Νέες συνθήκες στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας φέρνει η επόμενη χρονιά, που είτε εισάγουν επιπλέον επιβαρύνσεις για τα νοικοκυριά είτε ενισχύουν την... ποικιλία των τιμολογίων με προϊόντα χωρίς αντίκρισμα, δημιουργώντας περαιτέρω σύγχυση στους καταναλωτές που ακόμα προσπαθούν να βγάλουν άκρη με τα πολύχρωμα τιμολόγια της τελευταίας διετίας, σε ένα περιβάλλον που κυριαρχούν, όχι άδικα μετά τις ακραίες χρεώσεις της ρήτρας, η καχυποψία και η έλλειψη εμπιστοσύνης στην αγορά.
Προφανώς οι προμηθευτές έχουν τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο, αφού μέλημα της κυβέρνησης είναι ο... ανταγωνισμός και όχι η πραγματική ελάφρυνση των λογαριασμών ρεύματος. Ενώ τα πολυάριθμα είδη τιμολογίων δεν εγγυώνται απαραίτητα χαμηλότερες τιμές, αφού σε κάθε κατηγορία υπάρχουν διάφοροι συνοδοί παράγοντες, πέρα από την καθαρή τιμή της κιλοβατώρας, που κρύβουν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο ανατιμήσεις ή πρακτικές που στην πραγματική ζωή δεν μπορούν να εφαρμοστούν.
Καλυμμένη αύξηση ελέω κατανάλωσης
Μια δυσάρεστη εξέλιξη περιμένει τους πολυάριθμους οικιακούς πελάτες της ΔΕΗ με κυμαινόμενα τιμολόγια (πράσινο-ειδικό, κίτρινο) από το νέο έτος, καθώς αναμένεται να τεθεί σε ισχύ η αναβληθείσα απόφαση της εταιρείας για αλλαγή στις κλίμακες κατανάλωσης που διαφοροποιούν και την τιμή της κιλοβατώρας (μικρότερη κατανάλωση - χαμηλότερη τιμή, μεγαλύτερη κατανάλωση - υψηλότερη τιμή).
Ειδικότερα, έχει αποφασιστεί από το καλοκαίρι η αλλαγή των δύο κλιμακίων κατανάλωσης μειώνοντας τις κιλοβατώρες στη βασική χρέωση (1ο κλιμάκιο), που συνεπάγεται αυξημένη τιμή.
Πρόκειται για την εξής αλλαγή:
- 1ο κλιμάκιο κατανάλωσης που τιμολογείται με τη βασική χρέωση: έως 200 κιλοβατώρες/μήνα. Μέχρι σήμερα το όριο είναι έως 500 κιλοβατώρες/μήνα.
- 2ο κλιμάκιο κατανάλωσης που τιμολογείται με αυξημένη χρέωση: από 201 κιλοβατώρες και πάνω/μήνα. Μέχρι σήμερα αφορούσε καταναλώσεις από 501 κιλοβατώρες και πάνω/μήνα.
Αυτό πρακτικά σημαίνει αύξηση τιμής για τουλάχιστον 300 κιλοβατώρες τον μήνα, η οποία, για παράδειγμα, με βάση τις τιμές του Δεκεμβρίου (πράσινο-ειδικό τιμολόγιο) ξεπερνά το 19%. Η αλλαγή θα γίνει ιδιαίτερα αισθητή τόσο τον χειμώνα λόγω των αυξημένων αναγκών σε θέρμανση όσο και το καλοκαίρι που κλιμακώνονται οι ανάγκες για ψύξη-κλιματισμό, δηλαδή στις περιόδους με τις μεγαλύτερες καταναλώσεις.
Έτσι, για παράδειγμα, σε μηνιαία κατανάλωση 500 κιλοβατώρων σήμερα η αξία του ρεύματος (πράσινο τιμολόγιο) ανέρχεται σε 69,64 ευρώ, ενώ με τις νέες κλίμακες η αντίστοιχη χρέωση θα ανέλθει σε 27,856 (οι πρώτες 200 κιλοβατώρες) + 49,69 ευρώ (οι επόμενες 299 κιλοβατώρες 201-500), ήτοι συνολικά 77,54 ευρώ/μήνα, που μεταφράζεται σε +11,35% (+7,9 ευρώ/μήνα) στη συγκεκριμένη κατανάλωση. Αν υποθέσουμε ότι οι πλέον αυξημένες καταναλώσεις καταγράφονται 8 μήνες τον χρόνο, τότε μιλάμε για μια ετήσια αύξηση τουλάχιστον κατά 63,2 ευρώ, με βάση το παραπάνω παράδειγμα.
Η αλλαγή αυτή αρχικά είχε αποφασιστεί να ισχύσει από τον περασμένο Αύγουστο, όμως η νέα αύξηση των τιμολογίων, προφανώς σε σύμπνοια με την κυβέρνηση και το αφήγημα περί μειώσεων στα οικιακά τιμολόγια, οδήγησε σε προσωρινό «πάγωμα» το οποίο βαφτίστηκε «προωθητική ενέργεια», με ισχύ για το διάστημα Αυγούστου-Δεκεμβρίου 2025.
