Μεγάλες αντιδράσεις προκαλεί ο χειρισμός που έχει επιφυλάξει η κυβέρνηση της Ν.Δ. στο κομμάτι του ευρωπαϊκού ταμείου ανάκαμψης. Ούτε λίγο ούτε πολύ, προσπαθεί να δεσμεύσει τη χώρα, με βάση τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές τις οποίες πρεσβεύει, συναρτώντας τα κονδύλια των 32 δισ. ευρώ με αντιδραστικές μεταρρυθμίσεις. Η απουσία άσκησης πολιτικής η οποία να λειτουργεί υπέρ των μικρομεσαίων επιχειρήσεων της χώρας (94% του συνόλου) είναι πέρα από εμφανής, ενώ, παράλληλα, επιχειρείται μια νέα επίθεση στα εργασιακά δικαιώματα. Και μάλιστα σε μια περίοδο που η επανεκκίνηση της ελληνικής οικονομίας με την κοινωνία όρθια είναι επιβεβλημένη.

Τα ευρωπαϊκά κονδύλια δεν είναι ιδιοκτησία της κυβέρνησης Μητσοτάκη
Η κυβέρνηση της Ν.Δ. αντιμετωπίζει τους πόρους του ταμείου ανάκαμψης ως μονοκομματικό εργαλείο για να προωθήσει, μέσα από αυτό, την ατζέντα Πισσαρίδη καθώς και συμφέροντα και επιδιώξεις λίγων και ισχυρών «φίλων»
Του Δημήτρη Παπαδημούλη*
Ο Κανονισμός 2021/242 για τον Μηχανισμό Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, με την αιτιολογική σκέψη 34 και το άρθρο 18, ζητάει από τις κυβερνήσεις τη διεξαγωγή διαβουλεύσεων με τις τοπικές και περιφερειακές αρχές, τους κοινωνικούς εταίρους, τις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και των νέων για την προετοιμασία των εθνικών σχεδίων.
Σε πλήρη αντίθεση με αυτό, η κυβέρνηση της Ν.Δ. επέλεξε, από την πρώτη στιγμή, να κρατήσει τους πάντες στο σκοτάδι. Επιδιώκει να δημιουργήσει τετελεσμένα. Αντιμετωπίζει του πόρους του ταμείου ανάκαμψης ως μονοκομματικό εργαλείο για να προωθήσει, μέσα από αυτό, την ατζέντα Πισσαρίδη καθώς και συμφέροντα και επιδιώξεις λίγων και ισχυρών «φίλων».
Παρά την κατακραυγή όλης της αντιπολίτευσης, των κοινωνικών και παραγωγικών φορέων και των οργανώσεων, η κυβέρνηση εξακολουθεί να αρνείται να παρουσιάσει και να συζητήσει στην Ολομέλεια της Βουλής το συνολικό σχέδιο, και όχι μια απλή περίληψη, πριν το καταθέσει επισήμως στην Κομισιόν προς έγκριση.
Αρνείται επίσης πεισματικά να συγκροτήσει διακομματική επιτροπή της Βουλής για την παρακολούθηση του εθνικού σχεδίου, κάτι που έχει ήδη γίνει στο Ευρωκοινοβούλιο με τη συμμετοχή όλων των πολιτικών ομάδων, ως αυτονόητο βήμα διαφάνειας και κοινοβουλευτικού ελέγχου.
Το σχέδιο ανάκαμψης, μια σημαντική ευκαιρία για το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας, εκφυλίζεται σε κομματικό λάφυρο της Ν.Δ., με τη μερίδα του λέοντος να πηγαίνει σε λίγους και εκλεκτούς. Η κυβέρνηση της Ν.Δ. επιδιώκει κυνικά να δημιουργήσει τετελεσμένα για τις επόμενες κυβερνήσεις. Αξιοποιεί, γι’ αυτό, τα ασφυκτικά στενά περιθώρια αναθεώρησης του εθνικού σχεδίου από μια επόμενη κυβέρνηση, καθώς, σύμφωνα με το άρθρο 21 του Κανονισμού, απαιτούνται γι’ αυτό νέες εγκρίσεις και από την Κομισιόν και από το Συμβούλιο.
Τα ευρωπαϊκά κονδύλια δεν είναι προίκα της ΝΔ. Ανήκουν στον ελληνικό λαό και πρέπει να αξιοποιηθούν προς το συμφέρον του. Το δημόσιο συμφέρον είναι, βέβαια, έννοια που προκαλεί αλλεργία στην κυβέρνηση της Ν.Δ..
