Κλυδωνισμούς στην κοινωνία και στην οικονομία προκαλεί το ράλι τιμών και στα πετρελαιοειδή, καθώς στις ήδη αυξημένες λιανικές τιμές των καυσίμων, που επιβαρύνονται υπέρμετρα από τη φορολογία (ΕΦΚ, ΦΠΑ), ήρθαν να προστεθούν οι τελευταίες, ακραίες διακυμάνσεις των διεθνών αγορών, που προκαλεί κυρίως η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Οι πολύ υψηλές τιμές των υγρών καυσίμων επηρεάζουν δραματικά τα ήδη πιεσμένα εισοδήματα των νοικοκυριών, αλλά και τον πρωτογενή τομέα, τη μεταποίηση, τη βιομηχανία, τις μεταφορές, ενώ μέρος αυτού του κόστους μετακυλίεται σε προϊόντα και υπηρεσίες με τελικό αποδέκτη και πάλι τον καταναλωτή.
Στη διαμόρφωση της τελικής τιμής στην αντλία, το μερίδιο των φόρων καταλαμβάνει τη μερίδα του λέοντος. Για παράδειγμα, στην αμόλυβδη αντιστοιχούν σε πάνω από 1 ευρώ ανά λίτρο.
Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι, βάσει του τελευταίου εβδομαδιαίου δελτίου της Κομισιόν (DG Energy) για τις τιμές υγρών καυσίμων στην Ε.Ε., που εκδόθηκε 7 Μαρτίου (προ των ακραίων αυξήσεων των τελευταίων ημερών), στην Ελλάδα καταγράφονται τα εξής:
- Αμόβλυβδη: 1,944 ευρώ / λίτρο μέση, τελική λιανική τιμή. Τιμή άνευ φόρων 0,852 ευρώ - φόροι 1,092 ευρώ/λίτρο.
- Πετρέλαιο κίνησης (diesel): 1,685 ευρώ / λίτρο λιανική. Τιμή άνευ φόρων 0,934 ευρώ - φόροι 0,751 ευρώ.
- Πετρέλαιο θέρμανσης: 1,341 ευρώ / λίτρο λιανική. Τιμή άνευ φόρων 0,789 ευρώ - φόροι 0,552 ευρώ.
Είναι σαφές ότι οι φόροι στη διαμόρφωση της τελικής λιανικής τιμής ξεπερνούν το 55% στην αμόλυβδη, το 45% στο diesel και το 40% στο πετρέλαιο θέρμανσης. Το κόστος στη λιανική συμπληρώνουν η τιμή διυλιστηρίου και το περιθώριο κέρδους εταιρειών και βενζινοπωλών.
Ωστόσο, η κυβέρνηση Ν.Δ. έχει ξεκαθαρίσει ότι δεν πρόκειται να προχωρήσει σε μείωση της φορολογίας, επικαλούμενη έλλειψη δημοσιονομικού περιθωρίου, ενώ επικοινώνησε ως μέτρο το πλαφόν στο περιθώριο κέρδους των βενζινοπωλών, που όμως δεν έχει καμία επίδραση στην ακρίβεια και στην τσέπη των καταναλωτών.

Δυσανάλογη ακρίβεια για την κοινωνία
Σε ήδη υψηλά επίπεδα μας “έπιασε” ο πόλεμος, επισήμανε στην ΑΥΓΗ της Κυριακής ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας Βενζινοπωλών Ελλάδος (ΟΒΕ) Μ. Κιούσης, καθώς ξέσπασε όταν ήδη η μέση τιμή αμόλυβδης ήταν στο 1,89 ευρώ / λίτρο. Η υψηλή αυτή τιμή προερχόταν από μια 14μηνη ενεργειακή διεθνή κρίση, καθώς από πέρσι τον Ιανουάριο είχαμε συνεχείς αυξήσεις, οι οποίες μετατράπηκαν σε ράλι ανόδου τις τελευταίες δύο εβδομάδες του πολέμου. Έτσι, μέσα σε 14 ημέρες ακρίβυνε 46 λεπτά το πετρέλαιο κίνησης, 26 λεπτά η αμόλυβδη και βλέπουμε σήμερα (11/3) μέση τιμή 2,1 στην αμόλυβδη και σχεδόν 2 ευρώ στο diesel.
