Με μια προσωρινή, μικρού βαθμού και διάρκειας «έκπτωση» φαίνεται ότι ... γλιτώνουν οι εταιρείες διύλισης τη συζήτηση γύρω από μια νέα εισφορά αλληλεγγύης (έστω και ψαλιδισμένη), καθώς η γεωπολιτική συγκυρία φέρνει και πάλι βροχή υπερκερδών για τον συγκεκριμένο κλάδο, τα οποία ως φαίνεται θα μείνουν στο απυρόβλητο. Πρόκειται ούτε λίγο ούτε πολύ για ακόμα μία «συμφωνία κυρίων» μεταξύ της κυβέρνησης της Ν.Δ και των δύο εταιρειών διύλισης της χώρας, καθώς καταλήγοντας σε αυτή τη μικρή, οικειοθελή με κυβερνητική... παραίνεση συνδρομή από την πλευρά των δύο ομίλων απομακρύνεται το ενδεχόμενο να επανέλθει στο τραπέζι η φορολόγηση των τεράστιων υπερκερδών που αναμένουν τα διυλιστήρια και αυτή τη χρονιά.
Είναι περίπου στην ίδια λογική της μείωσης τιμών σε κάποια προϊόντα που «συμφώνησαν» βιομηχανία-σούπερ μάρκετ και κυβέρνηση προκειμένου να φύγει από τη μέση το πλαφόν στο περιθώριο κέρδους και βέβαια με έντονη προεκλογική χροιά. Και οι δύο κινήσεις είναι περισσότερο επικοινωνιακές και επιφανειακές παρά ουσίας, δεν έχουν δημοσιονομικό κόστος αφήνοντας χώρο για άλλες προεκλογικές παροχές και ελάχιστη επίδραση στα κέρδη των εταιρειών, χωρίς να καταφέρνουν να περιστείλουν πραγματικά και μόνιμα την ακρίβεια για νοικοκυριά, μικρομεσαίους και επιχειρήσεις.
Η έκπτωση των περίπου 10 λεπτών στην αμόλυβδη και των 5 λεπτών στο πετρέλαιο κίνησης (diesel), που βρίσκεται σε ισχύ από την περασμένη εβδομάδα (14 Ιουλίου) και θα διαρκέσει έως το τέλος του Αυγούστου, την οποία είχε προαναγγείλει ο Κ. Μητσοτάκης και ανακοίνωσαν εντέλει οι -ολίγον κρατική ακόμα- Helleniq Energy (πρώην ΕΛ.ΠΕ.) και η Motor Oil, κοστολογείται σε περίπου 40 εκατ. συνολικά (20 εκατ. έκαστη εταιρεία). Ωστόσο, είναι σταγόνα στον ωκεανό όχι μόνο της ακρίβειας, καθώς οι τιμές εξακολουθούν να βρίσκονται σε ανοδική τροχιά και «ρουφάνε» αμέσως τη μικρή αυτή μείωση, αλλά και των «απροσδόκητων» κερδών που αναμένεται να αποκομίσει και φέτος λόγω της συγκυρίας το «δυοπώλιο» (κατά την Επιτροπή Ανταγωνισμού) της διύλισης στη χώρα μας.
Βέβαιη η εκτίναξη των υπερκερδών
Η εκτόξευση των κερδών των δύο ελληνικών εταιρειών που ήδη καταγράφεται καθιστά σαφές ότι παρά την κρίση αποτελεί ακόμα έναν κλάδο της ενέργειας που αποκομίζει «ουρανοκατέβατα» κέρδη, λόγω ακριβώς των συνθηκών που επικρατούν στις διεθνείς αγορές (μεγάλη αύξηση στα περιθώρια διύλισης) και λιγότερο από τις δικές τους δραστηριότητες - κάτι που συνέβη και το 2022 με την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία.
