Live τώρα    
Κυβέρνηση Μητσοτάκη / Έφερε άνοδο των ανισοτήτων - Αποκαλυπτικά στοιχεία
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Κυβέρνηση Μητσοτάκη / Έφερε άνοδο των ανισοτήτων - Αποκαλυπτικά στοιχεία

1332445180.jpg

Ανοδο των ανισοτήτων στην Ελλάδα επέφερε η διακυβέρνηση της Ν.Δ., όπως προκύπτει από τα επίσημα στοιχεία, τα οποία δείχνουν τη μείωση των εισοδημάτων για τους φτωχότερους, την ώρα που ευημερούν κάποιες ελίτ στη χώρα. Ουσιαστικά, η πορεία τους είναι αντίθετη σε σχέση με αυτήν που υπήρχε επί διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, οπότε και υπήρξε μείωση των ανισοτήτων.

Σύμφωνα με την έκθεση (εξέταση των στοιχείων της EU-SILC 2021), το μέσο ισοδύναμο ατομικό διαθέσιμο εισόδημα μειώθηκε κατά 0,9% το 2020 σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, ενώ μόλις το 20,4% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι ο κύριος λόγος μείωσης του εισοδήματός του ήταν η πανδημία. Συνεπώς, σχεδόν 4 στους 5 αποδίδουν το συγκεκριμένο σε άλλα αίτια, όπως και η πολιτική που ακολούθησε η κυβέρνηση. Αξίζει να σημειωθεί ότι το 2020 δεν χορηγήθηκαν -όπως το 2019- η 13η σύνταξη και το κοινωνικό μέρισμα, ενώ παράλληλα επανήλθε το καθεστώς των πάγιων ασφαλιστικών εισφορών για τους αυτοαπασχολουμένους, εξελίξεις που επιβάρυναν δυσανάλογα τα χαμηλά εισοδήματα.

Εισοδηματική ανισότητα

Την ίδια στιγμή οι δείκτες εισοδηματικής ανισότητας στην Ελλάδα εμφανίζουν σημαντική επιδείνωση το 2020. Η τάση που προκύπτει και για τον δείκτη ανισότητας S80 / S20 με βάση τόσο τις αγορές των νοικοκυριών όσο και τη συνολική καταναλωτική δαπάνη είναι ότι αυξήθηκε (σε 5,2 από 4,8 το 2020 και σε 4,1 από 3,5 το 2020 αντίστοιχα). Για να γίνει πλήρως κατανοητό, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι ο δείκτης S80 / S20 εισοδήματος μετρά τη σχετική ανισότητα στη διανομή του εισοδήματος, συγκρίνει το εισόδημα που κατέχει το 20% των πλουσιότερων ατόμων με αυτό που κατέχει το 20% των φτωχότερων. Με απλά λόγια, όσο αυξάνεται, τόσο αυξάνεται η ανισότητα!

Ο συντελεστής Gini (δείκτης άνισης κατανομής εισοδήματος), όπως ονομάζεται, εκτιμήθηκε το 2021 σε 32,4%, σημειώνοντας αύξηση κατά 1 ποσοστιαία μονάδα σε σχέση με το 2020. Το παραπάνω ποσοστό ερμηνεύεται ως εξής: αν επιλέξουμε δύο τυχαία άτομα του πληθυσμού, αναμένουμε ότι το εισόδημά τους θα διαφέρει κατά 32,4% του μέσου ισοδύναμου διαθέσιμου εισοδήματος.

Σύγκριση με κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ

Πάντως, επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ σημειωνόταν μείωση. Από 34,3% το 2016 μειώθηκε το 2017 στο 33,4%, το 2018 στο 32,3% και το 2019 στο 31,0%.

Ενδιαφέρον έχει, όμως, και μια άλλη σύγκριση περιόδων με βάση τον ίδιο δείκτη. Το 2011, δηλαδή το έτος κατά το οποίο ο συντελεστής Gini κατέγραψε τα πρώτα μνημονιακά μέτρα που συρρίκνωσαν τα εισοδήματα του 2010, από το 32,9% αυξήθηκε στο 33,5%. Έκτοτε παρουσίαζε ανοδική πορεία. Το 2014, ήτοι την τέταρτη χρονιά των Μνημονίων, βρέθηκε στο 34,5%, καθώς οι πολιτικές που υπαγόρευαν ΔΝΤ, ΕΚΤ και Ε.Ε. διεύρυναν τις οικονομικές ανισότητες στο «πειραματόζωο» Ελλάδα. Παρότι τα Μνημόνια έληξαν στις 20 Αυγούστου 2018, και το 2017 και το 2018 και το 2019 (εισοδήματα του 2016, του 2017 και του 2018 αντιστοίχως) ο συντελεστής Gini έβαινε μειούμενος.

