Κάτι κινείται στην Ευρωζώνη, παρά την πεισματική άρνηση των περισσότερων κυβερνήσεων να παραδεχθούν επί της ουσίας ότι έλαβαν το μήνυμα των ευρωεκλογών.
Κάτι κινείται με μισόλογα, με ελαφρές αλλαγές στις διατυπώσεις των συνηθισμένων δηλώσεων των κυβερνώντων στον Βορρά - η καγκελάριος Μέρκελ τις τελευταίες μέρες έχει ξεχάσει τη «δημοσιονομική πειθαρχία» και μιλά για «ανάπτυξη, απασχόληση και ανταγωνιστικότητα».
Κάτι κινείται, χάρη στην αυξημένη αυτοπεποίθηση της ιταλικής κυβέρνησης, χάρη στην αυξημένη απελπισία της γαλλικής κυβέρνησης, χάρη στην αυξημένη αμηχανία της γερμανικής κυβέρνησης.
Κάτι κινείται, χάρη στη φόρα των επικεφαλής των πολιτικών ομάδων στο νέο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, που επιμένουν να βάλουν τη σφραγίδα τους, όχι μόνο στον επόμενο πρόεδρο, αλλά και στην πολιτική που θα ακολουθήσει η νέα Κομισιόν.
Κάτι κινείται, τέλος, χάρη στην ομόφωνη απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας να ανοίξει τις στρόφιγγες και να πιέσει τις εμπορικές τράπεζες να χρηματοδοτήσουν την πραγματική οικονομία, κυρίως στην ευρωπαϊκή περιφέρεια. Μέχρι και τα γεράκια της γερμανικής Bundesbank συναίνεσαν σ' αυτή την απόφαση, όπως άφησε να εννοηθεί ο διοικητής της ΕΚΤ, Μάριο Ντράγκι.
Οι κινήσεις δεν είναι θεαματικές, το πιθανότερο είναι ότι δεν πρόκειται να οδηγήσουν σε απότομη αλλαγή πλεύσης. Αλλά η απόλυτη κυριαρχία της πολιτικής της λιτότητας φαίνεται να κλονίζεται, παρά τις πρόσφατες σκληρές συστάσεις της απερχόμενης Κομισιόν στα κράτη - μέλη, να συμμαζέψουν τους προϋπολογισμούς τους και να συνεχίσουν τις μεταρρυθμίσεις.
Λόγοι υπάρχουν πολλοί, υπήρχαν και πριν από τις ευρωεκλογές, αλλά τα χαστούκια που έφαγαν πολλές κυβερνήσεις -ακόμη και όσες σφυρίζουν αδιάφορα- καθώς και η ενίσχυση των ευρωσκεπτικιστικών δυνάμεων, δημιουργούν ένα κλίμα επείγοντος.
Η δεύτερη και η τρίτη οικονομία της Ευρωζώνης, η Γαλλία και η Ιταλία, δεν λένε να ορθοποδήσουν και πιέζουν τους Γερμανούς να χαλαρώσουν τα λουριά, ενώ θα ήθελαν πολύ ένα λιγότερο σκληρό «ευρώ».
Η πρώτη οικονομία της Ευρωζώνης, η Γερμανία, για πρώτη φορά στη μεταπολεμική ιστορία της δεν μπορεί να οχυρωθεί πίσω από τον σχεδόν μεταφυσικό φόβο του πληθωρισμού, αφού η αύξηση τιμών καταναλωτή επιμένει και στη Γερμανία πολύ κάτω από το «επιθυμητό» 2%. Επιπλέον, όσο συνεχίζεται η κρίση στην Ουκρανία και το βαρύ κλίμα με τη Ρωσία, οι γερμανικές εξαγωγικές επιχειρήσεις νοιώθουν όλο και πιο έντονα την ανάγκη του κοινού ευρωπαϊκού «σπιτιού» - και στέλνουν τα ανάλογα μηνύματα στην κυβέρνησή τους.
Οι κυβερνήσεις του μνημονιακού Νότου, ακόμη κι αν οι δύο (Πορτογαλία, Ιρλανδία) βγήκαν από το πρόγραμμα, όσο κι αν μιλούν για success story, δεν κατάφεραν να πείσουν γι' αυτό τους πολίτες τους κι έχουν απόλυτη ανάγκη από μια έστω μικρή, χειροπιαστή επιτυχία στο μέτωπο των επενδύσεων και της ανεργίας. Η απόφαση της ΕΚΤ να δώσει αέρα στις τράπεζες για να ρίξουν λεφτά στην οικονομία δεν είναι αρκετή - αλλιώς δεν θα χρειαζόταν πολιτική, θα έκαναν όλο το παιχνίδι οι κεντρικοί τραπεζίτες. Οπότε στο μεγάλο παζάρι που έχει αρχίσει για τη στελέχωση και το περιεχόμενο της πολιτικής της επόμενης Κομισιόν θα πρέπει να τα δώσουν όλα.
Η Γερμανία, αλλά και οι χώρες που βολικά κρύβονται πίσω της -Ολλανδία, Φινλανδία- δεν πρόκειται να παραιτηθούν από την επιμονή τους στη δημοσιονομική εξυγίανση. Άλλωστε, αυτή είναι πλέον «θεσμοθετημένη» από τις Συνθήκες. Αλλά, υπό την πίεση των υπολοίπων, θα αναγκαστούν να ξαναδούν τη δοσολογία.