* Η προσπάθεια επιβολής μνημονιακού τύπου τετελεσμένων πρέπει να ακυρωθεί τώρα.
* Να αποσυρθούν άμεσα οι αντι-εργατικές διατάξεις του νομοσχεδίου Χατζηδάκη που μυρίζουν Μνημόνιο.
* Να συζητηθεί άμεσα και ουσιαστικά στη Βουλή το πλήρες σχέδιο ανάκαμψης πριν κατατεθεί στην Κομισιόν.
* Να συγκροτηθεί στη Βουλή διακομματική επιτροπή εποπτείας και ελέγχου, όπως έχει ήδη γίνει στο Ευρωκοινοβούλιο.
* Ο Δημήτρης Παπαδημούλης είναι αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, επικεφαλής της ευρωομάδας του ΣΥΡΙΖΑ - Προοδευτική Συμμαχία, συντονιστής της Ευρωομάδας της Αριστεράς (Τhe Left) στην Επιτροπή Προϋπολογισμών (BUDG), σκιώδης εισηγητής για το ταμείο ανάκαμψης και μέλος της Ομάδας Εργασίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τον έλεγχο εφαρμογής του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας

Μια ακόμη χαμένη μεγάλη ευκαιρία
Αντί για μια παραγωγική ανασυγκρότηση που έχει ανάγκη ο τόπος, θα έχουμε εξυπηρέτηση πανάκριβων γραμματίων σε συμφέροντα που επένδυσαν πολιτικά στον Κυριάκο Μητσοτάκη
Του Κώστα Αρβανίτη*
Το ταμείο ανάκαμψης είναι μια ακόμη μεγάλη ευκαιρία για την Ελλάδα και την Ευρώπη ολόκληρη. Ευκαιρία για ολιστικό, συνεκτικό σχεδιασμό ενός οδικού χάρτη εξόδου από την οικονομική καταστροφή, αναπόφευκτη μετά από μια πανδημία.
Ευκαιρία όμως και για επανασχεδιασμό του παραγωγικού μοντέλου της χώρας, αυτού που οι στρεβλώσεις του έχουν -μεταξύ άλλων- οδηγήσει στις αλλεπάλληλες κρίσεις που έχουν εξαντλήσει την ελληνική κοινωνία.
Πέρα από τις όποιες «γκρίζες» ζώνες έχει η ίδια η συγκρότηση του γιγαντιαίου αυτού χρηματοδοτικού μηχανισμού (π.χ. αν και με τι είδους όρους θα συνοδεύονται οι γενναίες χρηματοδοτήσεις), στην Ελλάδα έχουμε μια κυβέρνηση που το μόνο της σχέδιο είναι η αναδιανομή πλούτου σε όφελος μιας κλειστής ομάδας συμφερόντων.
Οι επιλογές Μητσοτάκη δείχνουν πορεία ολοταχώς προς μια ακόμη χαμένη μεγάλη ευκαιρία. Αντί για μια παραγωγική ανασυγκρότηση που έχει ανάγκη ο τόπος, θα έχουμε εξυπηρέτηση πανάκριβων γραμματίων σε συμφέροντα που επένδυσαν πολιτικά στον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Αντί για χρήσιμες παραγωγικά και κοινωνικά αναδιαρθρώσεις, έχουμε μπροστά μας μια αποδιάρθρωση εχθρική για τον κόσμο της εργασίας: Ο επερχόμενος ολετήρας Χατζηδάκη, που θα παρουσιαστεί ως «νόμος - τομή εκσυγχρονισμού», δεν είναι απλώς κατάργηση στην πράξη του οκταώρου: συνιστά ένα (ακόμη) μεγάλο δώρο στα συμφέροντα που έχουν -ως φαίνεται- ήδη επιλεγεί να μοιραστούν τα δισ. του ταμείου, μία επιπλέον διευκόλυνση που θα συνοδεύσει τα δισ. των Ευρωπαίων πολιτών.