Επισήμανε ότι αυτό συνδέεται με την υψηλή φορολογία στα πετρελαιοειδή και όταν ακριβαίνει και το ίδιο το καύσιμο αυτό γίνεται πιο έντονο, καθιστώντας αντίστοιχα μεγαλύτερη την ανάγκη μείωσης των φόρων. Πολλές χώρες έχουν προχωρήσει σε μειώσεις είτε ΕΦΚ ή ΦΠΑ και αυτό αποδίδει, πρόσθεσε θυμίζοντας ότι η ΟΒΕ είχε ζητήσει από το φθινόπωρο μείωση ΕΦΚ τουλάχιστον στο πετρέλαιο θέρμανσης. Όσο για το πλαφόν στο περιθώριο κέρδους των πρατηριούχων, τόνισε πως στην τελική τιμή δεν θα έχει κανένα όφελος για τον καταναλωτή, δεν αλλάζει την αγορά.
Σε κάθε περίπτωση, ο Μ. Κιούσης μίλησε για δυσανάλογα ακριβά καύσιμα για την ελληνική κοινωνία, που φρενάρουν αντίστοιχα και την οικονομία.
Ως προς την πορεία των τιμών, ανέφερε ότι εδώ και λίγες μέρες διαφαίνεται μια ψυχραιμία στις διεθνείς αγορές, σταθεροποιώντας σε ένα βαθμό τις τιμές, ενώ αν συνεχιζόταν η άνοδος με την αρχική ένταση, θα βλέπαμε σε μερικές ημέρες αμόλυβδη κοντά στα 2,35 ευρώ.
Ρευστή κατάσταση
Εκπρόσωπος του Συνδέσμου Εταιρειών Εμπορίας Πετρελαιοειδών Ελλάδος (ΣΕΕΠΕ) μιλώντας στην ΑΥΓΗ της Κυριακής εκτίμησε ότι το αργό πετρέλαιο τύπου brent θα παραμείνει πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι και ίσως ξεπεράσει και τα 130 αν δεν σταματήσουν οι εχθροπραξίες. Αναφέρθηκε πάντως στη ρευστότητα της κατάστασης, που καθιστά οποιαδήποτε πρόβλεψη παρακινδυνευμένη, ενώ θύμισε ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η ισοτιμία ευρώ / δολαρίου, δεδομένου ότι όλες οι συναλλαγές γίνονται σε δολάριο.
Διευκρίνισε δε ότι η διακύμανση στη διεθνή τιμή (αύξηση / μείωση) περνά στην εγχώρια λιανική με υστέρηση 2-3 ημερών, καθώς και ότι αυτή επηρεάζει μόνο το καθαρό προϊόν, την τιμή διυλιστηρίου, δεδομένου ότι η τελική τιμή περιλαμβάνει επίσης φόρους - τέλη, καθώς και το μεικτό περιθώριο κέρδους εταιρειών εμπορίας, πρατηριούχων και μεταφορέων. Προσδιόρισε μάλιστα το μεικτό περιθώριο κέρδους περίπου στο 2%, που δύσκολα μπορεί να συμπιεστεί.
Όσο για την επιβολή ορίου στο περιθώριο κέρδους των βενζινοπωλών, σημείωσε ότι έχει λογική σε μια συγκυρία όπως η σημερινή, εφόσον ο στόχος είναι να περισταλούν φαινόμενα αισχροκέρδειας, εάν υπάρχουν, όμως δεν επηρεάζει, δεν μειώνει την τιμή των καυσίμων στην αντλία και άρα δεν λύνει το πρόβλημα της ακρίβειας. Σχετικά με τη μείωση της φορολογίας, ανέφερε ότι εναπόκειται στην Πολιτεία.

Ανάχωμα στην ανεξέλεγκτη ακρίβεια του ρεύματος η συμμετοχή εγχώριων πηγών
Μέχρι και 30-40% φθηνότερο ρεύμα θα μπορούσαν να πληρώνουν οι καταναλωτές εάν αξιοποιούνταν το 25% των λιγνιτικών μονάδων από τη ΔΕΗ και δεν είχε προχωρήσει η κυβέρνηση στην πρόωρη και βίαιη απολιγνιτοποίηση, , επισημαίνει στην ΑΥΓΗ της Κυριακής ο πρώην διευθυντή Ανθρώπινου Δυναμικού ΛΚΔΜ-ΔΕΗ Στέργιος Μποζίνης
Στην ακραία ακρίβεια στο ρεύμα που, δυστυχώς, καταλήγει στις πλάτες των καταναλωτών κατακρημνίζεται η πολιτική επιλογή της κυβέρνησης της Ν.Δ. να σβήσει πρόωρα τις δημόσιες λιγνιτικές μονάδες για να τις αντικαταστήσει όχι από ΑΠΕ, ως όφειλε βάσει των στόχων για κλιματική ουδετερότητα, αλλά από ιδιωτικές μονάδες εισαγόμενου, ορυκτού πανάκριβου αερίου, στην εξέλιξη του κόστους του οποίου δεν έχει κανέναν ουσιαστικό έλεγχο.
