Είναι γνωστό ότι η ποσοτική υπέρβαση του στόχου του πρωτογενούς πλεονάσματος (μέσω της μεγαλύτερης απορρόφησης ή μη της εισροής στην οικονομία των προγραμματισμένων πόρων) εξ αντικειμένου προκαλεί δυσμενέστερες εξελίξεις στις άλλες μακροοικονομικές μεταβλητές - στόχους του προγράμματος και ειδικά στη βασική μακροοικονομική μεταβλητή, αυτή του ΑΕΠ. Επομένως η επιδίωξη επίτευξης θετικού πρωτογενούς πλεονάσματος, σε αντίθεση με το πρόγραμμα, δεν πραγματοποιείται χωρίς περαιτέρω κόστος για τις υπόλοιπες μεταβλητές και συνεπώς και για την οικονομία ως σύνολο.
Όμως η κυβέρνηση έχει αναγάγει την επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος σε μεγάλο εθνικό στόχο. Όλοι θυμούνται τον κ. Βενιζέλο, ο οποίος είχε επικαλεσθεί την ανάγκη επίτευξης πρωτογενούς πλεονάσματος όταν εισήγαγε το χαράτσι στα ηλεκτροδοτούμενα ακίνητα το 2011. Για την επίτευξη αυτού του στόχου η κυβέρνηση «σχεδόν αδιαφορεί» για τους υπόλοιπους. Αποτέλεσμα αυτής της μονοσήμαντης επιλογής είναι το υψηλότατο κόστος ευκαιρίας που καταβάλλει η ελληνική οικονομία (απίστευτα υψηλή ανεργία, τρομακτική ύφεση για έξι συνεχή έτη).
Ως γνωστόν, η κυβέρνηση επιθυμεί να επιτύχει τον συγκεκριμένο στόχο για δύο λόγους:
Πρώτον, γιατί υπάρχει η γνωστή δέσμευση του Eurogroup ότι θα λάβει μέτρα για τη μείωση του δημοσίου χρέους στο 124% από 128% το 2020. Όμως η όποια συζήτηση για το ζήτημα αυτό θα γίνει μετά τον Απρίλιο του 2014, αρκετά μακριά ώστε να αποκλεισθούν στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα εξελίξεις οι οποίες μπορούν να διαφοροποιήσουν τον κυβερνητικό σχεδιασμό. Εξάλλου ακόμη και στην περίπτωση ομαλών εξελίξεων κανείς δεν μπορεί να προδιαγράψει τις μελλοντικές αποφάσεις.
Δεύτερον, γιατί η κυβέρνηση πιστεύει ότι το πρωτογενές πλεόνασμα θα αποτελέσει διαβατήριο για έξοδο της χώρας στις αγορές και θα διευκολύνει την παροχή ρευστότητας στην οικονομία.
Όμως τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά όσο τα φαντάζεται η κυβέρνηση. Η ύπαρξη πρωτογενούς πλεονάσματος αποτελεί τυπικά θετική εξέλιξη, χωρίς άλλο όμως η εξέλιξη αυτή δεν πρόκειται να αλλάξει εύκολα την άποψη όλων εκείνων των φορέων που υπέστησαν μεγάλες ζημίες από το PSI για το ελληνικό ρίσκο. Η Ελλάδα εξακολουθεί να κατατάσσεται στην κατηγορία «των σκουπιδιών» από τις τρεις μεγάλες εταιρείες πιστοληπτικής διαβάθμισης. Εξάλλου ήδη από τώρα θα είχαμε κινήσεις προεξόφλησης από τις χρηματοπιστωτικές αγορές αν λειτουργούσαν με βάση το πρωτογενές πλεόνασμα.
Υπάρχουν πολλοί αναλυτές, και μάλλον έχουν δίκιο, οι οποίοι θεωρούν ότι τα μόνα κεφάλαια τα οποία ενδιαφέρονται για την ελληνική περίπτωση είναι κεφάλαια υψηλού ρίσκου, για τα οποία το πρωτογενές πλεόνασμα δεν είναι το πρώτο ζητούμενο. Το κίνητρο των συγκεκριμένων κεφαλαίων υψηλού ρίσκου είναι εντελώς διαφορετικού είδους από αυτό της προσεκτικής ανάλυσης των θεμελιακών μεγεθών της οικονομίας. Εξάλλου δεν θα πρέπει ποτέ να λησμονούμε ότι τα συγκεκριμένα κεφάλαια υιοθετούν μια πολιτική η οποία ακολουθεί την «οικονομική πραγματικότητα», αλλά επιχειρούν να διαμορφώσουν -και συχνά το καταφέρνουν- με σαφή και αποδεδειγμένο τρόπο.
Αυτό σημαίνει ίσως ότι το πρωτογενές πλεόνασμα δεν αποτελεί ικανή και αναγκαία συνθήκη για πρόσβαση στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Ακόμη θα πρέπει να ειπωθεί ότι τα κεφάλαια υψηλού ρίσκου αλλά και άλλα παρόμοια κεφάλαια ήδη έχουν εισέλθει στην ελληνική οικονομία. Πρωταρχικά στον τραπεζικό τομέα με διάφορους τρόπους: από συμμετοχή στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου μέχρι την αγορά τιτλοποιημένων δανείων. Επίσης σε τραπεζικές θυγατρικές επιχειρήσεις με αντικείμενο κυρίως το real estate.
Παράλληλα οι πρόσφατες δηλώσεις των Γερμανών αξιωματούχων (Σόιμπλε, Άσμουσεν κ.λπ.) ότι η Ελλάδα θα χρειαστεί νέο δάνειο για την κάλυψη του χρηματοδοτικού κενού για τα έτη 2014-15 (περίπου 11 δισ. ευρώ) δείχνει ότι το πρωτογενές πλεόνασμα δεν αποτελεί ικανή και αναγκαία συνθήκη για την πρόσβαση στις χρηματοπιστωτικές αγορές, αλλά αντιθέτως αποτελεί επιλογή για να επιτευχθεί το βασικό σχέδιο της γερμανικής ηγεσίας σύμφωνα με το οποίο «κάθε χώρα θα ζει με αυτά που παράγει». Βεβαίως με τον τρόπο που το εννοεί η γερμανική οικονομική σκέψη, και μάλιστα εντός μιας νομισματικής ένωσης όπου όλα τα μέσα οικονομικής πολιτικής δεν μπορούν να λάβουν υπόψη τους τις ιδιαιτερότητες των εθνικών κυβερνήσεων ακόμη και σε ακραίες περιόδους κρίσεων. Ο συντελούμενος ευνουχισμός της διακριτής οικονομικής πολιτικής ανεξαρτήτως ειδικών περιπτώσεων, μέσω της πολιτικής λιτότητας, επιταχύνει την πτώση της Ευρώπης.