* Ο Κώστας Αρβανίτης είναι ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ - Προοδευτική Συμμαχία

Τετελεσμένα και προαπαιτούμενα, χωρίς να δίνουν λογαριασμό
Η κυβέρνηση μας εγκλωβίζει σε ένα πλαίσιο νομοθετικών αλλαγών -χωρίς, μάλιστα, κανέναν διάλογο- που μια επόμενη κυβέρνηση δεν θα μπορεί να ακυρώσει χωρίς να επιβαρύνει οικονομικά τη χώρα
Της Εφης Αχτσιόγλου*
Η κυβέρνηση καταθέτει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή μια λίστα έργων συνολικού ύψους 31 δισ. η υλοποίηση των οποίων θα εκτείνεται τουλάχιστον μέχρι το 2026, χωρίς να έχει συζητήσει με κανέναν εντός Ελλάδας γι’ αυτά. Καταθέτει ένα πρόγραμμα και δεσμεύει τη χώρα για μια περίοδο που εκτείνεται πολύ πέραν της συνταγματικής της θητείας χωρίς κατ’ ελάχιστο να έχει συζητήσει με τη Βουλή, με τα κόμματα της αντιπολίτευσης, τους κοινωνικούς εταίρους, με επαγγελματικές οργανώσεις, με Επιμελητήρια. Φέρνει, έτσι, προ τετελεσμένων το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας για το πώς θα γίνει χρήση μιας μεγάλης χρηματοδότησης ως εάν να πρόκειται για χρήματα δικά της, που τα διαχειρίζεται όπως θέλει, ως εάν να έχει τη δικαιοδοσία να δεσμεύει και επόμενες κυβερνήσεις, ως εάν η αναπτυξιακή στρατηγική τής χώρας να είναι υπόθεση πέντε ανθρώπων. Το χειρότερο είναι ότι οι σημερινές δεσμεύσεις της κυβέρνησης όχι απλώς δεσμεύουν και τις επόμενες κυβερνήσεις, αλλά επισείουν και ποινές για τη χώρα αν δεν τηρηθούν από τις επόμενες κυβερνήσεις. Διότι οι συμφωνημένες επονομαζόμενες «μεταρρυθμίσεις» θα πρέπει πρώτα να ψηφίζονται για να προχωρούν οι εκταμιεύσεις από το ταμείο ανάκαμψης. Κι αν επόμενη κυβέρνηση επιθυμεί να καταργήσει κάποια απ’ αυτές, η χώρα θα υποχρεούται σε επιστροφή χρημάτων.
Η κυβέρνηση μας εγκλωβίζει, λοιπόν, σε ένα πλαίσιο νομοθετικών αλλαγών -χωρίς, μάλιστα, κανέναν διάλογο- που μια επόμενη κυβέρνηση δεν θα μπορεί να ακυρώσει χωρίς να επιβαρύνει οικονομικά τη χώρα. Πιο χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των εργασιακών, όπου η κυβέρνηση εντάσσει ως προαπαιτούμενα του ταμείου ανάκαμψης όλο το αντεργατικό πλαίσιο που υλοποιεί για τα ωράρια, τις απολύσεις, τις αποζημιώσεις, την ελαστικοποίηση. Δεν είναι όμως μόνο τα εργασιακά, αφού η λίστα έργων της Ν.Δ. περιλαμβάνει γενναίες χρηματοδοτήσεις σε αμφιβόλου ποιότητας προγράμματα κατάρτισης από ιδιωτικά ΚΕΚ, αποκλεισμό των μικρομεσαίων επιχειρήσεων από τις χρηματοδοτήσεις και έργα ιδιωτικοποιήσεων στην Υγεία. Το ζήτημα, λοιπόν, πόρρω απέχει από το να είναι απλώς διαδικαστικό. Είναι ζήτημα συνταγματικό, ζήτημα δημοκρατίας.
* Η Έφη Αχτσιόγλου είναι τομεάρχης Οικονομικών της Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ - Προοδευτική Συμμαχία, βουλευτής Επικρατείας

Δεν φτάνει μόνο η αύξηση των επενδύσεων
Του Κώστα Μελά*
Σε μια οικονομία που βρίσκεται κάτω από το επίπεδο της πλήρους απασχόλησης σίγουρα πρέπει να υπάρχει φυσικό κεφάλαιο μη χρησιμοποιούμενο. Μάλιστα, σε μια οικονομία σε κρίση αυτό ισχύει στον μέγιστο βαθμό.
Με άλλους όρους, εάν η ζήτηση είναι πολύ κατώτερη από τη συνολική παραγωγική δυνατότητα, σημαντικό μέρος του φυσικού κεφαλαίου μένει αχρησιμοποίητο ή υποαπασχολούμενο στην παραγωγή.
