Μεταξύ των πιο ευάλωτων χωρών σχετικά με την ασφάλεια εφοδιασμού σε ενέργεια, καθώς η μισή και πλέον ετήσια ενεργειακή κατανάλωση καλύπτεται από εισαγόμενο πετρέλαιο, κατατάσσει την Ελλάδα η Κομισιόν, αναφέροντας ότι η αξιοποίηση κοιτασμάτων υδρογονανθράκων είναι ακόμα μακριά.
Παράλληλα "βλέπει" νέα αύξηση στις τιμές του ηλεκτρισμού από τον Ιούλιο, οπότε θα απελευθερωθούν πλήρως τα τιμολόγια και στη χαμηλή τάση.
Ειδικότερα, σε έκθεσή της για την ενεργειακή εξάρτηση των κρατών-μελών της Ε.Ε., αναφέρει για την Ελλάδα ότι έχει καλό αλλά ανεξερεύνητο δυναμικό κοιτασμάτων υδρογονανθράκων, επισημαίνοντας ότι οι αβεβαιότητες (ως προς το μέγεθος των κοιτασμάτων και τη δυνατότητα αξιοποίησής τους) είναι ακόμη τόσο μεγάλες που δεν επιτρέπουν την αλλαγή των προτεραιοτήτων της ενεργειακής πολιτικής.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στις ελληνικές ενεργειακές αγορές που συνδέονται τόσο με τις αντίστοιχες απελευθερώσεις όσο και με τις ιδιωτικοποιήσεις των δημοσίων ενεργειακών επιχειρήσεων.
Σε σχέση με την αγορά ηλεκτρισμού τονίζεται ότι παραμένουν η κυριαρχία της ΔΕΗ, η έλλειψη ανταγωνισμού και η συσσώρευση χρεών, ενώ η Ε.Ε. θεωρεί πιθανή περαιτέρω αύξηση των τιμολογίων ηλεκτρικής ενέργειας μετά την απελευθέρωσή τους από 1ης Ιουλίου 2013 και επανέρχεται στην πώληση περιουσιακών στοιχείων της ΔΕΗ όπως τα λιγνιτωρυχεία.
Ως προς το φυσικό αέριο η έκθεση αναφέρει ότι τα χρέη προς τη ΔΕΠΑ ύψους 300 εκατ. ευρώ αποτελούν σημαντικό εμπόδιο για την ιδιωτικοποίηση της εταιρείας, καθώς και ότι η εξάρτηση από τη Ρωσία, που ήταν 80% το 2005, έχει περιοριστεί στο μισό (λόγω εισαγωγών από Τουρκία και χρήση υγροποιημένου φυσικού αερίου).
Αναφορικά με τη διύλιση επισημαίνεται ότι η αγορά χαρακτηρίζεται από υπερρύθμιση και συγκέντρωση σε δύο παίκτες (ΕΛΠΕ και Μότορ Όιλ) ενώ εγχώριες και ευρωπαϊκές αρχές έχουν επισημάνει έλλειψη ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά.
Σημειώνει επίσης ότι η εξάρτηση από το εισαγόμενο αργό αντισταθμίζεται εν μέρει από τη διαφοροποίηση των πηγών εφοδιασμού (Ρωσία, Σαουδική Αραβία, Λιβύη, Ιράκ, Καζακστάν και παλαιότερα Ιράν) και από το γεγονός ότι το υπόλοιπο 50% των ενεργειακών αναγκών της χώρας καλύπτεται από εγχώριες πηγές όπως λιγνίτης-ΑΠΕ, ενώ αυξάνεται και η συμμετοχή του φυσικού αερίου στο ενεργειακό ισοζύγιο.