Εβδομάδα τεχνικής και πολιτικής διαπραγμάτευσης ξεκινά για την κυβέρνηση, καθώς αύριο αναμένονται εκ νέου τα τεχνικά κλιμάκια των θεσμών στην Αθήνα (και την Τρίτη οι επικεφαλής τους), ενώ την Τετάρτη και την Πέμπτη ο πρωθυπουργός θα μεταβεί στις Βρυξέλλες για τη Σύνοδο Κορυφής της Ε.Ε., στο περιθώριο της οποίας θα έχει κατ' ιδίαν συναντήσεις με Ευρωπαίους ηγέτες και αξιωματούχους, ανάμεσα στους οποίους ενδέχεται να περιλαμβάνονται η καγκελάριος της Γερμανίας Άνγκελα Μέρκελ και ο Γάλλος πρόεδρος Φρανσουά Ολάντ.
Επίσης, ο Αλέξης Τσίπρας θα μεταβεί την Παρασκευή στο Βερολίνο για το 5ο Συνέδριο του κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Προκόπης Παυλόπουλος θα βρίσκεται στο Παρίσι τη Δευτέρα και την Τρίτη, όπου θα δει τον Γάλλο πρόεδρο Φρανσουά Ολάντ, και ο υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος θα βρεθεί και αυτός την Πέμπτη στο Βερολίνο, όπου θα μιλήσει σε εκδήλωση του ιδρύματος Ρόζα Λούξεμπουργκ σχετικά με την Ευρώπη, την Ελλάδα και τις πολιτικές λιτότητας.
Οι στόχοι και το δημοσιονομικό της διετίας 2019-2020 το μεγάλο αγκάθι
Η κυβέρνηση εξακολουθεί να επιδιώκει την επίτευξη πολιτικής συμφωνίας με τους θεσμούς το γρηγορότερο δυνατό, με όλες τις μεταρρυθμίσεις και τους δημοσιονομικούς στόχους για τη διετία 2017-2018 να έχουν κλείσει επί της ουσίας (για το 2018 απομένει ένα κενό 150 εκατ., το οποίο δεν θεωρείται σοβαρό εμπόδιο), ενώ και τα θέματα της ΔΕΗ βαίνουν προς επίλυση. Επομένως, τα βασικά επίδικα για την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης είναι αφενός τα εργασιακά (συλλογικές συμβάσεις, συνδικαλιστικός νόμος, ομαδικές απολύσεις) και οι δημοσιονομικοί στόχοι για τη μεταπρογραμματική περίοδο, ήτοι για τη διετία 2019-2020, καθώς θα περιλαμβάνονται στο Μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα που οφείλει να καταρτίσει η κυβέρνηση. Ακριβώς στο θέμα των δημοσιονομικών στόχων και των διασφαλίσεων που χρειάζονται για να επιτευχθούν για την περίοδο μετά το 2018 φαίνεται πως ξεκινούν τα πιο δύσκολα.
Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, διά του εκπροσώπου του Τζέρι Ράις, επανέλαβε προ ολίγων ημερών ότι προτιμά ως ρεαλιστικό στόχο πρωτογενή πλεονάσματα 1,5% του ΑΕΠ, τα οποία απαιτούν λιγότερη λιτότητα, αλλά εφόσον οι Ευρωπαίοι εταίροι επιμείνουν σε πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ, το Ταμείο επιμένει να ζητάει πρόσθετα μέτρα 4,2 δισ. Μάλιστα, τόνισε πολλές φορές ότι το ΔΝΤ είναι εναντίον της λιτότητας. Από την κυβέρνηση επισημαίνουν την αντίφαση στην οποία υποπίπτει το ΔΝΤ, δηλαδή, ενώ δηλώνει ξεκάθαρα κατά της λιτότητας, υποχωρεί τελικά στις αξιώσεις της Γερμανίας για υπερβολικά μεγάλα πλεονάσματα, που, σύμφωνα με το ίδιο το Ταμείο, απαιτούν νέα μέτρα. Ενδεχομένως το ΔΝΤ να επιθυμεί, απλώς, να βγάλει από πάνω του τον ρόλο του κακού.