Η αύξηση της επένδυσης δεν είναι σε θέση να αποτρέψει, εκτός με τρόπο συγκυριακό, τη συσσώρευση των παραγόντων που οδηγούν σε κρίση. Πράγματι, εάν η αύξηση της επένδυσης αναμένεται να αυξήσει σίγουρα τη συνολική ζήτηση των αγαθών βραχυπρόθεσμα, αυτό θα αυξήσει και τη μακροπρόθεσμη παραγωγική δυνατότητα της οικονομίας, αντισταθμίζοντας (ολοκληρωτικά ή μέρος) την αρχική μείωση του χάσματος μεταξύ δυνητικής και τρέχουσας παραγωγής. Δεδομένου ότι στη συνέχεια οι επενδύσεις μπορούν να αυξήσουν την παραγωγικότητα (γεγονός με υψηλή πιθανότητα όταν εμπεριέχουν τεχνολογικές καινοτομίες), αυτό το χάσμα θα μπορούσε αντιθέτως να αυξηθεί, αυξάνοντας τον βαθμό τής μη χρησιμοποίησης της παραγωγικής δυναμικότητας / κεφαλαίου και τους κινδύνους της επανεμφάνισης της κρίσης.
Το αποτέλεσμα είναι μια προοδευτική μετατόπιση της κατανομής του εισοδήματος υπέρ των κερδών και αύξησης των κινδύνων αστάθειας συνολικά για την οικονομία.
Αυτό το παράδοξο μπορεί να ξεπεραστεί, σε βάθος χρόνου, μέσω ενός ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης χαμηλότερου από τον ρυθμό αύξησης της ζήτησης των αγαθών. Αυτό θα μπορούσε να συμβεί, με αμετάβλητα τα μεγέθη της ροπής προς κατανάλωση και του πληθυσμού, μόνο με μια σημαντική ανακατανομή του εισοδήματος υπέρ των μισθών, ικανού να αυξήσει την κατανάλωση των νοικοκυριών με ρυθμό υψηλότερο από τον αντίστοιχο της αύξησης των επενδύσεων (επιχειρήσεων και Δημοσίου).
* Ο Κώστας Μελάς είναι καθηγητής Διεθνούς Χρηματοοικονομικής και Τραπεζικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

Προς όφελος των λίγων και ισχυρών
Η χώρα αποκτά νέες δεσμεύσεις για δήθεν μεταρρυθμίσεις που τελικά θα λειτουργήσουν υπέρ των λίγων και ισχυρών και σε βάρος των πολλών
Του Γιάννη Κουτσούκου*
Η αξιοποίηση των πόρων του ταμείου ανάκαμψης αποτελεί αναμφίβολα μια μεγάλη ευκαιρία για τη χώρα, αλλά δυστυχώς η κυβέρνηση το μετατρέπει σε εργαλείο υλοποίησης κομματικών και συντηρητικών επιλογών.
Το Κίνημα Αλλαγής, που παρουσίασε έγκαιρα τη δική του πρόταση, άσκησε τεκμηριωμένη κριτική τόσο για τη μεθοδολογία όσο και για την ουσία τού κυβερνητικού σχεδίου. Ιδιαίτερα για την απουσία οποιουδήποτε διαλόγου στο εθνικό και κοινωνικό επίπεδο, την απουσία περιφερειακής και κλαδικής διάστασης, την αυθαίρετη κατανομή των πόρων, τις αντιφάσεις και ασάφειες, όπου αλλού ονομάζονται έργα και αλλού καταγράφονται ιδέες.
Με ιδεολογική και πολιτική αναφορά στην έκθεση της επιτροπής Πισσαρίδη, το κυβερνητικό σχέδιο συμπεριλαμβάνει "μεταρρυθμίσεις" με ιδιαίτερα συντηρητικό περιεχόμενο, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τα εργασιακά στον άξονα 3.1 και πολλές άλλες στον τομέα του κοινωνικού κράτους και της διοίκησης.
Σύμφωνα με το σχέδιο (σελ. 66) η αποδέσμευση κεφαλαίων του ταμείου πραγματοποιείται στη βάση πραγματικής προόδου των μεταρρυθμίσεων, δηλαδή η χώρα αποκτά νέες δεσμεύσεις για δήθεν μεταρρυθμίσεις που τελικά θα λειτουργήσουν υπέρ των λίγων και ισχυρών και εις βάρος των πολλών. Ορισμένες μάλιστα απ’ αυτές οδηγούν σε ακραίες νεοφιλελεύθερες επιλογές, που ούτε ο Τόμσεν δεν μπόρεσε να επιβάλει στις πιο δύσκολες εποχές των Μνημονίων.
* Ο Γιάννης Κουτσούκος είναι γραμματέας του Τμήματος Οικονομικής Πολιτικής του ΚΙΝ.ΑΛΛ.