι μάλλον ένδειξη πολιτικής ανωριμότητας η αντίληψη που υψώνει στεγανά μεταξύ της πολιτικής δράσης στους θεσμούς και τα μέσα ενημέρωσης από τη μια και στην κινηματική δράση από την άλλη. Τέτοιου είδους διχασμός δεν μπορεί να υπάρξει για την Αριστερά του 21ου αιώνα. Η πολιτική αντιπαράθεση διεξάγεται τόσο στους θεσμούς όσο και στα κινήματα, που αλληλοτροφοδοτούνται εμπλουτίζοντας τις αξίες της αφυδατωμένης δημοκρατίας.
Ας μην λησμονούμε ότι ιστορικά η υποβάθμιση των αντιπροσωπευτικών θεσμών άνοιξε στον δρόμο για τη σταλινική εκτροπή, παρά την προειδοποίηση της Ρόζας Λούξεμπουργκ, η οποία δυστυχώς αγνοήθηκε. Φοβάμαι πως ακόμη και σήμερα ορισμένοι στην Αριστερά δεν έχουν κατανοήσει την τομή που επέφερε ο Γκράμσι στη μαρξιστική σκέψη με την έννοια της ηγεμονίας για την υπέρβαση του οικονομισμού.
Ένα άλλο στοιχείο κριτικής αφορά τις συμμαχίες. Θέμα υπαρκτό και κρίσιμο από όποια πλευρά κι αν το προσεγγίσει κανείς. Το κρίσιμο ζήτημα και εδώ δεν είναι αν ο ΣΥΡΙΖΑ θα είναι ανοικτός σε πολιτικές και κοινωνικές συμμαχίες. Αυτό είναι αυτονόητο. Το κρίσιμο είναι οι προϋποθέσεις και η προγραμματική βάση. Προφανώς κάθε στέλεχος που προέρχεται από το ΠΑΣΟΚ δεν είναι αυτονόητα αποδεκτό ούτε κάθε καρυδιάς καρύδι σε κοινωνικό επίπεδο, γιατί απλούστατα αυτό δεν συνιστά "κοινωνική γείωση". Απαιτούνται στοχευμένες επιλογές σε πρόσωπα, που δεν έχουν προκαλέσει ούτε έχουν πλουτίσει από την πολιτική, και δεσμεύσεις πάνω σε μια προγραμματική βάση.
Καμιά συμμαχία όμως δεν εξαντλείται στα πρόσωπα: επεκτείνεται και εδραιώνεται πρώτα από όλα στην κοινωνία και πάντα στη βάση μιας γνήσιας εναλλακτικής πρότασης. Όσο δεν χρειάζονται "οχυρωματικά έργα" απέναντι σε "εισβολείς", άλλο τόσο δεν μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ να είναι "μπάτε σκύλοι αλέστε," ούτε βεβαίως να επιβεβαιώνει τον γερο-Μίχελς και την "ολιχαρχική τάση" των κομμάτων. Χρειάζεται σχέδιο, πρόγραμμα και συγκλίσεις με τη συνείδηση ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα ανοικτό κόμμα στην κοινωνία και τις αντιφάσεις της και όχι κλειστό γραφειοκρατικό, περίκλειστο φρούριο.
Εκείνο που προέχει είναι μια γνήσια εναλλακτική πρόταση εξουσίας, που θα καταστήσει τον αριστερό - προοδευτικό πόλο εξουσίας ηγεμονική δύναμη στην κοινωνία, που θα τα αλλάξει όλα και θα ανοίξει στον δρόμο για τον κοινωνικό μετασχηματισμό.