Αναστάτωση επικρατεί στον εμπορικό κόσμο της χώρας εξαιτίας των καθυστερήσεων στις διαδικασίες ελέγχου στα τελωνεία. Η αλλαγή στον τρόπο λειτουργίας των υπηρεσιών έχει επηρεάσει ποικιλοτρόπως το εμπόριο, όπως καταγγέλλουν οι εκπρόσωποι της ΕΣΕΕ.
Ο πρόεδρος της Ελληνικής Συνομοσπονδίας Εμπορίου και Επιχειρηματικότητας Σταύρος Καφούνης έστειλε σχετική επιστολή στον υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκο Πιερρακάκη, στην οποία του εξηγεί πως οι καθυστερήσεις στις τελωνειακές διαδικασίες επηρεάζουν καθοριστικά τη λειτουργία των επιχειρήσεων. Ο πρόεδρος της ΕΣΕΕ επισημαίνει πως ειδικά μετά την εισαγωγή των Τελωνειακών Ελεγκτικών Κέντρων ο χρόνος εκτελωνισμού έχει αυξηθεί σημαντικά, σε 3 εργάσιμες ημέρες, ακόμη και για τυπικές ή μικρής αξίας αποστολές.
Αυτό έχει ως αποτέλεσμα:
- Καθυστέρηση στην εξυπηρέτηση των πελατών και απώλεια εμπιστοσύνης από την αγορά.
- Αύξηση του κόστους αποθήκευσης και μεταφοράς, ειδικά όταν τα εμπορεύματα παραμένουν ακινητοποιημένα.
- Απώλεια παραγγελιών και συνεργασιών, ιδίως όταν πρόκειται για εμπορεύματα που εξαρτώνται από χρονικά αυστηρά χρονοδιαγράμματα.
Οι αιτίες της επιδεινούμενης κατάστασης εντοπίζονται κυρίως στην έλλειψη προσωπικού, το οποίο προσπαθεί εν μέσω περιβάλλοντος γραφειοκρατίας και μη αυτοματοποιημένων διαδικασιών και με ανεπαρκή τεχνικά μέσα να προχωρήσει στις εγκρίσεις. Για όλους τους παραπάνω λόγους ο Πρόεδρος της ΕΣΕΕ ζητά να προχωρήσουν χωρίς καθυστέρηση:
- Άμεση ενίσχυση των τελωνειακών υπηρεσιών με ανθρώπινο δυναμικό και υποδομές.
- Επιτάχυνση της ψηφιοποίησης των διαδικασιών και διασύνδεση με τις απαραίτητες πλατφόρμες.
Τακτική επικοινωνία με τους επαγγελματικούς φορείς, ώστε να εντοπίζονται και να αντιμετωπίζονται άμεσα προβλήματα
Ο πρόεδρος της ΕΣΕΕ Σταύρος Καφούνης δήλωσε:
«Οι επιχειρήσεις χρειάζονται σταθερότητα, προβλεψιμότητα και ταχύτητα για να λειτουργήσουν με ανταγωνιστικούς όρους, ιδιαίτερα σε ένα περιβάλλον επιβαρυμένο όπως είναι το σημερινό. Η αντιμετώπιση των καθυστερήσεων στα τελωνεία είναι κρίσιμος παράγοντας για την επιχειρηματικότητα, την απασχόληση, τις επενδύσεις και την υγιή ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας.
Τα μη εκτελωνισμένα προϊόντα παραμένουν σε χώρους των τελωνείων που τους διαχειρίζονται ιδιωτικές εταιρείες, οι οποίες πληρώνονται αποθηκευτικά μισθώματα. Όταν ολοκληρωθεί ο καθυστερημένος εκτελωνισμός, τα επιπλέον κόστη μεταφέρονται στις τελικές τιμές των προϊόντων, επιβαρύνοντας τον καταναλωτή και διευρύνοντας την ακρίβεια.
Αντιλαμβανόμαστε την αναγκαιότητα για αυξημένο έλεγχο των διακινούμενων προϊόντων, καθώς και την προσπάθεια του κράτους να περιορίσει, μέσω των ΤΕΚ, το φαινόμενο του λαθρεμπορίου.
Παρά ταύτα, είναι φανερό πως το σύστημα χρειάζεται ενίσχυση σε προσωπικό και υποδομές ώστε να εξυπηρετήσει με επάρκεια τον όγκο των συναλλαγών».