Κύριο χαρακτηριστικό της τρέχουσας πολιτικής συγκυρίας είναι η πλήρης απονομιμοποίηση των πολιτικών δυνάμεων που άσκησαν την κυβερνητική μνημονιακή πολιτική. Έτσι η Ν.Δ. απομειώνεται, με βάση τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών, από το 30% στο 23%, το ΠΑΣΟΚ από το 12% στο 8%, καθώς επίσης και η ΔΗΜ.ΑΡ. (εφόσον και αυτή συμμετείχε στην εφαρμογή της πολιτικής των μνημονίων) από το 6% στο 1%. Ο σημερινός κυβερνητικός συνασπισμός εμφανίζει έτσι μείωση της επιρροής του της τάξης του 11% (από το 42% στο 31%), ενώ αν συνυπολογίσει κανείς και την αρχική τρικομματική συγκυβέρνηση, το συνολικό ποσοστό κατέρχεται από το 48% στο 32%. Και παράλληλα η μετεκλογική συγκυρία χαρακτηρίζεται από την εκλογική πρωτοκαθεδρία του ΣΥΡΙΖΑ και με σαφή διαφορά από το δεύτερο κόμμα (27% έναντι 23%).
Στη βάση αυτών των νέων και πρωτότυπων πολιτικών συσχετισμών, όπου το πρώτο κόμμα απωθείται στον ρόλο της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ενώ οι κυβερνητικές δυνάμεις παραμένουν γαντζωμένες στην εξουσία, παρά τον καταφανώς μειοψηφικό τους χαρακτήρα, ο επικεφαλής του ΣΥΡΙΖΑ, με αφορμή τη συνάντησή του με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, διατύπωσε τη θέση της Ριζοσπαστικής Αριστεράς με καθαρότητα και αυστηρότητα : «Μην διανοηθείτε και βγάλετε από τα συρτάρια σας τα μνημονιακά μέτρα που έχετε έτοιμα, ιδιαίτερα για τις μειώσεις μισθών και συντάξεων, τις ιδιωτικοποιήσεις κάθε μορφής δημόσιας περιουσίας κ.λπ.». Μια πολιτική στάση που κεφαλαιοποιεί τους νέους πλέον συσχετισμούς στον χάρτη των πολιτικών δυνάμεων, που συνοδεύεται μάλιστα από ισχυρότατη ταξική πόλωση.
Νά όμως που οι αστικές κυβερνητικές δυνάμεις όχι μόνον δεν προσαρμόζουν την πρακτική και τους προσανατολισμούς τους στο αποτέλεσμα των βαθιά πολιτικών ευρωεκλογών, αλλά απεναντίας εντείνουν τις προσπάθειές τους για την παραπέρα προώθηση των αντιδραστικών νεοφιλελεύθερων μεταλλάξεων και για τη διατήρηση στη θέση τους στην πολιτική διακυβέρνηση της χώρας για την επόμενη διετία, προχωρώντας σε κινήσεις συσπείρωσης «αποστατών» για τη διασφάλιση της αναγκαίας πλειοψηφίας του Μαρτίου 2015 για την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας, πράγμα που φαίνεται ότι ενδεχομένως το επιτυγχάνουν, καθώς χρησιμοποιούν κάθε θεμιτό και αθέμιτο μέσον. Μ' αυτή την έννοια, έτσι προωθούν άμεσα τις ρυθμίσεις για την κατάργηση των επικουρικών συντάξεων καθώς και για την άνευ προηγουμένου κατακρεούργηση των κυρίων συντάξεων από την αρχή της επόμενης χρονιάς, με την ώθησή τους στο επίπεδο της ολοκληρωτικής εξαθλίωσης των 360 ευρώ. Και το ίδιο προγραμματίζεται και στους άλλους τομείς, όπου προετοιμάζονται καινούργιες περικοπές, μεταλλάξεις και αντιλαϊκές αλλαγές.
