Διατηρεί τον στόχο της ολοκλήρωσης της δεύτερης αξιολόγησης έως το Eurogroup της 5ης Δεκεμβρίου η κυβέρνηση, όπως δήλωσε ο Δημήτρης Τζανακόπουλος κατά τη διάρκεια της χθεσινής ενημέρωσης των πολιτικών συντακτών, επαναλαμβάνοντας ότι δεν υπάρχουν εκλογές στο σχέδιο της κυβέρνησης. Αντίστοιχη αισιοδοξία εκφράζουν σε ιδιωτικές συνομιλίες και κορυφαία στελέχη της ελληνικής ομάδας διαπραγμάτευσης τονίζοντας ότι οι διαφορές με το ευρωπαϊκό σκέλος των θεσμών έχουν μειωθεί στο ελάχιστο.
“Κατά τις χθεσινές (σ.σ.: προχθεσινές) συναντήσεις και συζητήσεις για την πορεία των διαπραγματεύσεων μεταξύ της Ελλάδας και των θεσμών επιβεβαιώθηκε ότι το Eurogroup της 5ης Δεκεμβρίου αποτελεί ορόσημο για το κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης, τη λήψη των βραχυπρόθεσμων μέτρων για το χρέος και το άνοιγμα της συζήτησης για τα μεσομακροπρόθεσμα μέτρα ώστε η Ελλάδα να ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ στο πρώτο τρίμηνο του 2017” είπε, συγκεκριμένα, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, επισημαίνοντας πως στο EuroWorking Group της Δευτέρας επίσης “καταγράφηκε η πρόοδος”, αλλά εντοπίστηκαν και οι “γνωστές διαφορές στα ζητήματα των ενεργειακών, δημοσιονομικών και εργασιακών”. “Με δεδομένα τα παραπάνω θεωρούμε ότι είναι εφικτός και ρεαλιστικός ο στόχος για μια πολιτική συμφωνία στο κρίσιμο Eurogroup της 5ης Δεκεμβρίου” πρόσθεσε, χαρακτηρίζοντας “ρεαλιστικό” να υπάρξει “staff level agreement” μέχρι το τέλος της εβδομάδας μεταξύ της Ελλάδας και των ευρωπαϊκών θεσμών. “Plan B για την ελληνική κυβέρνηση δεν υφίσταται. Όπως δεν υφίσταται και για κανέναν άλλον” συμπλήρωσε.
Ακόμη ανέφερε ότι η δεύτερη αξιολόγηση “έχει προχωρήσει με πάρα πολύ γρήγορους ρυθμούς” και ότι “όλοι αναγνωρίζουν την πρόοδο η οποία έχει συντελεστεί”, καθώς και πως “ήδη έχει ξεκινήσει η νομοθέτηση ζητημάτων”. “Στο 90% των ζητημάτων που αφορούν τη δεύτερη αξιολόγηση και τα οποία έχουν 'κλειδώσει' αυτή τη στιγμή, η ελληνική πλευρά και οι θεσμοί έχουν κάνει εκατέρωθεν υποχωρήσεις” ανέφερε, σημειώνοντας πως “οι εκπρόσωποι των ευρωπαϊκών θεσμών, όταν διαπραγματεύονται -και αυτό είναι πράγμα το οποίο έχει αποφασιστεί, έχει υπάρξει απόφαση και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου-, δεσμεύονται από το εργασιακό δίκαιο”. Επανέλαβε δε τη θέση για αποκατάσταση των συλλογικών διαπραγματεύσεων και μη αποδοχή μιας αύξησης των ορίων στις ομαδικές απολύσεις τονίζοντας ότι η κυβέρνηση δεν θα δεχτεί μετάθεση της αποκατάστασης των συλλογικών διαπραγματεύσεων στο μέλλον. Επίσης ξεκαθάρισε πως “ολες οι πλευρές και ειδικά το ΔΝΤ πρέπει να κατανοήσουν ότι μέτρα μετά το 2018 δεν γίνονται αποδεκτά”.