Το κρίσιμο ζήτημα είναι ότι, με βάση το ανακοινωθέν του Eurogroup της 5ης Δεκεμβρίου, τα πρωτογενή πλεονάσματα, ως μεσοπρόθεσμος στόχος, παραμένουν στο πρόγραμμα από το 2018 και για άγνωστο αριθμό ετών για τη συνέχεια. Επίσης, σύμφωνα με τον πρόεδρο του Eurogroup Γερούν Ντάισελμπλουμ, οποιαδήποτε συζήτηση για τα μεσοπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσης του ελληνικού χρέου, θα γίνει μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος στα μέσα του 2018, γεγονός που δυσκολεύει την αλληλοεξαρτώμενη κουβέντα για τα πρωτογενή πλεονάσματα. Φυσικά, η κυβέρνηση έχει τονίσει σε όλους τους τόνους ότι δεν μπορεί να αντέξει η ελληνική οικονομία με πλεονάσματα 3,5% για πολλά χρόνια.
Στρατηγική διπλή στόχευσης για κλείσιμο της αξιολόγησης
Η ελληνικής κυβέρνηση φαίνεται πως μπαίνει από αύριο ξανά στη διαδικασία της αξιολόγησης, έχοντας διπλή διαπραγματευτική στόχευση.
Από τη μία πλευρά πιέζει να αλλάξουν οι δημοσιονομικοί στόχοι μετά το 2018. Σε αυτή την κατεύθυνση, κι αν δεν είναι εφικτή μια καθαρή μείωση του στόχου, η κυβέρνηση προκρίνει την πρόταση του Ευκλείδη Τσακαλώτου, η οποία προβλέπει τη μείωση του στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα μετά το 2018 κατά 1%, αλλά με αυτό το 1% να κατευθύνεται σε φοροαπαλλαγές επιχειρήσεων, ενίσχυση μικρομεσαίων και μείωση ασφαλιστικών εισφορών, δηλαδή σε αναπτυξιακά κίνητρα που θα δώσουν περαιτέρω ώθηση στη μεγέθυνση του ΑΕΠ. Αυτή η πρόταση προσπαθεί να καλύψει και το ΔΝΤ, και τον Βολφγκάνγκ Σόιμπλε, οποίος υποστηρίζει ότι το θέμα δεν είναι το ογκώδες ελληνικό χρέος, αλλά ότι η οικονομία δεν διαθέτει επαρκή ανταγωνιστικότητα και έτσι δεν πρέπει να χαλαρώσει η προσπάθεια της Ελλάδας.
Από την άλλη πλευρά, η ελληνική κυβέρνηση αποφεύγει συστηματικά σε επίπεδο δηλώσεων να αποκλείσει μια επέκταση του δημοσιονομικού κόφτη για την περίοδο μετά το 2018. Μολονότι κάτι τέτοιο δεν είναι επαρκές για το ΔΝΤ, θα μπορούσε να αναζητηθεί -στην ίδια κατεύθυνση- κοινό έδαφος για μια λύση πιο κοντά στις απαιτήσεις του Ταμείου, δηλαδή ενός κόφτη πιο λεπτομερώς προσδιορισμένου από τον προηγούμενο. Ωστόσο, κάτι τέτοιο θα είχε ως όρο από την ελληνική πλευρά να μη νομοθετηθεί στη Βουλή, αλλά να περιλαμβάνεται μόνο στην απόφαση του επόμενου Eurogroup (είτε εντός Δεκεμβρίου είτε στις αρχές Ιανουαρίου), που θα κλείσει την αξιολόγηση, ώστε να μη δημιουργηθεί αρνητικό κλίμα στην οικονομία εις βάρος -τελικά- του ίδιου του προγράμματος. Με αυτόν τον τρόπο το ΔΝΤ θα μπορούσε να ικανοποιηθεί σε κάποιο βαθμό και η ελληνική πλευρά να μη χρειαστεί να πάρει ποτέ αυτά τα μέτρα στην πράξη, υπό την προϋπόθεση ότι οι στόχοι για το 2019 και το 2020 θα επιτευχθούν με τα ήδη υπάρχοντα μέτρα (όπως προβλέπει η Κομισιόν) ή αν στο τέλος του προγράμματος το 2018 έχει συμφωνηθεί μείωση των πλεονασμάτων.
