Για πολλοστή φορά την τελευταία τριετία μια μνημονιακή κυβέρνηση επιλέγει να υφαρπάσει εισόδημα από τα ελληνικά νοικοκυριά επικαλούμενη επιχειρήματα που δεν πείθουν ούτε τους πιο αδαείς περί τα οικονομικά περί δήθεν "ελαφρύνσεων": επιχειρεί να παρουσιάσει ως "ελαφρύνσεις" τον νέο Ενιαίο Φόρο Ακινήτων με το εξωφρενικό επιχείρημα πως με αυτόν η συντριπτική πλειονότητα των ιδιοκτητών ακινήτων θα πληρώνει από το 2014 μικρότερο φόρο απ' ότι σήμερα. Αυτό όμως που "ξεχνά" (ή έτσι θέλει να δείχνει) η κυβέρνηση είναι ότι το "χαράτσι" μέσω των λογαριασμών της ΔΕΗ (είτε αυτό ονομαζόταν αρχικώς ΕΕΤΗΔΕ είτε ακολούθως, για να απαλύνει τις αρνητικές εντυπώσεις που προκάλεσε τον πρώτο χρόνο ισχύος του, το υπουργείο Οικονομικών το μετονόμασε ΕΕΤΑ) δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένα έκτακτο μέτρο, το οποίο επιβλήθηκε για μικρό χρονικό διάστημα, και όχι ως μόνιμη φορολογία πάνω στα ακίνητα. Άλλωστε, τυχόν παράταση της ισχύος του θα εκρίνετο παράνομη από τα ανώτατα δικαστήρια της χώρας. Εκεί δηλαδή που πρόπερσι εκατομμύρια ελληνικά νοικοκυριά "με βαριά καρδιά" το είχαν πάρει απόφαση ότι για 2 ή 3 χρόνια το πολύ θα συνεισφέρουν, με τις όποιες στερήσεις θα τους υποβάθμιζαν περαιτέρω το ήδη επιδεινωθέν επίπεδο ζωής τους, στην οικονομική ανόρθωση της χώρας, ξαφνικά, ήλθαν το ΔΝΤ, οι Βρυξέλλες και οι εκτελεστές των εντολών τους στην κυβέρνηση να μονιμοποιήσουν στο διηνεκές ένα έκτακτο μέτρο βαφτίζοντάς το "ενιαίο φόρο". Πρόκειται ασφαλώς για έναν "κατ' ευφημισμόν" όρο, δεδομένου πως "ενιαιοποιεί" δύο "μη-φόρους", αφού:
Το μεν χαράτσι της ΔΕΗ ήταν ένα προσωρινό (έκτακτο) μέτρο. Ο δε ΦΑΠ επιβάλλετο στις μεγάλες περιουσίες.
Και σαν να μην αρκούσε αυτός ο εμπαιγμός, ήλθε να προστεθεί με τον ΕΝΦΑ και ένας ακόμη: εις πείσμα του επικοινωνιακού τρυκ πως δήθεν "ευνοούνται οι αδύνατοι", ο φόρος στις πολύ μεγάλες περιουσίες, μειώνεται αισθητά σε σχέση με το άθροισμα του ΦΑΠ και των χαρατσιών!
Ένας ακόμη εμπαιγμός, είναι και το ότι η κυβέρνηση προπαγανδίζει την κατάργηση του ΕΕΤΗΔΕ/ΕΕΤΑ, ενώ ο τρόπος με τον οποίο υπολογίζονται τα κτίσματα είναι σχεδόν όμοιος με τον τρόπο που έχουν επιβληθεί τα «χαράτσια», στα ηλεκτροδοτούμενα ακίνητα, με ελάχιστες διαφοροποιήσεις.
Σε κάθε περίπτωση πάντως, επαναλαμβάνεται η γνώριμη μνημονιακή συνταγή της αφαίμαξης εισοδημάτων από τους οικονομικά ασθενέστερους με τη θέσπιση δυσβάστακτων μέτρων που, πέραν όλων των άλλων, ενισχύουν την ύφεση. Ουσιαστικά δε, το πλαίσιο της φορολόγησης ακινήτων στην Ελλάδα περνάει από τη "φιλοσοφία" της συνεισφοράς των "κατεχόντων" σε εκείνην της επιβάρυνσης όλων ανεξαιρέτως των εχόντων, είτε αυτοί πένονται είτε διάγουν πολυτελή βίο κ.λπ., θα επιβάλλεται δηλαδή μέχρι και σε μαντριά!
Η κοινωνική αυτή αδικία σημαίνει ότι σπίτια 3 και 4 δεκαετιών που κληρονομήθηκαν θα υπόκεινται σε φόρο ο οποίος θα επιβάλλεται και στα οικόπεδα με τιμές οι οποίες πλέον είναι πλασματικές σε σχέση με τις αντικειμενικές. Επιπλέον, η κυβέρνηση αφήνει στο απυρόβλητο τη μεγάλη ακίνητη περιουσία, αφού αυτή βρίσκεται σε off-shore εταιρείες, επιρρίπτοντας στους ώμους των πενομένων και της μεσαίας τάξης το βάρος που είτε από ανικανότητα είτε απροθυμία δεν επιρρίπτει στους κατέχοντες, οι οποίοι ελάχιστα ή και ουδόλως έχουν αισθανθεί τις παρενέργειες της μνημονιακής πολιτικής.
