Την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης με την κοινωνία συμμέτοχη, την ενίσχυση της δημοκρατίας και των δικαιωμάτων, θέτει ως κάποιες από τις βασικές προτεραιότητες ο ΣΥΡΙΖΑ, στην πρότασή του για το Ελλάδα+. Με μια οικονομική πολιτική που θα φορολογεί τα υψηλά εισοδήματα και τα κέρδη των πολυεθνικών επιχειρήσεων, θα παράγει νέο πλούτο και θα διανέμει τους πόρους με μέριμνα για τους ασθενέστερους, που θα ανοίγει δρόμους ίσων ευκαιριών και θα δημιουργεί πεδία αναζωογόνησης στην οικονομία και τον πολιτισμό.
Αντίθετα, η συρρίκνωση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στο όνομα της ανταγωνιστικότητας και της εξωστρέφειας και η επιλογή κυρίως των μεγάλων επιχειρήσεων στην πράσινη μετάβαση αποτελούν το σχέδιο της Ν.Δ. Παράλληλα, το κυβερνητικό σχέδιο εμπεριέχει τη μείωση της φορολογίας για τις ευκατάστατες εισοδηματικά τάξεις και τις μεγάλες επιχειρήσεις και μεταφορά φορολογικών βαρών σε κατανάλωση και σε μικρές και μεσαίες ιδιοκτησίες, με παράλληλη μείωση των κοινωνικών δαπανών.
Ο τρόπος αξιοποίησης των δανείων, ύψους 13 δισ. περίπου, που αναλογούν στην Ελλάδα, από την κυβέρνηση καταδεικνύει με έκδηλο τρόπο τις προτεραιότητες της Ν.Δ. Το σχέδιο της Ν.Δ. είναι το μόνο από τα 14 που διαθέτει το σύνολο των δανείων αποκλειστικά για ιδιωτικές επενδύσεις και μάλιστα μέσω τραπεζών! Το σύνολο του ποσού που δικαιούται η χώρα μας θα χρηματοδοτήσει αποκλειστικά ιδιωτικές επενδύσεις επιχειρήσεων με προφίλ που επιτρέπει την πρόσβασή τους στον τραπεζικό δανεισμό και με τεχνογνωσία σε συγχρηματοδοτούμενα έργα και ΣΔΙΤ, δίνοντας έτσι τη μερίδα του λέοντος (από τα 13 δισ. ευρώ των δανείων) στις επενδύσεις μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων. Μένουν, με αυτόν τον τρόπο, για ακόμη μια φορά εκτός ή με ελάχιστη στήριξη οι πολύ μικρές, μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας, το 94%.
Από τις χώρες που αποφάσισαν να κάνουν χρήση των δανείων, μόνο η Ιταλία και η Ελλάδα αιτήθηκαν το σύνολο του ποσού που δικαιούνται, ενώ Πορτογαλία, Σλοβενία, Πολωνία ζήτησαν μέρος αυτού, αναμένοντας να δουν τις εξελίξεις της αγοράς, τα χρηματοδοτικά κενά του σχεδίου τους και τις δυναμικές των δημόσιων οικονομικών τους.
Για όλους τους παραπάνω λόγους, η πρόταση της αξιωματικής αντιπολίτευσης αναφέρεται στην ανάγκη το 50% των αδειών ΑΠΕ να κατανέμεται δεσμευτικά σε ενεργειακές κοινότητες, νοικοκυριά, μικρομεσαίες επιχειρήσεις και αγρότες (και το υπόλοιπο σε μεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις) προκειμένου να ενισχυθεί η ενεργειακή δημοκρατία. Με κατάλληλα χρηματοδοτικά εργαλεία (κυρίως εγγυοδοσίας μέσω της Αναπτυξιακής Τράπεζας) διασφαλίζεται η πρόσβαση των ενεργειακών κοινοτήτων, των ΜμΕ και των νοικοκυριών σε χρηματοδότηση με ευνοϊκούς όρους. Επίσης με προνομιακές ρυθμίσεις διασφαλίζεται η πρόσβαση στα δίκτυα / συνδέσεις.
Επενδύσεις - έργα
Επίσης, η πρόταση αναφέρει τα εξής:
* Εξοικονομώ κατ’ οίκον με κοινωνικά και εισοδηματικά κριτήρια. Δίνονται μεγαλύτερες επιδοτήσεις στα χαμηλότερα εισοδήματα. Χρηματοδοτούνται κοινωνικά προγράμματα δήμων ή άλλων φορέων για τα ευάλωτα νοικοκυριά.
