Live τώρα    
Τουρισμός και τοπικότητα / Αρχαιολογικός περιηγητισμός και Ηράκλειο
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Τουρισμός και τοπικότητα / Αρχαιολογικός περιηγητισμός και Ηράκλειο

Τουρισμός-Ηράκλειο

Για σημαντικό μέρος του 20ού αιώνα, ο τουρισμός στη χώρα μας προσδιορίστηκε σε μεγάλο βαθμό από την περιφερειακή-τοπική διάσταση. Η Κέρκυρα, η Ρόδος, το Ηράκλειο, από τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, ενσωματώθηκαν στα διεθνή τουριστικά δίκτυα με έναν σχετικά αυτόνομο τρόπο από το εθνικό κέντρο και την πρωτεύουσα της χώρας. Τα νησιά αυτά, μαζί με την Αθήνα και τις ενταγμένες στα οικονομικά και συγκοινωνιακά δίκτυά της λουτροπόλεις και τους αρχαιολογικούς χώρους, αποτέλεσαν τους κατεξοχήν πόλους προσέλκυσης της τουριστικής ζήτησης.

Παρά το γεγονός αυτό, η πρόσφατα συγκροτηθείσα ιστοριογραφία του ελληνικού τουρισμού δεν έχει αναδείξει ιδιαίτερα τη σχέση τοπικότητας και τουρισμού. Η ερμηνεία της στάσης αυτής των πρωτοπόρων της παρατήρησης του τουρισμού από ιστορική σκοπιά πρέπει να αναζητηθεί στην κριτική αποστασιοποίησή τους από τις θεωρητικές και μεθοδολογικές επιλογές προγενέστερων κοινωνικών επιστημόνων. Κοινωνιολόγοι και ανθρωπολόγοι, εστιάζοντας στη μικρή κλίμακα στη βάση της γεωγραφικής-διοικητικής διαίρεσης, είχαν αντιμετωπίσει τον τουρισμό ως επακόλουθο των φυσικών πλεονεκτημάτων μιας περιοχής και τον είχαν συνδέσει με την αυθόρμητη διαπροσωπική επικοινωνία επισκέπτη-ντόπιου. Από τη συνάντηση αυτή προέκυπταν οι οικονομικές σχέσεις τουρίστα-κοινωνίας υποδοχής και οι κοινωνικές και πολιτισμικές «συνέπειες» για την τουριστική περιοχή.

Ετσι, σε αντιδιαστολή με προγενέστερες προσεγγίσεις, νεότερες μελέτες στόχευσαν στην ιστορικοποίηση του τουριστικού φαινομένου στη χώρα μας (αναφέρομαι στις διδακτορικές διατριβές του Άγγελου Βλάχου και του Μιχάλη Νικολακάκη), στρέφοντας τον φακό της παρατήρησης στο εθνικό επίπεδο και στις κρατικές και δημόσιες πολιτικές που εκπορεύονταν από την πρωτεύουσα και έδρα της κοινωνικής και πολιτικής εξουσίας. Οι μελέτες αυτές, υιοθετώντας ευρύτερα θεωρητικά σχήματα από την παράδοση της πολιτικής οικονομίας, ανανέωσαν σημαντικά τη μελέτη του ελληνικού τουρισμού.

Ωστόσο, τόσο οι πρόσφατες ιστορικές προσεγγίσεις όσο και οι παλαιότερες μελέτες από τον χώρο των κοινωνικών επιστημών ταυτίζουν τον τουρισμό με τη μαζική παραθεριστική του μορφή. Έτσι, νεότερες και παλαιότερες προσεγγίσεις φαίνεται να υποβαθμίζουν άλλες ιστορικές εκφράσεις του τουρισμού σε προστάδιο που δυνάμει θα οδηγούσε στον οικονομικά αποδοτικότερο μαζικό τουρισμό.

Η «επιστροφή» στην τοπική κλίμακα θα μπορούσε να αναδείξει διακριτές ιστορικές μορφές του τουρισμού. Άλλωστε, ο τουρισμός ως φαινόμενο αναδύθηκε από τους μετασχηματισμούς που προκάλεσε η πολιτική και βιομηχανική επανάσταση του τέλους του 18ου αιώνα, ενώ κάθε ιστορική μορφή του, σύμφωνα με τη σύγχρονη διεθνή βιβλιογραφία, συνδέθηκε με την αγορά και τον καπιταλισμό.

Η περίπτωση της ιστορικά προσδιορισμένης και συγκεκριμένης ενσωμάτωσης του Ηρακλείου της Κρήτης στα διεθνή τουριστικά δίκτυα μπορεί να αναδείξει τις ιδιαίτερες διασυνδέσεις τοπικότητας και τουρισμού. Από τον Μεσοπόλεμο μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1970, ο αρχαιολογικός περιηγητισμός αποτέλεσε σχεδόν τη μοναδική μορφή τουρισμού (και) της περιοχής της Κρήτης. Εξάλλου, μέχρι τις μέρες μας η διεθνώς αναγνωρίσιμη αναπαράσταση του νησιού παρουσιάζει την Κρήτη ως κοιτίδα ενός προϊστορικού πολιτισμού με αρχετυπική σημασία για τις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες και, ταυτόχρονα, ως τόπο παραθερισμού και καλοκαιρινής αναψυχής.

