Μεγάλες είναι οι συνέπειες για την ελληνική οικονομία εξαιτίας της επερχόμενης αύξησης των επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ενώ αναμένεται να ακολουθήσει και νέα αύξηση τον Σεπτέμβριο. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δεν έχει νικήσει τον πληθωρισμό και πιθανότατα πρέπει να αυξήσει ξανά τα επιτόκια τον Σεπτέμβριο, σύμφωνα με τα όσα είπε χθες το μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου Ρόμπερτ Χόλτζμαζ. Ενώ η πρόεδρος της Κεντρικής Τράπεζας παρατήρησε την Παρασκευή ότι ο πληθωρισμός παραμένει αήττητος, δεν αναφέρθηκε στις προοπτικές για τη συνεδρίαση της 14ης Σεπτεμβρίου, δίνοντας στους συναδέλφους της το περιθώριο να συζητήσουν δημόσια την ανάγκη για αύξηση του κόστους δανεισμού εν αναμονή ανακοίνωσης κρίσιμων στοιχείων τις επόμενες ημέρες
Το παραπάνω θα έχει ως επακόλουθο να αυξηθούν εκ νέου οι δόσεις όσων έχουν δάνειο με κυμαινόμενο επιτόκιο. Η νέα αλλαγή στα επιτόκια αναμένεται να φέρει τα πάνω κάτω στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς. Όμως τα δάνεια είναι σίγουρο ότι θα γίνουν ακριβότερα και τα νοικοκυριά θα πρέπει να βάλουν βαθιά το χέρι στην τσέπη. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα ενήμερα στεγαστικά διατηρούν τη δόση εκεί που βρισκόταν στις 31 Μαΐου του 2023 και μόλις για έναν χρόνο. Αυτό φυσικά δεν ισχύει ούτε για τα καταναλωτικά αλλά ούτε και για τα επιχειρηματικά δάνεια.
Πλήγμα για την ανάπτυξη
Από κει και πέρα, τα υψηλά επιτόκια αποτελούν πλήγμα για την ανάπτυξη, ειδικά σε μια οικονομία όπως η ελληνική. Το ακριβό χρήμα χτυπάει άμεσα τις επενδύσεις, τον τομέα της οικονομίας. Η αύξηση του κόστους χρήματος μπορεί να επιβραδύνει τη ροή επενδύσεων. Τούτο, με δεδομένο ότι ακόμη και τα χαμηλότοκα δάνεια του Ταμείου Ανάκαμψης για ιδιωτικές επενδύσεις θα πάψουν, ως γνωστόν, να είναι τόσο χαμηλότοκα. Εκτός από τις επενδύσεις, με τη χρήση κοινοτικών πόρων το ακριβό χρήμα θα είναι εμπόδιο και σε επενδύσεις σε νέες κύριες ή εξοχικές κατοικίες που είδαν άνθηση τα προηγούμενα χρόνια. Εκτός από τις επενδύσεις, το ακριβό χρήμα θα πλήξει και την κατανάλωση, η οποία αναμένεται να επιβραδύνει για φέτος.
Επιβάρυνση στο δημόσιο χρέος
Επιπλέον, ένα από τα βασικότερα συμπεράσματα της Έκθεσης Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας αναφορικά με στο ελληνικό δημόσιο χρέος είναι ότι αυτό παρουσιάζει τη μεγαλύτερη ευαισθησία στην αύξηση των επιτοκίων σε σχέση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες όσον αφορά το κόστος εξυπηρέτησής του και τη μεγέθυνσή του. Η ΕΚΤ αναφέρει ότι ο πληθωρισμός αυξάνει το κόστος δανεισμού, ενώ από την άλλη μειώνει την πραγματική αξία του χρέους. Αυτό ισχύει τόσο για το δημόσιο χρέος όσο και για τα χρέη νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Παράλληλα, το δημοσιονομικό έλλειμμα εισήλθε στην κόκκινη περιοχή, καθώς μετατοπίζεται υψηλότερα για το 2022 σε σχέση με τις προηγούμενες προβλέψεις. Αυτό παρατηρείται και σε άλλες χώρες, όπως οι Μάλτα, Γαλλία και Ιταλία.
Από τα 360 δισ. ευρώ του χρέους της Γενικής Κυβέρνησης, περίπου τα 270 δισ. είναι το λεγόμενο χρέος του επίσημου τομέα. Βρίσκεται δηλαδή στα χέρια του ESM, αλλά και στις χώρες της Ευρωζώνης. Το χρέος αυτό σχεδόν στο σύνολό του βρίσκεται σε σταθερό επιτόκιο, άρα δεν επηρεάζεται από τη νομισματική πολιτική της ΕΚΤ. Από τα περίπου 90 δισ. ελληνικών ομολόγων που απομένουν, περίπου 38 δισ. βρίσκονται στο χαρτοφυλάκιο της ΕΚΤ μέσω PEPP. Το ποσό των ελληνικών ομολόγων που διακρατεί η ΕΚΤ θα παραμείνει σταθερό μέχρι και το 2024. Για τα περίπου 52 δισ. των ομολόγων που βρίσκονται στην αγορά, λόγω και του μέσου χρόνου λήξης των 19,6 ετών, έχουμε πολύ χαμηλές ετήσιες ανάγκες χρηματοδότησης εξαιτίας της συμφωνίας για το ελληνικό χρέος επί της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ το 2018.
Κίνδυνοι για επιχειρήσεις
Η αύξηση των επιτοκίων έχει σημαντική επίπτωση στις χρηματοδοτικές ανάγκες των υπερχρεωμένων χωρών της Ευρωζώνης. Σύμφωνα με τα δύο σενάρια που έχει τρέξει η ΕΚΤ, η μεγαλύτερη επίπτωση, σχεδόν κατά 5 ποσοστιαίες μονάδες ως προς το ΑΕΠ, προκύπτει από αύξηση των επιτοκίων κατά 100 μονάδες βάσης και μείωση του ρυθμού ανάπτυξης κατά 1 ποσοστιαία μονάδα για τρία χρόνια. Οι υψηλότεροι κίνδυνοι για τις επιχειρήσεις εντοπίζονται σε χώρες με αυξανόμενο δημόσιο χρέος, υψηλό ποσοστό κόκκινων δανείων και υψηλή διασύνδεση μεταξύ τραπεζών και δημόσιου χρέους. Παρ’ όλα αυτά, η ΕΚΤ αναφέρει ότι ο δείκτης κινδύνου (Z-score) παραμένει χαμηλότερος σε σχέση με την περίοδο πριν από την πανδημία.