Πορτοκαλί τιμολόγιο για πολύ λίγους
Με μεγάλη ικανοποίηση η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας ανακοίνωσε πριν από λίγες εβδομάδες ότι προχωρά από την επόμενη χρονιά η εφαρμογή του πορτοκαλί-δυναμικού τιμολογίου, ως μια επιπλέον και μάλιστα συμφέρουσα επιλογή, η οποία ωστόσο στην καλύτερη περίπτωση αφορά ελάχιστα νοικοκυριά.
Το συγκεκριμένο τιμολόγιο περιλαμβάνεται από το 2024 στην παλέτα των τιμολογίων και αφορά κατά βάση επαγγελματικά τιμολόγια, καθώς προϋποθέτει την εγκατάσταση «έξυπνου» μετρητή.
Στις 9 Δεκεμβρίου ανακοινώθηκε ότι υπογράφηκε η σχετική Υπουργική Απόφαση που ενεργοποιεί τη δυνατότητα εφαρμογής δυναμικών τιμολογίων από τους προμηθευτές, τα οποία παρακολουθούν τη χονδρεμπορική αγορά ρεύματος και μπορούν να δίνουν χαμηλότερες τιμές σε ώρες που οι τιμές χονδρικής είναι χαμηλές.
Η προσφορά των πορτοκαλί τιμολογίων αναμένεται να εκκινήσει από τους προμηθευτές από την 1η Φεβρουαρίου 2026 για τους μεγάλους πελάτες (επιχειρήσεις, βιοτεχνίες κ.ά.) και από την 1η Απριλίου 2026 για τους μικρούς πελάτες (νοικοκυριά και μικρές επιχειρήσεις).
Με το νέο τιμολόγιο η τιμή της κιλοβατώρας, που αλλάζει κάθε ώρα ανάλογα με τις διακυμάνσεις της χονδρεμπορικής αγοράς ηλεκτρισμού, θα είναι χαμηλότερη τις ώρες που υπάρχει μεγάλη παραγωγή ΑΠΕ (π.χ., το μεσημέρι με τα φωτοβολταϊκά). Οι προμηθευτές θα στέλνουν στους πελάτες τους ειδοποιήσεις μέσω sms, e-mail με τις χαμηλές και υψηλές τιμές της επόμενης ημέρας ενθαρρύνοντας τη μεταφορά της κατανάλωσης στις «φθηνότερες» ώρες.
Κατά την κυβέρνηση, η έναρξη προσφοράς των νέων πορτοκαλί τιμολογίων θα ενισχύσει το εύρος επιλογών των καταναλωτών κάτι που θεωρεί μάλιστα ότι θα συμβάλει σε μείωση του ενεργειακού κόστους για ελληνικές επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Στην παρούσα φάση δεν ισχύουν ούτε τα περί επιλογής, ούτε τα περί μείωσης κόστους, καθώς η εφαρμογή του συγκεκριμένου τιμολογίου δεν είναι ούτε εφικτή, ούτε ρεαλιστική για την πλειοψηφία των νοικοκυριών.
Κατ’ αρχάς απαιτείται η εγκατάσταση «έξυπνου» μετρητή και μάλιστα με δυνατότητα ακριβούς μέτρησης ωριαίας κατανάλωσης, με τον στόχο του αρμόδιου ΔΕΔΔΗΕ για καθολική εγκατάσταση (100%) να τοποθετείται έως το 2030, ενώ σήμερα συνολικά (σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά) έχουν εγκατασταθεί περί τους 1,1 εκατ. νέοι μετρητές, συνολικού ύψους 1,16 εκατ. ευρώ - κόστος που καλύπτεται και από τους καταναλωτές μέσω των χρεώσεων χρήσης δικτύου. Συγχρόνως, οι ίδιοι οι προμηθευτές (ΕΣΠΕΝ) έχουν εκφράσει σοβαρές επιφυλάξεις για τη χρησιμότητα των νέων μετρητών του ΔΕΔΔΗΕ, καθώς δεν διαθέτουν τα αναγκαία τεχνικά χαρακτηριστικά για να υποστηρίξουν προϊόντα όπως τα δυναμικά τιμολόγια.
Πρακτικά, η πλειονότητα των νοικοκυριών δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει το νέο τιμολόγιο, ενώ δημιουργείται μια άνιση πρόσβαση δεδομένου ότι ελάχιστοι θα μπορούν εκμεταλλευτούν τις χαμηλότερες τιμές, ενώ αντίθετα οι περισσότεροι, χωρίς δική τους ευθύνη, μένουν εκτός.
Όμως, ακόμα και στην περίπτωση που υπάρχει «έξυπνος» μετρητής, για να λειτουργήσει θετικά το τιμολόγιο πρέπει να γίνεται προσαρμογή των οικιακών καταναλώσεων με βάση το καθημερινό πρόγραμμα του παρόχου, συχνά ανεξάρτητα από τις ανάγκες του νοικοκυριού. Παράλληλα, για την πλειονότητα των οικιακών καταναλωτών είναι πρακτικά αδύνατο να αξιοποιηθούν οι χαμηλότερες τιμές με τον προγραμματισμό συγκεκριμένων ενεργοβόρων οικιακών εργασιών σε μέρες και ώρες φθηνότερες μεν, εργάσιμες δε.