* Εξοικονομώ για δημόσια κτήρια, όπως σχολεία, νοσοκομεία, πανεπιστήμια, μουσεία, κρατικά θέατρα και χώροι πολιτισμού.
* Ενίσχυση (και ίδρυση) βιοτεχνικών και τεχνολογικών πάρκων σε περιφερειακό επίπεδο και επιδότηση του κόστους των υποδομών.
* Στήριξη των παραγωγικών κλάδων υψηλής προστιθέμενης αξίας, όπως η αγροδιατροφή.
* Μέτρα για τη βιομηχανική ανάκαμψη σε κλάδους με δυναμική επιστροφή (ναυπηγεία, χημικές και φαρμακευτικές βιομηχανίες) με αξιοποίηση διεθνών συνεργιών, δημόσιων προμηθειών, αρχών κυκλικής οικονομίας και περιβαλλοντικά ορθών πρακτικών και τήρηση ορίων και προϋποθέσεων.
* Μόνιμο και σταθερό πλέγμα χρηματοδοτικών και φορολογικών κινήτρων για επενδύσεις μικρομεσαίων επιχειρήσεων σε νέες τεχνολογίες και σύνδεση με έρευνα και καινοτομία.
* Αναμόρφωση των μηχανισμών χρηματοδότησης και εγγυήσεων για τις εξαγωγές των μεσαίων και μικρών επιχειρήσεων.
* Εργαλεία μικροχρηματοδοτήσεων μέσω της Αναπτυξιακής Τράπεζας και άλλων μη τραπεζικών ιδρυμάτων.

Ποιοτική ανάπτυξη στις Περιφέρειες
Του Σταύρου Αρναουτάκη*
Το ταμείο ανάκαμψης αποτελεί μια νέα μορφή αλληλεγγύης στην Ευρώπη. Τη δεδομένη, όμως, χρονική στιγμή οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε δύο κορυφαίες προκλήσεις: να οργανώσουμε την έξοδο από τη σημερινή κρίση που προκλήθηκε από την πανδημία και να χτίσουμε ένα καλύτερο αύριο που θα στηρίζεται σε ένα νέο βιώσιμο παραγωγικό και κοινωνικό μοντέλο.
Με αυτό το δεδομένο η διαχείριση σε εθνικό επίπεδο πρέπει να συνοδεύεται από μια γενναία απόφαση για αποκέντρωση πόρων και αρμοδιοτήτων. Σήμερα πρέπει να γίνει σαφές πως η επένδυση στην Περιφέρεια δεν αποτελεί απλά περιφερειακή πολιτική, αλλά τη μόνη βιώσιμη εθνική αναπτυξιακή πολιτική.
Η περιφερειακή ανάπτυξη προϋποθέτει και διακυβέρνηση άλλου τύπου. Σε αυτή τη διακυβέρνηση θεμέλιος λίθος είναι η αποκέντρωση, η συμμετοχή και η διαβούλευση. Αν δεν υπάρξει αποκέντρωση αρμοδιοτήτων και πόρων για να μπορεί η Αυτοδιοίκηση στο σύνολό της να αποδώσει, δεν θα μπορέσουμε να αξιοποιήσουμε τις μεγάλες ευκαιρίες που ανακύπτουν μέσα από τις χρηματοδοτήσεις τα επόμενα χρόνια.
Η περιφερειακή διάσταση του ταμείου ανάκαμψης προϋποθέτει την ύπαρξη ενός ολοκληρωμένου στρατηγικού σχεδίου που καθορίζει τις περιφερειακές προτεραιότητες και αναδεικνύει τα υφιστάμενα αναπτυξιακά και κοινωνικά κενά. Οφείλει να αναδεικνύει τη συμπληρωματικότητα των χρηματοδοτήσεων, ως εκ τούτου θα πρέπει να λειτουργήσει αποτελεσματικά ένας μηχανισμός ωρίμανσης και υλοποίησης έργων για να προετοιμαστεί το σύνολο των δράσεων, ανεξάρτητα από την πηγή χρηματοδότησης.
Η πανδημία μας έκανε όλους να επανεξετάσουμε εδραιωμένες αντιλήψεις, έφερε στην επιφάνεια νέες αξίες και ανέδειξε νέες ανάγκες. Για την Περιφέρεια Κρήτης η ποιοτική ανάπτυξη δημιουργεί την κατάλληλη βάση για να πραγματοποιήσουμε ένα αποφασιστικό βήμα για την προώθηση της οικονομικής, κοινωνικής και εδαφικής συνοχής.