Τη δεκαετία του 1930, η ένταξη του Ηρακλείου μέσω του αρχαιολογικού περιηγητισμού στα δίκτυα των θαλάσσιων περιηγήσεων στον χώρο της Ανατολικής Μεσογείου προσδιορίστηκε από δομικούς και συγκυριακούς παράγοντες. Οι δομικοί μετασχηματισμοί διαμόρφωσαν τις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές-ιδεολογικές προϋποθέσεις για την ανάπτυξη του τουρισμού-αρχαιολογικού περιηγητισμού.

Οι προϋποθέσεις αυτές διαμορφώθηκαν από τη μακρόσυρτη προσαρμογή του Ηρακλείου στον «επελαύνοντα» από τα μέσα του 19ου αιώνα ευρωπαϊκό καπιταλισμό στην Ανατολική Μεσόγειο και την εμπλοκή του νησιού στους γεωπολιτικούς ανταγωνισμούς μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων, του ελληνικού κράτους και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η ανάπτυξη εμπορευματικών καλλιεργειών και ο εξωστρεφής προσανατολισμός της παραγωγής προσέδεσαν την τοπική οικονομία στις διεθνείς αγορές και συντέλεσαν στην αναδιαμόρφωση της οικονομικής ιεραρχίας με την ισχυροποίηση ομάδων συμφερόντων που σχετίζονταν με τις εξωτερικές ανταλλαγές της περιοχής. Οι ομάδες αυτές, «αντλώντας» από τις συναναστροφές τους με τις ξένες διπλωματικές, στρατιωτικές, αρχαιολογικές αποστολές και τις επαφές τους με διανοουμένους του ελληνικού εθνικισμού, επιχείρησαν να μετατρέψουν την οικονομική κυριαρχία τους σε πολιτική και κοινωνική εξουσία.

Κομβικό ρόλο σε αυτή τη διεργασία διαδραμάτισε η επεξεργασία από τοπικούς λογίους της αφήγησης Ευρωπαίων αρχαιολόγων για το προϊστορικό παρελθόν της περιοχής που διαδόθηκε σε καλλιτεχνικούς κύκλους και μορφωμένα στρώματα των ευρωπαϊκών χωρών. Εντέλει, λόγιοι και φορείς συμφερόντων του Ηρακλείου επεξεργάστηκαν ένα τοπικιστικό αφήγημα που θεμελιώθηκε στην ένταξη του μινωικού παρελθόντος της περιοχής στη γενεαλογία του ευρωπαϊκού πολιτισμού και διεκδίκησε τον χαρακτήρα διακριτής πηγής εθνικής αυτογνωσίας.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1930, οι δομικοί μετασχηματισμοί στο Ηράκλειο «συναντήθηκαν» με τη συγκυρία σε διεθνές και εθνικό επίπεδο. Τη συγκυρία προσδιόριζε η διόγκωση της κρατικής παρέμβασης στις χώρες του βιομηχανικού καπιταλισμού που ευνόησε τη διάχυση τουριστικών πρακτικών σε ευρύτερα στρώματα, καθώς και η πρώτη προσπάθεια του ελληνικού κράτους να ασκήσει συστηματική πολιτική επί του τουρισμού (ίδρυση μεσοπολεμικού ΕΟΤ το 1929). Συνεπώς, ήταν εύλογο για οικονομικά συμφέροντα, κοινωνικές και επαγγελματικές ομάδες που συνδέονταν με τις εξωτερικές ανταλλαγές του Ηρακλείου να βλέπουν στην αξιοποίηση του αρχαιολογικού αποθέματος την εξυπηρέτηση των στενών τους συμφερόντων, τη διεθνή και εθνική προβολή της αναπαράστασης της περιοχής και την τόνωση της τοπικής ταυτότητας και συνοχής.

Συμπερασματικά, ιστορικές προσεγγίσεις του τουρισμού στη «μικρή» κλίμακα μπορούν να συμπληρώσουν τις μελέτες των κεντρικών κρατικών και δημοσίων πολιτικών. Η ματιά από την περιφέρεια-τοπική κοινωνία προς το εθνικό κέντρο θα είναι γόνιμη με την επισήμανση πεδίων διαπραγμάτευσης μεταξύ τουριστικής περιοχής και έδρας της κοινωνικής και πολιτικής εξουσίας. Επιπλέον, η ανάδειξη συγκεκριμένων ιστορικών μορφών τουρισμού συνδεδεμένων με την τοπικότητα διευκολύνει τη διεύρυνση της οπτικής πέρα από το πεδίο του πολιτικού και την παρατήρηση των τρόπων με τους οποίους αυτός εμπλέκεται με την οικονομία και την αναπαραγωγή των κοινωνικών σχέσεων.

* Ο Σπύρος Δημανόπουλος είναι δρ Σύγχρονης Ιστορίας Πανεπιστημίου Κρήτης

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0