Η τεράστια εξάρτηση της ηλεκτροπαραγωγής από το φυσικό αέριο (συμμετέχει πια σχεδόν με 50% στο ενεργειακό μείγμα) οφείλεται στην απόφαση του Κ. Μητσοτάκη, το 2019, να προχωρήσει σε εσπευσμένη και βίαιη απολιγνιτοποίηση έως το 2028 (σ.σ που πέρσι, με εισήγηση ΔΕΗ, έγινε 2024 και φέτος επέστρεψε στο 2028 από την κυβέρνηση) προκαλώντας, χάριν ιδιωτικών συμφερόντων, τον “ξαφνικό θάνατο” του εγχωρίως παραγόμενου καυσίμου.
Όσο κι αν οι χρηματιστηριακές “συμπεριφορές” στην αγορά φυσικού αερίου που επηρεάζονται από τα πάντα, από γεωπολιτικές συγκυρίες μέχρι κερδοσκοπικές πρακτικές, συνδέονται με την εκτίναξη της τιμής του, οι τεράστιες ανατιμήσεις στο ρεύμα οφείλονται στην εθνική επιλογή της κυβέρνησης Ν.Δ. να επιβάλει ταχύτατα την κυριαρχία του φυσικού αερίου, δημιουργώντας τα σημερινά αδιέξοδα που εγκλωβίζουν τους καταναλωτές, ενώ η παρέμβαση του φθηνότερου λιγνίτη θα μπορούσε να βελτιώσει συνολικά την κατάσταση, σε ακραίες συγκυρίες όπως η τρέχουσα.
Διαφορά κόστους
Όπως εξηγεί ο Στέργιος Μποζίνης, μέλος της Κεντρικής Αντιπροσωπείας του ΤΕΕ και πρώην διευθυντής Ανθρώπινου Δυναμικού ΛΚΔΜ-ΔΕΗ, στην ΑΥΓΗ της Κυριακής, σήμερα το κόστος των λιγνιτικών μονάδων είναι σημαντικά χαμηλότερο από το αντίστοιχο των μονάδων με φυσικό αέριο. Καμία μονάδα της ΔΕΗ δεν έχει κόστος πάνω από 150-165 ευρώ / μεγαβατώρα (Mwh), ενώ η υπερσύγχρονη Πτολεμαΐδα 5 -που αναμενόταν να τεθεί σε λειτουργία τον Οκτώβριο και τελικά τώρα ανακοινώνεται ότι θα μπει εντός του καλοκαιριού- θα έχει κόστος 115-120 ευρώ.
Αντίθετα, υπολογίζοντας τιμές φυσικού αερίου προηγούμενου μήνα περίπου στα 80 ευρώ το κόστος παραγωγής, με το αέριο να αγγίζει τα 200 ευρώ, κι αν ληφθούν υπόψη οι ακραία υψηλές τιμές, π.χ. των 170 ευρώ του αερίου στη χρηματιστηριακή αγορά, τότε το κόστος παραγωγής τους θα φτάσει στα 355 ευρώ / μεγαβατώρα! Άρα, σημειώνει, δεν είναι πραγματικές οι αναφορές του πρωθυπουργού και του ΥΠΕΝ ότι η ηλεκτροπαραγωγή από λιγνίτη δεν είναι φτηνότερη από το φυσικό αέριο, δεδομένου μάλιστα ότι τις τελευταίες ημέρες έγιναν αλλαγές στο μίγμα ηλεκτροπαραγωγής ανεβάζοντας σε ημερήσια βάση έως και 20% τη συμμετοχή του λιγνίτη.
Συγχρόνως, πολλά κράτη - μέλη της Ε.Ε. έχουν βάλει -πραγματικά- στο φουλ άνθρακα και λιγνίτες (Γερμανία, Πολωνία κ.τ.λ.), προκειμένου να συγκρατήσουν τις τιμές τους, ενώ η Κομισιόν αποδέχεται τώρα αξιοποίηση όλων των εγχώρων πηγών ενέργειας σε συνδυασμό με την επιτάχυνση των ΑΠΕ.
Απεμπόληση εγχώριων πηγών
Αν είχαμε σήμερα συμμετοχή του λιγνίτη σταθερά κοντά στο 25%, θα μπορούσαμε να έχουμε αισθητά χαμηλότερη τιμή κιλοβατώρας, κατά περίπου 30%-40%, με αντίστοιχα θετική επίδραση σε πληθωρισμό, αγορά, νοικοκυριά, επιχειρήσεις, επισημαίνει ο Σ. Μποζίνης.