Μεγάλοι χαμένοι
"Χαμένοι" θα είναι αρκετές κατηγορίες ιδιοκτητών. Ξεχωρίζουν αναμέσα στους χαμένους οι εξής κατηγορίες ιδιοκτητών:
1. Οι ιδιοκτήτες χώρων καταστημάτων που μένουν ξενοίκιαστοι λόγω της ύφεσης.
2. Οι ιδιοκτήτες ακίνητης περιουσίας κάτω των 200.000 ευρώ, αφού αυτοί ώς σήμερα δεν υπόκεινται σε φόρο (απλώς πλήρωσαν το "έκτακτο" χαράτσι της ΔΕΗ).
3. Τα μη ηλεκτροδοτούμενα ακίνητα (οικίες, καταστήματα, γραφεία, κ.λπ.) τα οποία είχαν εξαιρεθεί από το χαράτσι της ΔΕΗ.
4. Τα αγροτεμάχια με κτίσμα.
5. Τα χωρίς κτίσμα οικόπεδα αξίας μικρότερης των 200.000 ευρώ, δεδομένου ότι αυτά δεν υπόκεινται σε Φόρο Ακίνητης Περιουσίας.
6. Τα διατηρητέα και ιστορικά κτήρια.
7. Οι ιδιοκτήτες μονοκατοικιών, οι οποίοι θα υπόκεινται στον φόρο ξεχωριστά για το οικόπεδο και ξεχωριστά για το κτίσμα.
Με την πτωχότερη μερίδα του πληθυσμού και τη μεσαία τάξη να πλήττονται από την νέα φοροεπιδρομή, κερδισμένοι βγαίνουν και όσοι παραδοσιακά επωφελούνται των κρίσεων: μεγάλοι όμιλοι, επενδυτικοί, real estate ή ακόμη και τραπεζικοί, θα μπορούν να αποκομίσουν τεράστια οφέλη καθώς πλήθος μικροϊδιοκτητών θα εξαναγκαστούν να ξεπουλήσουν όσο-όσο την όποια ακίνητη περιουσία κατέχουν, αφού η κατοχή της καθίσταται πλέον αβάσταχτη. Κάτι τέτοιο δείχνει άλλωστε και η εξαγγελία για σημαντική μείωση της φορολόγησης στις μεταβιβάσεις ακινήτων παράλληλα με τη μετατόπιση της φορολογίας στην κατοχή των ακινήτων.
Το "περίεργο" άρθρο 9 και ο ρόλος των τραπεζών
"Ύποπτο" είναι εν προκειμένω και το άρθρο 9 του νομοσχεδίου. Με το άρθρο αυτό θεσπίζεται η δυνατότητα εξόφλησης μέρους ή συνόλου οφειλομένου φόρου με μεταβίβαση σε τρίτον της πλήρους κυριότητας του ακινήτου και ταυτόχρονη εκχώρηση της απαίτησης καταβολής του τιμήματος ή μέρους αυτού στο Ελληνικό Δημόσιο. Είναι αυτονόητο ότι στις περιπτώσεις αυτές η αξία του ακινήτου που λαμβάνεται υπόψη δεν μπορεί να υπολείπεται της αντικειμενικής αξίας του.
Προκαλεί εντύπωση ότι το άρθρο αυτό φαίνεται να παρεισέφρησε, αν και άσχετο με το νομοσχέδιο, αφού αναφέρεται γενικώς σε οφειλές προς το Δημόσιο από οποιαδήποτε αιτία και όχι μόνο από ακίνητη περιουσία. Γεννάται εύλογα η εντύπωση πως αυτό θα πρέπει να συνδυασθεί και με τον νόμο του καλοκαιριού που μπορεί να επιτρέψει στον γενικό γραμματέα Δημοσίων Εσόδων την εκχώρηση της επίσπραξης των απαιτήσεων της εφορίας σε εισπρακτικές εταιρείες και σε τράπεζες. Αυτό θα σημαίνει πως, καθώς θα αίρεται το ακατάσχετο της α' κατοικίας έναντι της εφορίας -αφού αυτό δεν ισχύει έναντι της τράπεζας- θα μπορεί, για παράδειγμα, η τελευταία για ένα χρέος λ.χ. 20.000 ευρώ να προτείνει στον οφειλέτη να της δώσει το σπίτι του αξίας έστω 80.000 ευρώ που θα το έχει εν τω μεταξύ δεσμεύσει η τράπεζα, να του επιστρέψει 30.000 ευρώ και η τράπεζα αφού αποδώσει τις 20.000 ευρώ στην εφορία, να καρπωθεί για λογαριασμό της τη διαφορά των 30.000 ευρώ.