Η τεράστια άνοδος των απροσδόκητων κερδών εξαιτίας κυρίως της γεωπολιτικής συγκυρίας αναμένεται να αποτυπωθεί και στα οικονομικά αποτελέσματα των δύο ομίλων για το πρώτο εξάμηνο του έτους τα οποία θα ανακοινωθούν εντός του Αυγούστου και εκτιμάται ότι τα κέρδη προ φόρων συνολικά θα ξεπεράσουν το 1,5 δισ. Ήδη στα κέρδη του πρώτου τριμήνου, στα οποία περιλαμβανόταν μόνο ο Μάρτιος, δηλαδή μόλις ο πρώτος μήνας των συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή και της εκτόξευσης των διεθνών τιμών του πετρελαίου, τα κέρδη προ φόρων για τη Motor Oil αυξήθηκαν κατά 277%, στα 427,73 εκατ., και για την Helleniq Energy (πρώην ΕΛ.ΠΕ.) η αύξηση έφτασε στο 2.088%, στα 372 εκατ., δηλαδή συνολικά ανήλθαν στα 800 εκατ. ευρώ.
Στο μεταξύ η Goldman Sachs προβλέπει για όλο το 2026 ότι τα κέρδη προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων (EBITDA) της Motor Oil θα φτάσουν σε 1,5 δισ. ευρώ και της Helleniq Energy θα ανέλθουν σε 1,49 δισ., ήτοι συνολικά θα φτάσουν περίπου στα 3 δισ., σχεδόν διπλάσια από τα αντίστοιχα του 2025 (1,786 δισ.). Σημειώνεται ότι κοντά στα 3 δισ. ήταν συνολικά τα κέρδη των δύο εταιρειών και στην κρίση του 2022, οπότε μπορεί να γίνει μια σχετική σύγκριση με τις φετινές εξελίξεις.
Θυμίζουμε ότι η εισφορά αλληλεγγύης για τα κέρδη του 2022, αν και υπολογιζόταν συνολικά στα 866 εκατ., τελικά απομειώθηκε φτάνοντας περίπου στα 660 εκατ. Δηλαδή στην καλύτερη περίπτωση η σημερινή έκπτωση των περίπου 40 εκατ. που παρέχουν... γενναιόδωρα οι δύο όμιλοι για το μισό καλοκαίρι αντιστοιχεί περίπου στο 1/16 της εισφοράς του 2022.
Ξανά η επιβολή έκτακτου φόρου
Σε αντίθεση με την ελληνική πραγματικότητα, που η κυβέρνηση δεν αγγίζει τις εταιρείες παρά μόνο αν αναγκαστεί υπό το βάρος του πολιτικού κόστους και της οξείας κοινωνικής κριτικής, τα υπερκέρδη των πετρελαϊκών εταιρειών προβληματίζουν κυβερνήσεις ανά τον κόσμο που είναι αντιμέτωπες με πληθωριστικές πιέσεις και κόστη δανεισμού όπως και με την επιβράδυνση της οικονομικής ανάπτυξης. Ενώ σε αρκετές περιπτώσεις τα περιθώρια για παρεμβάσεις με δημοσιονομικό κόστος έχουν εξαντληθεί (π.χ., προσωρινές μειώσεις φόρων), αφήνοντας τους καταναλωτές στον αέρα.
Μέχρι και ο Αμερικανός Πρόεδρος Ντ. Τραμπ αντέδρασε έντονα κατηγορώντας το λιανεμπόριο καυσίμων και τη βιομηχανία πετρελαίου ότι δεν μεταφέρουν τις μειώσεις στο αργό πετρέλαιο με επαρκή ταχύτητα, μιλώντας μάλιστα δημόσια για αισχροκέρδεια που υφίστανται οι οδηγοί στα πρατήρια και ζητώντας διερεύνηση αντιανταγωνιστικών πρακτικών σε σχέση με τις υψηλές τιμές της βενζίνης, ενώ ζήτησε από τους πρατηριούχους μειώσεις τιμών άμεσα.
Στην Ευρώπη ομάδα ευρωβουλευτών επανέφερε το ζήτημα της επιβολής έκτακτου φόρου στα υπερκέρδη των εταιρειών ορυκτών καυσίμων, ενώ έχει αναζωπυρωθεί με τη συμμετοχή αρκετών κρατών-μελών η γενικότερη συζήτηση για προσωρινούς φόρους στα «ουρανοκατέβατα» κέρδη των εταιρειών ώστε να χρηματοδοτηθούν μέτρα στήριξης των καταναλωτών. Αντίθετα, οι διαφωνούντες προειδοποιούν ότι η επανάληψη τέτοιων πρακτικών θα αποθαρρύνει τις επενδύσεις σε μια περίοδο ιδιαίτερης αστάθειας και ανάγκης για ασφάλεια εφοδιασμού και ικανή παραγωγή.