Πέρσι, αναφέρει, η παραγωγή των ορυχείων ήταν 11,8 εκατ. τόνοι λιγνίτη και για το 2022, μέχρι στιγμής, δεν προβλέπεται επιπλέον παραγωγή, που σημαίνει ότι πιθανότατα το καλοκαίρι δεν θα έχουμε λιγνίτη, αν υπάρξουν έκτακτες ανάγκες (π.χ. καύσωνας, όπως πέρσι που έφτασε η ζήτηση σχεδόν 11.000 Mwh). Αυτές οι ποσότητες λιγνίτη ισοδυναμούν με ηλεκτροπαραγωγή περίπου 4,9 τεραβατωρών (Twh) τον χρόνο. Εφόσον η συνολική ετήσια παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας είναι 52,2 Twh, η σημερινή παραγωγή από λιγνίτη αντιστοιχεί σε λίγο πάνω από 9%.
Σήμερα, προσθέτει, τα ορυχεία έχουν λιγνίτη μόνο για κρίσιμες ημέρες, αφού, με 6.000 μεγαβάτ μέση ημερήσια ζήτηση στη χώρα, αν δούλευαν όλες οι διαθέσιμες λιγνιτικές μονάδες έστω με 1.400 μεγαβάτ την ημέρα (μέχρι εκεί φτάνει πλέον η συνεισφορά τους), αλλά σταθερά με μόνιμη συμμετοχή, θα είχαμε 12,3 Twh το έτος. Αυτό σημαίνει μια ευκταία μέγιστη συμμετοχή της λιγνιτικής παραγωγής της τάξεως του 23,5% στο συνολικό μείγμα ηλεκτροπαραγωγής, τουλάχιστον για την επόμενη περίοδο - που φαίνεται να διατηρούνται οι πολύ υψηλές τιμές του φυσικού αερίου και δεν αναμένεται να πέσουν κάτω από 100 ευρώ για αρκετό καιρό.
Κάτι τέτοιο βέβαια, σημειώνει, δεν μπορεί να γίνει άμεσα, καθώς γενικότερα η παραγωγή έχει απαξιωθεί: έχουν διώξει τεχνικούς, χειριστές, έχουν υποβαθμίσει την ανάπτυξη κυρίως του Νότιου Πεδίου, η Μελίτη, πολύ καλή και φθηνή μονάδα, δεν έχει λιγνίτη γιατί δεν έχουν γίνει οι αναγκαίες αποκαλύψεις κοιτασμάτων από τον ιδιώτη, που βρίσκεται σε οικονομική διένεξη με τη ΔΕΗ, κ.τ.λ.
Όσο για τη δρομολογημένη... από παλιά απολιγνιτοποίηση που επικοινωνεί η κυβέρνηση Ν.Δ., σημειώνεται ότι η παραγωγή το 2021 ήταν κοντά στο 9%, έναντι 17% το 2030 στο ΕΣΕΚ του ΣΥΡΙΖΑ και 0 το 2028 στο ΕΣΕΚ Ν.Δ....
Η δε κάθοδος την περίοδο 2019-2021 είναι ραγδαία: από 25,6 εκατ. τόνους λιγνίτη το 2019, η παραγωγή μειώθηκε σε 11,8 εκατ. τόνους το 2021 - πτώση της τάξεως του 54%!
Φουλ... φρένο
Όσο για τις δηλώσεις περί πλήρους αξιοποίησης των λιγνιτικών από κυβερνητικά στελέχη, ο Σ. Μποζίνης σημειώνει χαρακτηριστικά: “δουλεύουν οι λιγνιτικές μονάδες στο φουλ; πού είναι το φουλ;”. Και εξηγεί ότι σήμερα έχουμε μονάδες που μπορούν να παράξουν: 1.550 Mw στον Άγιο Δημήτριο, 330 MW στη Μελίτη και 300 MW στη Μεγαλόπολη, δηλαδή συνολικά 2.180 MW, αλλά δουλεύουν κατά μέγιστο μέχρι 1.000-1.400 Mw, γιατί δεν έχουν καύσιμο (λιγνίτη), ενώ κάποιες μονάδες έχουν και περιβαλλοντικά όρια λειτουργίας (π.χ. για τις μονάδες 3 και 4 του Αγίου Δημητρίου είχε δρομολογηθεί από την προηγούμενη διοίκηση υγρή αποθείωση, που “πάγωσε” η σημερινή διοίκηση) ή και βλάβες που δεν αποκαθίστανται εδώ και μήνες (π.χ. Μεγαλόπολη 3). “Φουλ φρεναρισμένες είναι οι μονάδες”, καταλήγει.
Αξίζει να σημειωθεί ότι τον Νοέμβριο, που οι τιμές είχαν ήδη εκτιναχθεί, η λιγνιτική παραγωγή έφτασε σε 297 Gwh (7%), έναντι 1.818 Gwh φυσικού αερίου (45%).