Στην ίδια κατεύθυνση κυβερνητικά στελέχη έλεγαν στην “Αυγή” ότι στόχος είναι το “staff level agreement” να έχει ολοκληρωθεί έως την Παρασκευή ή το πολύ το σαββατοκύριακο υπογραμμίζοντας ότι οι τρέχουσες συζητήσεις, όπως και αυτές τις πρώτης αξιολόγησης, γίνονται με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, ενώ τόνιζαν πως το τι θα αποφασίσει το ΔΝΤ για τη συμμετοχή του θα κριθεί αμέσως μετά σε ξεχωριστή συζήτηση, σε συνάρτηση με το θέμα του χρέους και τους στόχους των πρωτογενών πλεονασμάτων. Επίσης υπογράμμιζαν ότι σε όλες τις συζητήσεις με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς δεν υπάρχει αμφισβήτηση για το ότι η Ελλάδα πιάνει (ή βρίσκεται σε ελάχιστη απόσταση) από τον στόχο για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% το 2018, όπως ισχυρίζεται το ΔΝΤ. Συγκεκριμένα ο Δημήτρης Τζανακόπουλος εξήγησε ότι η διαφορά στα δημοσιονομικά έχει μειωθεί από γύρω στα 600 εκατ. σε 0,1% με 0,2% του ΑΕΠ. Σύμφωνα με κυβερνητικά στελέχη, το υπόλοιπο αναμένεται να κλείσει και αυτό βάσει των τεκμηριώσεων και των ποσοτικοποιήσεων που θα προσκομίσει η ελληνική πλευρά.
Δεν γίνονται αποδεκτά νέα μέτρα
“Υπάρχει προχωρημένη μία συζήτηση για τα μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα μέτρα, καθώς και η βούληση όλων των πλευρών να βρεθεί μια μόνιμη λύση, η οποία θα αφορά την ελληνική οικονομία, το ελληνικό χρέος και τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξή της” τόνισε σχετικά με το θέμα του χρέους ο Δημήτρης Τζανακόπουλος επισημαίνοντας τα περί “θετικού momentum” που δήλωσε ο πρόεδρος της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι.
“Η απαίτηση για νέα μέτρα μετά το 2018, ώστε να βγει το πρωτογενές πλεόνασμα του 3,5%, κατά την άποψη και τις προβλέψεις βεβαίως του Ταμείου, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από την ελληνική κυβέρνηση, όπως δεν έγινε αποδεκτή και κατά τη διάρκεια της πρώτης αξιολόγησης, όπου τελικά προέκυψε μια συμφωνία στην οποία το ΔΝΤ, όπως γνωρίζετε, παρέμεινε ως τεχνικός σύμβουλος” συμπλήρωσε, υπογραμμίζοντας: “Όσο για τα πρωτογενή πλεονάσματα μετά τη λήξη του προγράμματος, αν το ΔΝΤ εκτιμά, συμφωνώντας με την ελληνική κυβέρνηση, ότι είναι αδύνατον να διατηρηθούν, αντί να ζητά πρόσθετα μέτρα που λειτουργούν υφεσιακά, θα πρέπει αντίθετα να πιέσει στην κατεύθυνση για τη γενναία ρύθμιση του ελληνικού χρέους και τη συνακόλουθη αντίστοιχη μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων”.
Τέλος, άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο οι στόχοι του νέου μεσοπρόθεσμου να παραμείνουν για λίγες μέρες στο 3,5% έως ότου ολοκληρωθεί αυτή η συζήτηση. “Ακόμα και εάν ένα μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα λέει ότι το 2019 θα έχουμε πρωτογενές πλεόνασμα 3,5%, τίποτα δεν εμποδίζει, τη στιγμή που θα ληφθούν τα μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα μέτρα για το χρέος, να απομειωθούν και οι στόχοι των μεσοπρόθεσμων προγραμμάτων, σε ό,τι αφορά τα πρωτογενή πλεονάσματα” τόνισε, ενώ κυβερνητικά στελέχη εξηγούσαν πως το νέο μεσοπρόθεσμο θα πρέπει να είναι έτοιμο πριν το κλείσιμο τη αξιολόγησης (θα περιλαμβάνεται στο stuff level agreement), άρα θα περιλαμβάνει τις παλιές προβλέψεις για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5%.
Ωστόσο, σημείωναν ότι αυτό μπορεί να έχει ανατραπεί έως το τέλος του χρόνου ή ακόμη και στο Eurogroup της Δευτέρας.