* Ο Σταύρος Αρναουτάκης είναι περιφερειάρχης Κρήτης

Πράσινη μετάβαση με ενεργειακή δικαιοσύνη και δημοκρατία
Της Νατάσσας Ρωμανού*
Ο σχεδιασμός και η χρηματοδότηση για την πράσινη μετάβαση έγινε ουσιαστικά με βάση τις δεσμεύσεις της διεθνούς κοινότητας στη Συνθήκη του Παρισιού του 2015 αλλά, σύμφωνα με πρόσφατες επιστημονικές μετρήσεις, είναι πολύ πιθανό στα επόμενα δύο χρόνια να χρειαστεί αναθεώρηση και μάλιστα θέτοντας πιο έντονα και πιο εξειδικευμένα ζητήματα κλιματικής δικαιοσύνης και διαφάνειας. Καλύτερα θα είναι αυτό να γίνει τώρα και όχι αργότερα.
Εκτός από τη μείωση των εκπομπών και τον ενεργειακό μετασχηματισμό, όπου χρειάζονται σοβαρές μεταρρυθμίσεις στην ενεργειακή παραγωγή, μεταφορές, κτήρια και βιομηχανία, που είναι ο νούμερο ένα στόχος, απαιτούνται σημαντικές προσπάθειες προσαρμογής στην κλιματική κρίση, για την αύξηση της ανθεκτικότητας υποδομών, πόλεων και οικισμών, αλλά και τον αναπροσδιορισμό οικονομικών δραστηριοτήτων με βάση νέα επιστημονικά ενδεδειγμένα και προσαρμοσμένα στις συνθήκες μοντέλα ανάπτυξης για τη γεωργία, την κτηνοτροφία, τον τουρισμό, την εξάπλωση επιδημιών, την αντιμετώπιση ακραίων φαινομένων (π.χ. πυρκαγιών, πλημμυρών κ.λπ).
Το γενναίο πακέτο χρηματοδότησης που εγκρίθηκε για την πράσινη μετάβαση είναι μεν ένα καλό σημάδι, πρέπει όμως διατεθεί σε μεταρρυθμίσεις για αλλαγή πολιτικής, μακροπρόθεσμης, μόνιμης και βιώσιμης και όχι μόνο για περιστασιακές χρηματοδοτικές ενισχύσεις κάποιων δραστηριοτήτων.
Το πλαίσιο της Ε.Ε. είναι συγκεκριμένο αλλά αφήνει περιθώρια υλοποίησης που διαφέρουν ανάλογα με το πρόγραμμα κάθε κυβέρνησης. Μια προοδευτική κυβέρνηση πρέπει να επενδύει σε ενισχυμένες παραγωγικές μονάδες, καινοτομία, ενεργειακές κοινότητες, στη μικρή και τη μεσαία επιχειρηματικότητα, σε νέες θέσεις εργασίας και πάντα με γνώμονα την ενεργειακή και κλιματική δικαιοσύνη και δημοκρατία και όχι μέσω ιδιωτικοποίησης και αγορών, στη μεγιστοποίηση κέρδους για την οικονομική ελίτ και ανισότητες στην πρόσβαση στους φυσικούς πόρους και στην ενέργεια για τις υπόλοιπες κοινωνικές τάξεις και τις επόμενες γενιές.
* Η Νατάσσα Ρωμανού είναι ερευνήτρια στο Ινστιτούτο Γκόνταρντ της ΝΑΣΑ, συμβεβλημένη καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια

Ιστορική ευκαιρία να αλλάξουμε σελίδα
Του Γιώργου Στεφανόπουλου*
Εν όψει της ψηφιακής δεκαετίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μια μοναδική, ιστορική ευκαιρία ανοίγεται για τη χώρα μας να αλλάξει σελίδα και να διαμορφώσει το δικό της νέο, πιο αποτελεσματικό, πιο βιώσιμο, πιο δημοκρατικό αναπτυξιακό πρότυπο, μέσω της ψηφιοποίησης και του μετασχηματισμού επιχειρήσεων και δημόσιων υπηρεσιών.
Το ταμείο ανάκαμψης, ως ένα νέο Σχέδιο Μάρσαλ, έρχεται την κατάλληλη στιγμή και αποτελεί το εφαλτήριο στην επιτάχυνση της υλοποίησης ψηφιακών έργων, προκειμένου η Ελλάδα να μεταμορφωθεί και να ξεχωρίσει στον διεθνή ψηφιακό χάρτη.