Αν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε ποια είναι η ισχύς, το αντίκρισμα και το πολιτικό βάρος, της θέσης και της προειδοποίησής μας για το «Να μην διανοηθούν...»; Νά που διανοούνται και ενεργούν κατά τον πλέον δραστικό τρόπο, χωρίς να λαμβάνουν υπόψιν ούτε τις ισχυρές αλλαγές των πολιτικών εκπροσωπήσεων ούτε τις προειδοποιήσεις του ΣΥΡΙΖΑ, ως πρώτης πολιτικής δύναμης της χώρας. Θα αναμένουμε την όποια πραγματοποίηση των εθνικών βουλευτικών εκλογών, ποντάροντας στις όποιες διαδικασίες αποδιάρθρωσης της κυβερνητικής πλειοψηφίας (που εντούτοις δεν φαίνονται στον ορίζοντα, όταν μάλιστα ενισχύεται κοινοβουλευτικά το μνημονιακό μπλοκ), σε μια μακρόχρονη «αναμονή» για ολόκληρη την επόμενη διετία, με αποτέλεσμα η εξαθλίωση και το ολοκαύτωμα των λαϊκών τάξεων να φτάσουν στα πιο ακραία τους όρια ; Ή θα δρομολογήσουμε μια άμεση πορεία λαϊκής, εργατικής και νεολαιίστικης κινητοποίησης, με πολιτικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά, αντιμνημονιακού χαρακτήρα και ριζοσπαστικού προσανατολισμού, με αποκλειστικό στόχο την απομάκρυνση της μνημονιακής συγκυβέρνησης της μειοψηφίας και άμεση διενέργεια ελεύθερων και δημοκρατικών εκλογών (πέρα από την τρομοκρατική παρέμβαση και χειραγώγηση των αστικών ΜΜΕ) με επιδίωξη την εξασφάλιση της αυτοδύναμης αριστερής λαϊκής πλειοψηφίας;
Και στη συγκυρία των Ιουλιανών του 1965-66, η λαϊκή αγανάκτηση και οργή απέναντι στα ανακτορικά κοινοβουλευτικά πραξικοπήματα και τις κυβερνήσεις μειοψηφίας που επιβάλλονταν (ΕΡΕ + αποστάτες ΕΚ) μορφοποιήθηκε σε ένα μεγαλειώδες κίνημα, μοναδικό στη μεταπολεμική ιστορία της χώρας, που κατόρθωσε με τις κινητοποιήσεις του να ανατρέψει τις πραξικοπηματικές κυβερνήσεις. Εντούτοις, για να πάρει μορφή χρειάστηκε η καθοριστική παρέμβαση του υποκειμενικού παράγοντα: του πολιτικού οργανισμού της ΕΔΑ, με ισχυρή αγωνιστική αντοχή, γαλουχημένη διά πυρός και σιδήρου στην προηγούμενη εικοσαετία, της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη, με τις μαζικές οργανώσεις εργαζόμενης και σπουδάζουσας νεολαίας στις συνοικίες, με τα 115 αγωνιστικά ταξικά συνδικάτα που συγκροτούνταν σε αντιπαράθεση με την τότε κυβερνητικά ελεγχόμενη ΓΣΕΕ. Το συμπέρασμα είναι ότι η Αριστερά δεν υπάρχει μόνον για να «εκφράζει» κοινοβουλευτικά τις προσδοκίες και τα αιτήματα των λαϊκών τάξεων, αλλά σε κρίσιμες ιστορικές περιστάσεις, όπου παραβιάζεται κατάφωρα η ίδια η αστική δημοκρατία, για να λειτουργεί πολύμορφα ως ιδεολογικός, πολιτικός και κοινωνικός «οργανωτής» του μαζικού εργατικού και νεολαιίστικου κινήματος.
Η κοινοβουλευτική διεύρυνση της Ριζοσπαστικής Αριστεράς δεν μπορεί να είναι μονοδιάστατο προϊόν των κοινοβουλευτικών διαδικασιών. Απεναντίας, η αύξηση της επιρροής της, το σπάσιμο του φράγματος του 27%, η κατάκτηση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, είναι αποτέλεσμα της επανατροφοδότησης της κινητοποίησης του λαϊκού παράγοντα. Αν τώρα δεν κάνουμε αυτή την «έφοδο στον ουρανό», τότε για πότε την τοποθετούμε, όταν πλέον θα έχουμε γίνει η Μαλαισία ή το Μπανγκλαντές της σύγχρονης νοτιοανατολικής Ευρώπης;