Live τώρα    
Ένας στους τρεις Έλληνες είναι άνεργος
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Ένας στους τρεις Έλληνες είναι άνεργος

Υπερβαίνει και επισήμως όχι μόνο το όριο του 30% η "γκρίζα ζώνη" της ανεργίας στην Ελλάδα, αλλά και του 34%, κάτι που σημαίνει ότι τυπικά και ουσιαστικά άνεργος έχει μείνει ο ένας στους τρεις 'Έλληνες εργαζόμενους. Το άθροισμα της "ονομαστικής" ανεργίας (27,1% το β' τρίμηνο 2013) και των υποαπασχολούμενων (εκείνων δηλαδή που δεν εργάζονται για ικανό αριθμό ωρών και ως εκ τούτου μοιάζουν με τους άνεργους και που αντιστοιχούν στο 4,3% την ίδια περίοδο) ανέρχεται σε 31,4%. Εάν μάλιστα προστεθούν ακόμη δύο κατηγορίες του "εν δυνάμει πρόσθετου εργατικού δυναμικού" αυτών που αναζητούν εργασία, αλλά δεν είναι διαθέσιμοι να την αναλάβουν (0,8% επί του εργατικού δυναμικού) και εκείνων που είναι μεν διαθέσιμοι για εργασία αλλά για οποιονδήποτε λόγο δεν αναζητούν (1,9% επί του εργατικού δυναμικού), τότε προκύπτει ποσοστό υπό την ευρεία έννοια ανέργων ίσο με 34,1%.

Ειδικότερα, σε καθεστώς υποαπασχόλησης βρίσκονταν 213,9 χιλιάδες εργαζόμενοι ή το 4,3% του συνολικού εργατικού δυναμικού στην Ελλάδα το β' τρίμηνο του 2013, σύμφωνα με τα στοιχεία που ανακοινώθηκαν για πρώτη φορά από την Ελληνική Στατιστική Αρχή, αυξημένοι κατά 64,5% σε σχέση με το α' τρίμηνο 2010. Ο δείκτης υποαπασχολούμενων σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ περιλαμβάνει άτομα που, αν και είναι απασχολούμενοι, δεν εργάζονται ικανό αριθμό ωρών και από αυτή την άποψη μοιάζουν με τους άνεργους. Στο α' τρίμηνο του 2010 υποαπασχολούνταν 130 χιλ. άτομα ή το 2,6% του συνόλου ενώ το α' τρίμηνο του 2013 ο δείκτης διαμορφώθηκε στα υψηλότερα επίπεδα, στους 222,2 χιλ. εργαζόμενους ή το 4,5% του συνόλου.

Όπως σημειώνεται σχετικά σε ανακοίνωση της ΕΛΣΤΑΤ, το ποσοστό ανεργίας είναι ο πλέον χρησιμοποιούμενος δείκτης της αγοράς εργασίας και αντανακλά ένα ευρύ φάσμα οικονομικών και κοινωνικών ζητημάτων (υποαπασχόλησης κίνδυνος φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού κ.λπ.). Ωστόσο, θεωρώντας η Eurostat πως καθίσταται όλο και περισσότερο δύσκολο να περιγραφεί η αυξανόμενη κατάτμηση και διαφοροποίηση της αγοράς εργασίας και οι εξαιρετικά διαφορετικοί βαθμοί σύνδεσης με αυτήν μόνο με τον δείκτη ανεργίας, αποφάσισε να παράξει τρεις νέους δείκτες, συμπληρωματικούς του δείκτη ανεργίας, οι οποίοι καλύπτουν άτομα που αφενός έχουν κοινά χαρακτηριστικά με όσους χαρακτηρίζονται άνεργοι σύμφωνα με τον καθιερωμένο ορισμό του Διεθνούς Οργανισμού Εργασίας, αφετέρου όμως δεν ικανοποιούν όλα τα κριτήρια για να χαρακτηριστούν άνεργοι.

Οι τρεις αυτοί δείκτες αναφέρονται στους υποαπασχολούμενους μερικής απασχόλησης, στα άτομα που αναζητούν εργασία αλλά δεν είναι άμεσα διαθέσιμα προς εργασία, και στα άτομα που είναι διαθέσιμα για εργασία, αλλά δεν αναζητούν. Κάθε δείκτης ορίζεται ως το ποσοστό των ατόμων της αντίστοιχης κατηγορίας ως προς το σύνολο του εργατικού δυναμικού.

Εκτός του δείκτη υποαπασχόλησης, οι άλλοι δύο δείκτες ονομάζονται από κοινού εν δυνάμει πρόσθετο εργατικό δυναμικό και καλύπτουν άτομα που δεν αποτελούν τμήμα του συνήθους εργατικού δυναμικού, αλλά έχουν ισχυρότερη σύνδεση με την αγορά εργασίας από ό,τι τα άλλα μη ενεργά άτομα. Ως εκ τούτου, το εν δυνάμει πρόσθετο εργατικό δυναμικό, που προκύπτει από την άθροιση των δύο δεικτών, ανήλθε στο 2,7% του συνόλου στο β' τρίμηνο του 2013, καθώς 38,3 χιλ. άτομα αναζητούσαν εργασία, αλλά δεν ήταν διαθέσιμοι άμεσα να εργαστούν, ενώ οι άμεσα διαθέσιμοι για εργασία που δεν αναζητούν ανέρχονταν σε 96,7 χιλ. άτομα.

Στα 57,8 έτη η μέση ηλικία συνταξιοδότησης

Εξάλλου, αφενός ο φόβος για νέες επαχθείς μνημονιακές αλλαγές στο ασφαλιστικό σύστημα (εφάπαξ, ηλικιακά όρια συνταξιοδότησης κ.λπ.) καθώς και η εργασιακή ανασφάλεια ωθούν όλο και περισσότερους εργαζόμενους στην έξοδο σε σύνταξη αμέσως με την κατοχύρωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος. Έτσι, στα 57,8 έτη διαμορφώνεται η μέση ηλικία συνταξιοδότησης, σύμφωνα με την ειδική έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ για τη μετάβαση από την αγορά εργασίας στη σύνταξη, η οποία αφορά άτομα ηλικίας 50 έως 69 ετών και διενεργήθηκε το β' τρίμηνο του 2012. Στις γυναίκες η μέση ηλικία εξόδου είναι χαμηλότερη, 57,5 έτη, ενώ στους άνδρες διαμορφώνεται στα 58 έτη.

Ο συνηθέστερος λόγος εξόδου από την αγορά εργασίας είναι η κατοχύρωση δικαιώματος σύνταξης (60,8%), ενώ ο δεύτερος πιο συχνός είναι η υποχρεωτική συνταξιοδότηση λόγω ορίου ηλικίας (28,3%). Τα προβλήματα υγείας αναφέρονται ως λόγος εξόδου από το 5,7% των ερευνηθέντων, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ. Ωστόσο, εκτιμάται ότι ένα σοβαρό ποσοστό επιδιώκει τη συνταξιοδότηση λόγω των επαχθών μνημονιακών μέτρων και των αβεβαιοτήτων σε θέματα εφάπαξ, ηλικιακών ορίων συνταξιοδότησης κ.λπ.

Η πλειονότητα των ερευνηθέντων προσπαθεί να κατοχυρώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα μέσω ασφάλισης σε δημόσιο ασφαλιστικό φορέα (94,8%). Ένα ποσοστό 6,6% έχει και (ή μόνο) ιδιωτική ασφάλιση.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0