Ανισότητες στις μεγαλύτερες ηλικίες και υλική αποστέρηση

Από εκεί και πέρα, η οικονομική ανισότητα μεταξύ των ατόμων ηλικίας 65 ετών και άνω αυξήθηκε κατά 0,2 ποσοστιαίες μονάδες και διαμορφώνεται στο 4,2, έναντι 4,0 το προηγούμενο έτος. Αντίστοιχα, η οικονομική ανισότητα μεταξύ των ατόμων κάτω των 65 ετών αυξήθηκε κατά 0,7 ποσοστιαίες μονάδες και διαμορφώνεται στο 6,4, έναντι 5,7 το προηγούμενο έτος.

Την ίδια ώρα, σύμφωνα επίσης με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το ποσοστό του πληθυσμού που στερείται τουλάχιστον 7 από έναν κατάλογο 13 αγαθών και υπηρεσιών, δηλαδή που υφίσταται σοβαρή υλική και κοινωνική στέρηση, διαμορφώθηκε το 2021 στο 13,9%. Ενδεικτικά, το ποσοστό του πληθυσμού που διαβιοί σε κατοικία με στενότητα χώρου ανέρχεται στο 28,5% για το σύνολο του πληθυσμού, με το ποσοστό να ανεβαίνει στο 42,7% για τα φτωχά νοικοκυριά. Επιπλέον, το 48,6% των νοικοκυριών δυσκολεύεται να πληρώσει για μία εβδομάδα διακοπών, το 46,3% δύσκολα αντιμετωπίζει έκτακτες δαπάνες, ενώ το 17,5% έχει οικονομική αδυναμία για ικανοποιητική θέρμανση τον χειμώνα.

Τι δείχνει η κατανάλωση

Ζητήματα προκύπτουν και από τις έρευνες της κατανάλωσης. Τα πρώτα στοιχεία που είναι διαθέσιμα για την Ελλάδα για το έτος 2021 είναι αυτά της Έρευνας Οικογενειακών Προϋπολογισμών (ΕΟΠ) 2021. Σύμφωνα με τις καταναλωτικές δαπάνες του 2021, προκύπτει αύξηση του κινδύνου φτώχειας με βάση τις αγορές που πραγματοποιούν τα νοικοκυριά (17,1%, από 15,6% το 2020) και με βάση τη συνολική καταναλωτική δαπάνη (12,2%, από 11,9% το 2020), στην οποία συμπεριλαμβάνεται η αξία, σε χρήμα, των αγαθών και των υπηρεσιών που το νοικοκυριό έλαβε σε είδος (από δική του παραγωγή, δικό του κατάστημα, τον εργοδότη ή άλλες πηγές).

Οπως καταγράφει η ΕΛΣΤΑΤ, τα πολύ φτωχά νοικοκυριά δαπανούν πάνω από το 1/3 του μηνιαίου προϋπολογισμού τους (34,8%) για την αγορά τροφίμων, ενώ το αντίστοιχο μερίδιο του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού ανέρχεται στο 13,9%. Και μπορεί σε απόλυτα ποσά να είναι υπερδιπλάσιο στη δεύτερη περίπτωση (117 ευρώ έναντι 243 ευρώ σε όρους ισοδύναμης δαπάνης), όμως η επιβάρυνση στην πραγματικότητα, ειδικά από μια αύξηση των τιμών των τροφίμων, είναι πολύ μεγαλύτερη για τα φτωχά νοικοκυριά. Το γεγονός, για παράδειγμα, ότι φέτος οι τιμές των τροφίμων έχουν αυξηθεί κατά 13% θέτει ζήτημα επιβίωσης για τις ευάλωτες οικονομικά ομάδες της ελληνικής κοινωνίας.

