Χωρίς στοιχειώδη κάλυψη στο νέο κύμα ακρίβειας που διαρκώς μεγαλώνει και απλώνεται και είναι θέμα χρόνου να αφορά το σύνολο αγαθών και υπηρεσιών, θα συνεχίζουν να δίνουν μάχη καθημερινής επιβίωσης το 2026 οι περίπου 600.000 εργαζόμενοι που αμείβονται με τον κατώτατο μισθό. Σε αυτούς θα πρέπει να προσθέσουμε και άλλους 650.000 εργαζόμενους σε όλο τον δημόσιο τομέα, οι οποίοι θα δουν μία δεύτερη συνεχόμενη αύξηση μετά από δώδεκα χρόνια μισθολογικής στασιμότητας.
Η αύξηση των αποδοχών τους σε 40 ευρώ μεικτά τον μήνα, που ανακοίνωσε την Πέμπτη ο πρωθυπουργός, είναι εντελώς ανεπαρκής να προστατεύσει στοιχειωδώς το εισόδημα των εργαζομένων. Προφανώς, θα καλύψει μέρος των νέων απρόβλεπτων απωλειών στο εισόδημά τους· και αυτό καθώς η πραγματική αύξηση των 27 ευρώ τον μήνα (καθαρή αύξηση) -υπολογιζόμενη σωρευτικά σε 12μηνη βάση- ισοδυναμεί με το ύψος ενός επιδόματος που τα τελευταία χρόνια χορηγείται στους χαμηλοσυνταξιούχους ως «έξτρα» ενίσχυση για να κάνουν Χριστούγεννα. Με άλλα λόγια, παρά την αύξηση που ανακοίνωσε η κυβέρνηση, θεωρείται σχεδόν βέβαιο ότι για άλλη μία χρονιά οι εργαζόμενοι θα έχουν πραγματική μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος· ίσως τη μεγαλύτερη της τελευταίας πενταετίας.
Η αύξηση των 40 ευρώ ανεβάζει τον κατώτατο μισθό από τα 880 στα 920 ευρώ (μεικτά), θα μεταφερθεί αυτόματα και οριζόντια σε όλα τα μισθολογικά κλιμάκια του Δημοσίου επηρεάζοντας όχι μόνο τους πολιτικούς υπαλλήλους, αλλά και τους λειτουργούς που αμείβονται με ειδικά μισθολόγια (ένστολοι, δικαστικοί λειτουργοί, γιατροί του ΕΣΥ, πανεπιστημιακοί).
Ωστόσο, η καθαρή αύξηση 27 ευρώ στην τσέπη των εργαζομένων (0,92 ευρώ τη μέρα) δεν καλύπτει ούτε τις σημαντικές απώλειες του 2025, ούτε τις νέες απώλειες που ήδη ξεκίνησαν από τις αρχές Μαρτίου σε καύσιμα, ενέργεια και βασικά αγαθά, πιέζοντας ασφυκτικά τα νοικοκυριά, ενώ το αυξημένο μεταφορικό κόστος προμηνύει νέο κύμα ανατιμήσεων.
Μείωση του πραγματικού εισοδήματος
Είχαμε επισημάνει ότι λογική της κυβέρνησης για το 2026 ήταν -με το πρόσχημα των δημοσιονομικών πιέσεων που προβλέπονται λόγω του πολέμου στο Ιράν, αλλά και της προστασίας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων- περιορισμένες αυξήσεις στους μισθωτούς του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα, κάτι που επαληθεύτηκε με τις ανακοινώσεις της κυβέρνησης.
Το κυβερνητικό αφήγημα σύμφωνα με το οποίο οι διαδοχικές αυξήσεις στον κατώτατο μισθό που χορηγήθηκαν την τελευταία πενταετία φτάνουν συνολικά το 41% (από 650 ευρώ μεικτά στα 920) ισχύει, αλλά δεν υπολογίζει τις απώλειες το ίδιο διάστημα, με το ράλι της ακρίβειας να συνεχίζεται σε όλα τα βασικά είδη διατροφής (αυξήσεις από 25% έως 40%), με ανατιμήσεις «φωτιά» στο ρεύμα, τα καύσιμα και τα ενοίκια που αφορούν μέχρι και το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2025 έκλεισε με μέσο μεικτό μισθό στα 1.363 ευρώ, όπως έδειξαν τα επίσημα στοιχεία της Εργάνης, ενώ το 2024 ο αντίστοιχος μέσος μισθός ήταν 1.342 ευρώ. Δηλαδή σημειώθηκε αύξηση στα μεικτά μόλις κατά 1,56%. Όμως, το 2025 ο πληθωρισμός έκλεισε στο 2,5%, κάτι που σημαίνει ότι καταγράφηκε μείωση του πραγματικού μέσου μισθού περίπου κατά 1%. Και το πρόβλημα δεν σταματά εκεί. Με βάση τα στοιχεία, προκύπτει ότι υπάρχει ένα 36,5% των εργαζομένων που εξακολουθούν να λαμβάνουν έως και 1.000 ευρώ μεικτά.
Μείωση της αγοραστικής δύναμης
Σύμφωνα με το ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, η αύξηση μόλις 40 ευρώ στον κατώτατο μισθό είναι ανεπαρκής για να καλύψει την απώλεια της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων, την ώρα που η ακρίβεια σε βασικά αγαθά, ενέργεια και στέγαση συνεχίζει να πιέζει σοβαρά τα εισοδήματα.
Να σημειωθεί πως η ευρωπαϊκή Οδηγία για τους επαρκείς κατώτατους μισθούς, την οποία έχει ενσωματώσει η κυβέρνηση, ερμηνεύοντάς την με τον δικό της τρόπο, συνδέει τις μισθολογικές αυξήσεις με την ενίσχυση των συλλογικών διαπραγματεύσεων και την κάλυψη του 80% των εργαζομένων από αυτές. Αντί γι’ αυτό, ο κατώτατος μισθός συνεχίζει να ορίζεται αποκλειστικά με υπουργική απόφαση, με τις εισηγήσεις των κοινωνικών εταίρων να είναι μη δεσμευτικές.