Άλλωστε, η κυβέρνηση έχει αποκλείσει σε όλους τους τόνους ότι θα δεχθεί πρόσθετα δημοσιονομικά μέτρα για τη διετία 2019 - 2020 ή να της επιβληθεί να βγει εκτός ευρωπαϊκού κεκτημένου στο θέμα των εργασιακών.
Βεβαίως, δεν θα πρέπει να αποκλειστεί και η πιθανότητα το ΔΝΤ να μείνει με ρόλο τεχνικού συμβούλου στο πρόγραμμα, χωρίς χρηματοδότηση, γεγονός που θα μείωνε πολύ τη δυνατότητα παρεμβάσεων και απαιτήσεών του στο πρόγραμμα. Ωστόσο, είναι γνωστό ότι κάτι τέτοιο προσκρούει στις θέσεις του Βόφγκανγκ Σόιμπλε, ο οποίος έχει υποσχεθεί στους Γερμανούς συμμετοχή του ΔΝΤ στο πρόγραμμα.
Βελτιωμένη θέση στο εσωτερικό, παρά την εκλογολογία
Σε κάθε περίπτωση, η κυβέρνηση προσέρχεται στον νέο γύρο διαπραγματεύσεων έχοντας σημειώσει το τελευταίο διάστημα ουσιαστικές νίκες, οι οποίες εκτιμάται ότι έχουν αναβαθμίσει τη θέση της στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό. Πρώτον, κατοχύρωσε μια αρκετά ισχυρότερη από την προβλεπόμενη δέσμη βραχυπρόθεσμων μέτρων για το χρέος. Δεύτερον, διένειμε “13η σύνταξη” σε 1,6 εκατ. συνταξιούχους και πάγωσε την εξίσωση του ΦΠΑ στα νησιά του Βόρειου και Ανατολικού Αιγαίου.
Ειδικά για τη Ν.Δ., η κυβέρνηση εκτιμά πως βρέθηκε σε αμηχανία μετά την ανακοίνωση των θετικών μέτρων της Πέμπτης και πως δεν πείθουν καθόλου οι συγκρίσεις με το “κοινωνικό μέρισμα” του Σαμαρά. Ο Αντώνης Σαμαράς δεν διένειμε την υπεραπόδοση των εσόδων της τρέχουσας χρονιάς (όπως κάνει τώρα η κυβέρνηση, με δεδομένο ότι υπερακαλύπτει τον στόχο), αλλά την ενέγραψε στη δαπάνη τους προϋπολογισμού της επόμενης (2014), κατά την οποία απέτυχε κατά πολύ να πετύχει το απαιτούμενο πρωτογενές πλεόνασμα. Κι αυτό γιατί ήξερε ότι θα προσφύγει σε εκλογές, γιατί δεν έβγαινε εκείνο το πρόγραμμα με τα σαφώς μεγαλύτερα πλεονάσματα και διότι επεδίωκε να μεταβιβάσει στον ΣΥΡΙΖΑ το αδιέξοδο.
Επίσης, χωρίς πραγματική βάση φάνηκε πως ήταν η υποτιθέμενη εικόνα οργής των θεσμών αναφορικά με τις παραπάνω εξαγγελίες, όπως επιχείρησαν να καλλιεργήσουν ορισμένα ΜΜΕ, καθώς, αντί για οργισμένες αντιδράσεις, προέκυψαν δηλώσεις που έδειχναν ότι προϋπήρχε κάποια συνεννόηση. Σύμφωνα με πληροφορίες της "Αυγής", δεν θα πρέπει να αναμένεται ανατροπή αυτής της στάσης.
Τέλος, στην κυβέρνηση θεωρούν ότι η Ν.Δ. έχει εκτεθεί ως προς τις προθέσεις που αποκάλυψε τόσο για τον τομέα των εργασιακών, όσο και για τη διάθεσή της να δεχτεί νέα μέτρα.