Ανεργία και φτώχεια εξοντώνουν τους νέους στην Ελλάδα

Μεγάλα είναι τα πλήγματα που δέχονται οι νέοι στην Ελλάδα, έχοντας να αντιμετωπίσουν υψηλά επίπεδα ανεργίας αλλά και την άνοδο της φτώχειας, η οποία αποτελεί πρόβλημα για όλα τα κοινωνικά στρώματα.

Οπως προκύπτει από τα πιο πρόσφατα στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα η Eurostat, η χώρα μας καταγράφει ποσοστό της τάξης του 29,7% στην ανεργία των νέων κάτω των 25 ετών τον Φεβρουάριο του 2023, ενώ ακολουθεί η Ισπανία με ποσοστό 29,3% και τρίτη η Ιταλία με ποσοστό 22,4%. Στον αντίποδα, το χαμηλότερο ποσοστό σημειώνει η Γερμανία με 5,7%, ακολουθούν η Τσεχία με 7,2% και η Ισλανδία με 8,7%. Τον Φεβρουάριο του 2023 το ποσοστό ανεργίας των νέων στην Ε.Ε. ήταν 14,5% και στην Ευρωζώνη 14,4%, από 14,4% και σταθερή αντίστοιχα σε σύγκριση με τον προηγούμενο μήνα.

Σύμφωνα, επίσης, με την Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία, το 26% των νέων στην Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπο με τον κίνδυνο της φτώχειας, με τη χώρα μας να καταγράφει το δεύτερο χειρότερο ποσοστό.Την τρίτη θέση κατέχει η Ελλάδα όσον αφορά τις σημαντικές υλικές και κοινωνικές στερήσεις που υπέστησαν οι νέοι το ίδιο έτος. Ειδικότερα, με σημαντικές υλικές και κοινωνικές στερήσεις βρίσκεται αντιμέτωπο το 6% των νέων ηλικίας 15-29 ετών στην Ε.Ε. Μεταξύ των χωρών της Ε.Ε., το υψηλότερο ποσοστό των νέων που υπέστησαν σημαντικές υλικές και κοινωνικές στερήσεις το 2021 καταγράφηκε στη Ρουμανία (23,1%) και ακολουθούν η Βουλγαρία (18,7%) και η Ελλάδα (14,2%). Αντιθέτως, το ποσοστό αυτό ήταν μικρότερο του 3% σε 11 από τα 26 κράτη-μέλη της Ε.Ε. βάσει των διαθέσιμων στοιχείων, και συγκεκριμένα στο Λουξεμβούργο, στην Πολωνία, στη Σουηδία, στην Κύπρο, στην Τσεχία, στην Ολλανδία, στην Κροατία, στη Σλοβενία, στη Φινλανδία, στην Αυστρία και στην Εσθονία.

Κίνδυνος

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, το 2021το ποσοστό των νέων ηλικίας 15-29 ετών που κινδυνεύουν από φτώχεια έφτανε το 20,1%, έναντι 16,8% στον συνολικό πληθυσμό. Μεταξύ 19 χωρών της Ε.Ε. η μεγαλύτερη απόκλιση παρατηρείται στη Δανία (12,3% του συνολικού πληθυσμού σε κίνδυνο φτώχειας, έναντι 25,6% των νέων) και στη Σουηδία (15,7%, έναντι 24,6%). Σε 8 χώρες της Ε.Ε. οι νέοι κινδυνεύουν λιγότερο από τη φτώχεια από ό,τι ο πληθυσμός συνολικά. Οι πιο αισθητές διαφορές παρατηρήθηκαν στη Λετονία (23,4% του συνολικού πληθυσμού σε κίνδυνο φτώχειας σε σύγκριση με το 17% των νέων), στη Μάλτα (16,9% έναντι 11,3%), στην Εσθονία (20,6% σε σύγκριση με 15,7%) και στην Κροατία (19,2% έναντι 14,7%).

Σημειώνεται ότι το ποσοστό κινδύνου φτώχειας είναι, σύμφωνα με τη Eurostat, το μερίδιο των ατόμων με ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα κάτω από το όριο κινδύνου φτώχειας, το οποίο ορίζεται στο 60% του μέσου εθνικού διαθέσιμου εισοδήματος. Αυτός ο δείκτης δεν μετρά τον πλούτο ή τη φτώχεια, αλλά το χαμηλό εισόδημα σε σύγκριση με άλλους κατοίκους μιας χώρας, το οποίο δεν συνεπάγεται απαραίτητα χαμηλό βιοτικό επίπεδο.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0