Ο ψηφιακός μετασχηματισμός της χώρας βρίσκεται στον πυρήνα του ταμείου ανάκαμψης, καθώς η πανδημία έδωσε την ώθηση για ψηφιακά βήματα και το έναυσμα για ακόμα περισσότερα. Είναι ιστορική συγκυρία το 20% των πόρων του ταμείου (σχεδόν 6,5 δισ. ευρώ) να διατίθεται σε επενδυτικά σχέδια ψηφιακής ανάπτυξης που θα συμβάλουν στην ανασυγκρότηση, ανάπτυξη και εξωστρέφεια της ελληνικής οικονομίας, την αύξηση των επενδύσεων και τη δημιουργία προϋποθέσεων για πρωτόγνωρες δυνατότητες σε άτομα, επιχειρήσεις, κοινωνικές ομάδες, κρατικές οντότητες, περιφερειακές και τοπικές διοικήσεις.
Η διαμόρφωση του Εθνικού Ψηφιακού Σχεδίου, σε εναρμόνιση με το νέο ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο, προτάσσει τη λογική της «mobile first» ψηφιακής στρατηγικής ως το ουσιαστικό εργαλείο για αποτελεσματική χάραξη πολιτικής, που μπορεί να οδηγήσει στην ανασυγκρότηση της οικονομίας, στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και στην ανασύσταση του κοινωνικού κράτους.
* Ο Γιώργος Στεφανόπουλος είναι γενικός διευθυντής της Ένωσης Εταιρειών Κινητής Τηλεφωνίας

Τι περιμένει το δημόσιο Πανεπιστήμιο από το ταμείο ανάκαμψης
Του Τριαντάφυλλου Αλμπάνη*
Τα ιστορικά αλλά ευαίσθητα θεμέλιά του δημόσιου Πανεπιστημίου χρειάζεται να οχυρωθούν και να ενισχυθούν με νέες δομές. Στο πλαίσιο της νέας προγραμματικής περιόδου κάθε Περιφέρειας αλλά και των διαθέσιμων πόρων για τα πανεπιστήμια από το ταμείο ανάκαμψης, τα Τμήματα, νέα και παλαιότερα, θα πρέπει να αποκτήσουν την απαραίτητη ακαδημαϊκή δυναμική, αφού, βέβαια, ενισχυθούν με επιστημονικό προσωπικό και συμπληρωματικές υποδομές.
Η Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, μετά από την παρατεταμένη οικονομική κρίση και τις επιπτώσεις που αυτή επέφερε στη δομή και τη λειτουργία της, θα πρέπει να αποκτήσει ενιαία χαρακτηριστικά ενός ολοκληρωμένου και βιώσιμου οικοσυστήματος.
Σύμφωνα με το παραπάνω πνεύμα και στο πλαίσιο του ενός νέου στρατηγικού σχεδιασμού, το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων έχει εισηγηθεί στη Σύνοδο των Πρυτάνεων:
α) Την ανάπτυξη νέων υποδομών για την κάλυψη επειγουσών κτηριακών και επιστημονικών υποδομών με τη δημιουργία προϋποθέσεων για οικονομία κλίμακας.
β) Την ανανέωση του πανεπιστημίου με προσλήψεις νέων επιστημόνων, διοικητικών και τεχνικού προσωπικού, ώστε να προαχθεί η γνωσιολογική διεύρυνση και η πολυφωνία σε ό,τι αφορά τα επιστημολογικά ρεύματα και τις σχολές σκέψης. Να φτάσει ο λόγος διδασκόντων προς φοιτητές τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και να εξασφαλισθεί ακαδημαϊκή επάρκεια.
γ) Την ενίσχυση της έρευνας και καινοτομίας. Κεντρικής σημασίας για την έξοδο από την κρίση αποτελεί ο μετασχηματισμός των αναπτυξιακού μοντέλου της χώρας με τη δημιουργία βιώσιμων προοπτικών. Η ενίσχυση και η δημιουργία ερευνητικών δομών με κριτήρια τη βιωσιμότητα, τη διεπιστημονικότητα και την προοπτική καινοτομίας μπορούν να αποβούν μοχλοί ανάπτυξης των Περιφερειών της χώρας.
δ) Τέλος, προτείνεται η εισαγωγή νέων θεσμών για την ενίσχυση της «ακαδημαϊκής πολιτείας», την υπεράσπιση του δημόσιου και αυτοδιοικούμενου πανεπιστημίου με την κατοχύρωση του δικαιώματος πρόσβασης των πολιτών στην Ανώτατη Παιδεία.
* Ο Τριαντάφυλλος Αλμπάνης είναι πρύτανης του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων